Μία γυναίκα από το Λιβαδερό διηγήθηκε πως τον καιρό της βουλγαρικής κατοχής υπήρχε μεγάλη πείνα και η οικογένειά τους ήταν πολύ φτωχή. Ο πατέρας της μ’ ένα κουτσό και γέρικο μουλάρι έκανε μεταφορές ξύλων ενός ξυλέμπορα, που τους έδινε γι’ […]
Αδιαθέτησα και αρρώστησα από στεναχώρια του Μοναστηριού –όχι από τους πατέρες– αλλά έχομε κι εμείς τα δικά μας. Πολλές φορές, όταν εργάζωνται οι πατέρες, υπάρχει και το κυνηγητό, υπάρχουν και οι πειρασμοί, τα σκάνδαλα. Είχαμε ένα κτηματάκι και το κτηματάκι αυτό ήτανε 400 χρόνια και έγιναν απαλλοτριώσεις το '32-'38 και πήραν τα κτήματα οι ακτήμονες· περίπου 20-30.000 στρέμματα πήραν οι κοσμικοί. Και τα δάση βέβαια έγιναν Δημόσιο δάσος. (Βέβαια) έχομε τον κόσμο, βοηθάει όλος ο κόσμος το Μοναστήρι. Δεν έχομε ανάγκη ούτε από κτήμα, ούτε περιουσία, αλλά εφ' όσον υπάρχη ένας μικρός ελαιώνας και λίγα χωραφάκια, μας δίνουν λίγο στάρι,... Διαβάστε τη συνέχεια

