Ο παπα-Τύχων αγαπούσε πολύ την μελέτη. Διάβαζε δύο-τρεις ώρες και γλυκαινόταν. Έλεγε: «Τι γλυκός που είναι ο αββάς Ισαάκ!». Είχε διαβάσει δύο-τρεις φορές τα Άπαντα του αγίου Χρυσοστόμου. Όλη τη νύχτα δεν εκοιμάτο σχεδόν καθόλου. Μόλις νύχτωνε καλούσε τους πατέρες […]
Ο παπα-Ανδρέας μετά που επέστρεψε από την έρημο ήταν για είκοσι χρόνια εφημέριος στο Μοναστήρι μόνος του. Στην διακοπή πριν από την θεία Λειτουργία δεν κοιμόταν σε κρεββάτι αλλά καθήμενος στην καρέκλα για να μην του συμβή πειρασμός. Λειτουργούσε κάθε μέρα και ύστερα κατέβαινε στον Άγιο Τρύφωνα, στην Αμπελικιά, και ώργωνε με τα βόδια με το ξυλάλετρο. Εσπερινό έκανε ένας άλλος ηλικιωμένος ιερέας. Όλη την ημέρα ώργωνε ή πήγαινε στο βουνό στους υλοτόμους. Επέστρεφε αργά, πριν σουρουπώση, και το πρωί πάλι ακολουθία και Λειτουργία. Θυσίασε την ζωή του για το Μοναστήρι, γι' αυτό τον αγαπούσαν όλοι οι πατέρες και αργότερα,... Διαβάστε τη συνέχεια

