Σαν Πνευματικός ο π. Ιωσήφ τελούσε με προσοχή και θείο φόβο το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Δεχόταν όλους, όσοι έρχονταν σ’ αυτόν, οποιαδήποτε ημέρα και ώρα. Έκανε την εξομολόγηση, χωρίς βιασύνη, για να μη μείνει έστω κι ένα αμάρτημα ανεξομολόγητο.
Ο π. Ιωσήφ ήταν πράγματι πολύ φλογερός και προσεκτικός στο πνευματικό του έργο. Ουδέποτε γελούσε. Δεν ήξερε να μιλά ωραία, ούτε πολύ, ούτε με καλολογίες. Ήξερε όμως να προσεύχεται πολύ, να σιωπά και να διδάσκει τους άλλους νύκτα και ημέρα με τη ζωή του και τα έργα του.
Στην εξομολόγηση ζητούσε από τον καθένα βαθειά ταπείνωση, ομολογία της προσωπικής του ενοχής για όσα έκανε, δάκρυα, ειλικρινή εξαγόρευση και προπαντός αποφασιστικότητα να μην επαναλάβει τα ίδια. Μετά την εξομολόγηση, η οποία μπορούσε να διαρκέσει μέχρι δύο ώρες, έδινε στους εξομολογημένους τις κατάλληλες συμβουλές.
Συνήθως σ’ αυτόν πήγαιναν για εξομολόγηση άνθρωποι που ήταν ζυμωμένοι στα πνευματικά, απελπισμένοι, με βαριά αμαρτήματα και ασθενείς παντός είδους. Για τον καθένα έκανε το παν να τους βοηθήσει πνευματικά. Ήθελε και επεδίωκε όλοι τους να επιστρέψουν στα σπίτια τους θεραπευμένοι και παρηγορημένοι. Μάλιστα, επειδή ήταν πολύ αυστηρός, τραβούσε κοντά του ανθρώπους που πάσχιζαν να βρουν ένα καλό και άξιο Πνευματικό.
![]()
Κάποτε ήλθε ένας χριστιανός από το χωριό Πιπιρίγκ. Ήταν στενοχωρημένος και ταραγμένος.
– Πανοσιώτατε πάτερ, ήλθα να πληρώσω να μου κάνεις μία ειδική θεία Λειτουργία. Είμαι ταραγμένος. Δεν ξέρω τι να κάνω. Έχω πρόβλημα με τον κακό γείτονά μου, ο οποίος δεν με καταλαβαίνει καθόλου. Πάντοτε μαλώνουμε. Πάντοτε με ονειδίζει. Πριν λίγες ημέρες έβαλε φωτιά σε μια θημωνιά με σανό για τα ζώα μου. Θέλω λοιπόν να πληρώσω να γίνει μία ειδική ακολουθία. Εάν είμαι εγώ ένοχος, να με παιδεύσει ο Θεός, ενώ, εάν είναι αυτός, να τον κατακεραυνώσει ο Θεός, όπως Εκείνος γνωρίζει…
– Αδελφέ, είναι μεγάλη αμαρτία να προσευχηθείς στον Θεό για την τιμωρία του πλησίον σου. Ο Θεός έδωσε εντολή ν’ αγαπούμε ο ένας τον άλλο, να συγχωρούμε ο ένας τον άλλο και να προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλο. Ποτέ δεν μας είπε να εκδικούμαστε τους άλλους.
– Δεν έχω ησυχία, πάτερ. Αυτός ο άνθρωπος θέλει να μου καταστρέψει το σπίτι, την περιουσία, την τιμή και την οικογένειά μου. Με απειλεί, με υβρίζει, μου στήνει ενέδρες. Θέλω να κάνω προσευχή να τον τιμωρήσει ο Θεός, διότι μόνο Αυτός είναι Δίκαιος.
– Αδελφέ, μείνε αυτή την νύκτα μαζί μου. Άλλωστε πλησιάζει να νυκτώσει. Μείνε στο διπλανό κελί. Θα προσευχηθούμε και οι δυό αυτή την νύκτα για τον εχθρό σου. Το πρωί, ό,τι θα μας φωτίσει ο Θεός, θα κάνουμε.
– Θα μείνω, πάτερ, του είπε ικανοποιημένος ο άνθρωπος αυτός.
![]()
Την νύκτα εκείνη αυτός ο άνθρωπος βασανιζόταν από τους λογισμούς του. Προσευχήθηκε. Έκανε και μετάνοιες, όπως του είχε πει ο π. Ιωσήφ. Στο όνειρό του είδε ένα φοβερό πράγμα. Πριν ακόμη ξημερώσει, κτυπούσε δυνατά την πόρτα του Γέροντα.
– Ευλόγησέ με, πάτερ Ιωσήφ.
– Τι είναι παιδί μου, πώς κοιμήθηκες;
– Είδα ένα φοβερό όνειρο. Είδα ότι ήμουν παντού τραυματισμένος και αιματωμένος, στο πρόσωπο, στις πλάτες, στο στήθος, στα χέρια… Μερικοί μαύροι και άγριοι άνθρωποι με κτυπούσαν δυνατά. Αντιλαμβάνομαι ότι έφταιξα ενώπιον του Θεού. Δεν θέλω πλέον να εκδικηθώ τον γείτονά μου, οτιδήποτε και να μου έκανε. Θέλω να συμφιλιωθώ μαζί του.
– Καλά, παιδί μου. Τώρα μπορείς να πας στο σπίτι σου εν ειρήνη.
Όταν κατέβηκε τα βουνά του Κυριακού για να φθάσει σπίτι του, συνάντησε τον γείτονά του. Του ζήτησε συγχώρηση και έτσι συμφιλιώθηκαν.
Παρόμοιες περιπτώσεις τού συνέβαιναν κάθε ημέρα. Κι αυτός δίδασκε τον καθένα, ανάλογα με την περίπτωσή του, και τους έστειλε στα σπίτια τους ειρηνικούς.
![]()
Όσοι από τους ασθενείς και δαιμονιζομένους δεν θεραπεύονταν αμέσως, ο π. Ιωσήφ δεν τους επέτρεπε να γυρίσουν σπίτια τους. Τους έδινε λίγο φαγητό και τους συμβούλευε να νηστεύουν και να προσεύχονται. Και ο ίδιος βέβαια νήστευε και προσευχόταν για την υγεία τους. Όσοι και πάλι παρέμεναν αθεράπευτοι, σύμφωνα με τις ανεξιχνίαστες βουλές του Θεού, τους έστειλε στα σπίτια τους με την εντολή να εκτελέσουν και κάποιο πνευματικό αγώνισμα. Κατόπιν τους έλεγε να επιστρέψουν πάλι σ’ αυτόν.
Στην κεντρική εκκλησία της Μονής ερχόταν αραιά. Στεκόταν όρθιος δίπλα στον τάφο του αγίου Παϊσίου Βελιτσκόβσκι. Δεν κοίταζε εδώ κι εκεί, αλλ’ ήταν απορροφημένος στην ευχή του Ιησού. Όταν τελούσε την θεία Λειτουργία, έβρεχε την Αγία Τράπεζα με τα δάκρυά του.
Δεν απέκτησε κανένα μαθητή, διότι είχε δοθεί ολοκληρωτικά σ’ όλη τη ζωή του στη βοήθεια των δυστυχισμένων και ασθενών, των ορφανών και πλανεμένων.
Ο γέροντας Ιωσήφ σ’ όλη τη ζωή του δεν αγάπησε τα χρήματα, τις περιουσίες και την κενή και ματαία δόξα του κόσμου. Ό,τι του έδιναν οι Χριστιανοί τα μοίραζε στους άλλους ή τα έδινε στο Μοναστήρι. Με χρήματα που έδινε κατά καιρούς στο Μοναστήρι έγιναν πολλές ανακαινίσεις, όπως στην εκκλησία, στο αρχονταρίκι και στο νοσοκομείο. Ακόμη με τις ελεημοσύνες του βοηθήθηκαν πολλά ορφανά, χήρες, φτωχοί και άλλοι πονεμένοι από διάφορες συμφορές.
![]()
Την άνοιξη του 1944, όταν είχε φθάσει ήδη στα 80 χρόνια του, μετά από μία ολιγοήμερη ασθένεια, πέρασε στην αιώνια ζωή, αφήνοντας πίσω του πολλούς ασθενείς να κλαίνε και να ρωτούν: Πού είναι τώρα ο πατέρας και γιατρός μας; Πού είναι ο ερημίτης από την σκήτη Παλαιά Εικόνα;
Πάτερ Ιωσήφ, προσεύχου στον Θεό υπέρ ημών. Αμήν.
Από το βιβλίο: Αγιασμένες μορφές της Ορθοδόξου Ρουμανικής Εκκλησίας. Μετάφραση – επιμέλεια υπό αδελφών της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους Άθω, 2002.
Ο ιερομόναχος και πνευματικός π. Ιωσήφ Κρατσιούν (Γ’)

