Ο μικρός και ευλογημένος Αρσένιος – μετέπειτα Γέροντας Παΐσιος –, μαζί με το γάλα που θήλαζε, μάθαινε από τους γονείς του και την ευλάβεια προς τον Θεό. Αντί για παραμύθια και ιστορίες τού μιλούσαν για τον βίο και τα θαύματα του οσίου Αρσενίου (Καππαδόκη). Μέσα του γεννήθηκε θαυμασμός και αγάπη για τον Χατζεφεντή, όπως αποκαλούσαν τον όσιο Αρσένιο. Από μικρός ήθελε να γίνη και αυτός μοναχός για να μοιάση τον Άγιό του.
Το πρόσωπο που μετά τον όσιο Αρσένιο επηρέασε ευεργετικά όλη του την ζωή ήταν η μητέρα του, προς την οποία αισθανόταν ιδιαίτερη αγάπη και την βοηθούσε όσο μπορούσε. Από αυτήν διδάχθηκε την ταπεινοφροσύνη. Τον συμβούλευε να μη θέλη να νικά τους συμμαθητές του στα παιχνίδια και ύστερα να υπερηφανεύεται, ούτε να επιδιώκη να μπαίνη πρώτος στην γραμμή, γιατί ήταν το ίδιο, είτε πρώτος είτε τελευταίος έμπαινε.
Επί πλέον του έμαθε την εγκράτεια· να μην τρώγη πριν από την ώρα του φαγητού. Την παράβαση την θεωρούσε πορνεία.
Επίσης τον βοήθησε να αποκτήση απλότητα, εργατικότητα, νοικοκυροσύνη και προσοχή στην συμπεριφορά του προς τους άλλους, και τον προέτρεπε να μην αναφέρη καθόλου το όνομα του πειρασμού (διαβόλου).
Δυο φορές την ημέρα όλη η οικογένεια προσευχόταν μπροστά στο εικονοστάσι. Η μητέρα του όμως συνέχιζε να προσεύχεται και όταν έκανε τις εργασίες του σπιτιού λέγοντας την ευχή.
Τέτοια ήταν η ευλάβεια των γονέων του, ώστε και στα αλώνια έπαιρναν μαζί τους αντίδωρο.
Ο μικρός Αρσένιος, με το ενδιαφέρον και την εξυπνάδα που είχε, εύκολα αφωμοίωνε ό,τι καλό άκουγε από τους γονείς του.
Ακολουθώντας το παράδειγμά τους έμαθε να νηστεύη, να προσεύχεται και να εκκλησιάζεται. Ήταν το πιο αγαπητό από όλα τα παιδιά της οικογενείας. «Ο μεν πατέρας μου», έλεγε αργότερα ο Γέροντας, «με αγαπούσε, γιατί είχα κλίση στα τεχνικά και έπιαναν τα χέρια μου, η δε μητέρα μου για την ψεύτικη (λίγη, μικρή) ευλάβεια που είχα».
![]()
Σύμφωνα με μαρτυρίες συμμαθητών του, ο Αρσένιος στο Δημοτικό σχολείο ήταν προσεκτικό, συνετό και αγαπητό παιδί, με ιδιαίτερη ευαισθησία στην συμπεριφορά του και ευλάβεια στα θρησκευτικά μαθήματα. Ήταν καλός μαθητής, έξυπνος, εύστροφος και φιλότιμος. Η συμπάθειά του για τους άλλους έφθανε μέχρι θυσίας. Είχε μάτια ζωηρά και εκφραστικά, τόσο φωτεινά, που τον αποκαλούσαν «Γουμπισία» στα φαρασιώτικα, που σημαίνει πυγολαμπίδα. Ο μικρός Αρσένιος τελείωσε το Δημοτικό με βαθμό οκτώ και διαγωγή κοσμιωτάτη. Δεν θέλησε όμως να συνεχίση τα γράμματα, επειδή στην Κόνιτσα δεν υπήρχε Γυμνάσιο, και επιθυμούσε να γίνη ξυλουργός, γιατί αγάπησε την τέχνη του Κυρίου μας.
Τον καιρό που δούλευε με τον αρχιμάστορα σε σπίτια, δεν έτρωγε μαζί του, αλλά με κάποια πρόφαση πήγαινε στο σπίτι του, έτρωγε γρήγορα και αμέσως επέστρεφε. Αργότερα κατάλαβε ο μάστορας-δάσκαλός του ότι το έκανε για να μη χαλάη τη νηστεία.
Όταν έμαθε καλά την τέχνη, έφτιαξε ένα ωραίο εικονοστάσι για το σπίτι τους και ένα Σταυρό, σαν εκείνον που έβλεπε στις εικόνες να κρατούν οι άγιοι Μάρτυρες.
Αργότερα άνοιξε δικό του ξυλουργείο. Έφτιαχνε κουφώματα, ταβάνια, πατώματα, εικονοστάσια, ακόμη και φέρετρα, από τα οποία όμως ποτέ δεν πήρε χρήματα, συμμετέχοντας στον πόνο των ανθρώπων.
Στην τέχνη του ήταν «χρυσοχέρης». Οι άνθρωποι ήταν αναπαυμένοι από την δουλειά του. Όλοι στην Κόνιτσα έλεγαν: «Τι παιδί έχει η κυρά-Ευλαμπία! Καλός τεχνίτης, συνεπής και γρήγορος, και στον χαρακτήρα δίκαιος και ειλικρινής». Γι’ αυτό τον προτιμούσαν. Έτσι οικονομούσε τα προς το ζην, βοηθούσε τους δικούς του και έδινε ελεημοσύνη.
Από το βιβλίο: Ιερομονάχου Ισαάκ, ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Στ’ έκδοσις, Άγιον Όρος 2008, σελ. 43, 48.

