Ένας κύριος από το Ανθοχώρι Δράμας συγκινημένος και νοσταλγικά αναφέρει πως μία θεία του έμενε λίγο πιο πάνω από το μοναστήρι του οσίου Γεωργίου Καρσλίδη. Αγαπούσε πολύ τον όσιο Γέροντα. Μία ημέρα που πήγε στη θεία του δεν πέρασε από τον δρόμο μπροστά από το μοναστήρι, αλλά από ένα παράδρομο, που ήταν αδύνατον να τον δει ο όσιος. Μόλις έφθασε και κάθισε, ο όσιος από την αυλή του φώναξε: «Κουμπάρα, κουμπάρα, πες αυτόν τον ανιψιό σου που ήρθε τώρα, να ‘ρθει λίγο σε μένα, κάτι τον θέλω». Τη θεία την έλεγε κουμπάρα, γιατί είχε βαπτίσει το παιδί της.
Απορημένη η θεία ρώτησε αν τον είδε ο όσιος Γέροντας που ερχόταν. Εκείνος απάντησε αρνητικά και σύντομα πήγε στον όσιο, να δει τι τον θέλει. Μόλις έφθασε, πήρε την ευχή του. «Κοίταξε, εδώ στο χωράφι έχει τρεις κούπες (σωρούς) κοπριά, πάρε το δικράνι και σκόρπισέ την». Επειδή ήταν ντυμένος καλά, ζήτησε να πάει στο σπίτι της θείας του ν’ αλλάξει ρούχα, για να μη λερωθεί. Εκείνος όμως είπε: «Όχι, σκόνη επάνω σου δεν θα ‘ρθει. Μη φοβάσαι, καθόλου δεν θα λερωθείς».
«Αδύνατον να μην λερωθώ με τέτοια βρώμικη δουλειά», σκέφθηκε μέσα του. Έκανε υπακοή και άρχισε να κάνει δουλειά. Όταν είχε σκορπίσει περίπου τη μισή κούπα πήγε κοντά του και του είπε: «Σταμάτα, φτάνει τόσο». Εκείνος ήθελε να τελειώσει τη δουλειά, μα δεν τον άφηνε. Του παραπονέθηκε: «Μα γιατί με φώναξες τότε;». «Σε είδα όταν ήρθες; Όχι, όμως το ήξερα. Λοιπόν, ξέρω και τα υπόλοιπα…», του είπε και σιώπησε.
«Τώρα να πας στο καλό. Θα ‘ρθουν άλλοι και θα την σκορπίσουν». Έφυγε γεμάτος θαυμασμό και απορία γι’ αυτόν τον φτωχό ιερομόναχο με την απέραντη αγάπη.
![]()
Μία φορά, μετά την κοίμηση του οσίου Γεωργίου, στις 8 Σεπτεμβρίου, που εόρταζε η εκκλησία του χωριού, οι χωριανοί έκαναν φαγητά για τον κόσμο. Η επιτροπή έστειλε τη θεία του, να πάρει από το μοναστήρι κουτάλια και πιρούνια, που χρειάζονταν. Όσο όμως, αν και τραβούσε τα συρτάρια, δεν άνοιγαν. Πήγε πίσω και είπε πως είναι κλειδωμένα και δεν ανοίγουν. Εκείνοι της είπαν πως κανένας ποτέ δεν τα κλείδωσε. Ξαναπήγε και προσπαθούσε να τ’ ανοίξει. Τότε της παρουσιάσθηκε ολοζώντανος ο όσιος δίπλα της και της είπε:
«Κουμπάρα, γιατί παιδεύεσαι; Την καμπάνα του χωριού την χτυπήσατε για την γιορτή; Εδώ την καμπάνα γιατί δεν την χτυπήσατε; Όλες οι ντουλάπες είναι ανοιχτές, αλλά δεν ανοίγουν. Θέλεις να πάρεις κουτάλια, πιρούνια για τα φαγητά, ε; Να δες, άνοιξαν τώρα, αλλά να χτυπήσετε και την καμπάνα την δική μου…».
Από το βιβλίο: (†) Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο Όσιος Γεώργιος της Δράμας. Έκδοσις Ι. Μ. Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχες (Σίψα) Δράμα 2016, σελ. 462.

