Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου9 Οκτωβρίου

Των Αγίων Ιακώβου του Αλφαίου του Αποστόλου, Ανδρονίκου και Αθανασίας, Ποπλίας της Ομολογητρίας κ.α.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιος Ιάκωβος του ΑλφαίουΤω αυτώ μηνί Θ’, μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ιακώβου του Αλφαίου.

Τον Σταυρόν Ιάκωβος αίρων ηδέως,
Ως έστι Σώτερ άξιός σου δεικνύει.

Αμφ’ ενάτην Ιάκωβος ενί σταυρώ τετάνυστο.

Ούτος ήτον ένας από τους Δώδεκα Αποστόλους, καθώς μαρτυρούσιν οι δύω Ευαγγελισταί, ο Ματθαίος και ο Μάρκος. Εστάθη δε αδελφός μεν Ματθαίου του Ευαγγελιστού, υιός δε του Αλφαίου. Ούτος λοιπόν ο του Κυρίου Απόστολος, ευγαίνωντας εις το κήρυγμα του Ευαγγελίου, κατέστρεφε τους βωμούς των ειδώλων, υπό του θείου ζήλου πυρπολούμενος. Τας νόσους ιάτρευε, και τα ακάθαρτα εδίωκε πνεύματα. Δια τούτο και τα πλήθη των εθνικών ωνόμαζον αυτόν, σπέρμα θείον. Διαπεράσας λοιπόν πολύ μέρος της οικουμένης, και τον Χριστόν κηρύξας ο εραστής του Χριστού, του οποίου και το πάθος εζήλωσε και τον θάνατον, τελευταίον εκαρφώθη εις τον σταυρόν. Και έτζι εις τον ποθούμενον Χριστόν παραδίδει το πνεύμα του (1).

(1) Εις τον Απόστολον τούτον εγκώμιον έπλεξε Νικήτας ο Ρήτωρ, ου η αρχή· «Χθες και πρώην ο μακαριώτατος των Αποστόλων Θωμάς εδεξιώσατο ημάς φιλοφρόνως». (Σώζεται εν τη ιερά Μονή του Βατοπαιδίου και τη του Διονυσίου και Ιβήρων, και προ τούτων εν τη Μεγίστη Λαύρα.)

 

*

Άγιοι Ανδρόνικος και ΑθανασίαΤη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ανδρονίκου, και Αθανασίας της συμβίας αυτού.

Σύσκηνον Ανδρόνικος Αθανασίαν,
Κόσμω τ’ εν ασκήσει τε καν πόλω έχει.

Ούτος ο Όσιος Ανδρόνικος ήτον από την μεγάλην Αντιόχειαν, εν έτει ψμ’ [740]. Αργυροπράτης κατά την τέχνην, ευλαβής πολλά, γεμάτος από αγαθά έργα, και πλούσιος από τα σωματικά αγαθά. Ούτος επήρε με γάμον γυναίκα την Αθανασίαν, ήτις και αυτή ήτον σεμνή και θεοφιλής. Συμφωνήσας δε με αυτήν, εις καλόν και θεάρεστον πράγμα, εμοίρασαν εις τρία τον πλούτον τους. Και το μεν ένα μέρος, έδιδαν αφθονοπαρόχως εις τους πτωχούς. Το δε άλλο, το έδιδαν δάνειον χωρίς διάφορον και μισθόν, εις τους χρείαν έχοντας. Το δε τρίτον μέρος, το οικονόμουν εις το εργαστήριον του αργυροπρατείου, δια να ευγάνουν τα προς το ζην αναγκαία. Εγέννησαν δε και δύω παιδία, ένα αρσενικόν, και ένα θηλυκόν. Αφ’ ου δε ταύτα εγεννήθησαν, ένας εις τον άλλον δεν ήγγισαν. Αλλ’ επέρνων την ζωήν τους και οι δύω με σωφροσύνην και με προσευχάς, και εκαταγίνοντο εις το να ελεούν τους πτωχούς, και να επισκέπτωνται τους ασθενείς.

Ύστερον δε από δώδεκα χρόνους της αυτών συνοικήσεως, όταν τα τέκνα των ήτον εις εκείνην την ηλικίαν, κατά την οποίαν έμελλον να χαροποιούν τους γονείς των, τότε λέγω εις μίαν ημέραν απέθανον εν ταυτώ και τα δύω. Ο μεν ουν μακάριος Ανδρόνικος, δεν έδειξε κανένα άνανδρον κίνημα δια τον θάνατον των παιδίων του. Αλλά μάλλον την αοίδιμον εκείνην φωνήν του Ιώβ εξεφώνησεν· «Αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι». Η δε σύμβιος αυτού Αθανασία είχε λύπην απαρηγόρητον. Όθεν και αφ’ ου ενταφιάσθησαν τα παιδία εις το Μαρτύριον, ήτοι εις τον Ναόν του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού, δεν ηθέλησε πλέον να εύγη από εκεί. Αλλά έλεγεν, εδώ θέλω συναποθάνω και εγώ! Εδώ θέλω ενταφιασθώ και εγώ μαζί με τα τέκνα μου!

Και τον μεν Ανδρόνικον, επήρεν ο Πατριάρχης εις το Πατριαρχείον, δια να τον παρηγορήση. Η δε Αθανασία, δεν υπέφερε να εύγη έξω από τον Ναόν του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού. Αλλ’ έμεινεν εκεί θρηνούσα και κλαίουσα γοερώς. Κατά δε το μεσονύκτιον, φαίνεται εις αυτήν, έξυπνον ούσαν, ο Μάρτυς, εις σχήμα Μοναχού, και τη λέγει. Τι έχεις, ω γύναι, και κλαίεις; Διατί δεν αφίνεις τους εδώ ευρισκομένους να ησυχάσουν; Η δε αποκριθείσα, μη βαρυνθής, αυθέντα μου, είπε, κατ’ εμού της δούλης σου. Ότι πολύν πόνον και θλίψιν έχω. Επειδή δύω μόνον τέκνα έχουσα, και τα δύω τα έθαψα σήμερον. Ο δε Μάρτυς απεκρίθη. Μη κλαίε δι’ αυτά. Διότι λέγω σοι, ω γύναι, ότι καθώς η φύσις του ανθρώπου ζητεί το φαγητόν, και αδύνατον είναι να μη δώση τινάς εις τον εαυτόν του να φάγη, τοιουτοτρόπως και τα παιδία ζητούσι χρεωστικώς από τον Θεόν δια να δώση εις αυτά εν τη ημέρα εκείνη τα μέλλοντα αγαθά του. Δικαιοκρίτα, λέγοντα, Κύριε, αντί των επιγείων αγαθών, οπού μας υστέρησες, μη υστερήσης ημάς και τα επουράνια αγαθά σου. Ταύτα η Αθανασία ακούσασα, εκατανύχθη, και μετέβαλε την λύπην της εις χαράν, λέγουσα. Λοιπόν ζώσι τα τέκνα μου εν Ουρανοίς. Και διατί εγώ να κλαίω; Όθεν στραφείσα εζήτει τον Μοναχόν εκείνον, οπού της είπε ταύτα. Τριγυρίσασα δε τον Ναόν όλον και μη ευρούσα αυτόν, ερώτησε τον πορτάρην λέγουσα. Πού είναι ο Μοναχός εκείνος οπού εμβήκε τώρα εδώ; Απεκρίθη ο πορτάρης. Βλέπεις, πως όλαι αι πόρται είναι σφαλισμέναι, και λέγεις πού είναι ο Μοναχός; Εκατάλαβε δε ο πορτάρης, ότι είδεν οπτασίαν. Η δε Αθανασία φοβηθείσα, εγύρισεν εις τον οίκον της, και εδιηγήθη εις τον άνδρα της εκείνα οπού είδεν. Όθεν εζήτησεν από αυτόν, δια να την βάλη εις Μοναστήριον.

Ο δε Ανδρόνικος δεξάμενος τον λόγον μετά χαράς (διότι και αυτός επόθει τούτο), διεμοίρασε το περισσότερον μέρος της περιουσίας του εις τους πτωχούς, και ελευθέρωσε τους δούλους, οπού είχεν εξαγορασμένους. Τα δε λοιπά υπάρχοντά του, τα άφησεν εις τον πενθερόν του, παραγγείλας εις αυτόν να κάμη νοσοκομεία, και ξενοδοχεία Μοναχών. Πέρνωντας λοιπόν ολίγα έξοδα δια τον δρόμον, ευγήκε την νύκτα έξω από την πόλιν της Αντιοχείας αυτός και η γυνή αυτού, οι δύω μόνοι. Βλέπουσα δε η Αθανασία από μακράν το οσπήτι της, εσήκωσε τα ομμάτιά της εις τον ουρανόν και είπε. Κύριε και Θεέ μου, συ οπού είπας εις τον Αβραάμ και την Σάρραν: «Έξελθε εκ της γης σου, και εκ της συγγενείας σου, και δεύρο εις γην, ην αν σοι δείξω». Συ και τώρα οδήγησον ημάς εις τον φόβον σου. Διότι ιδού ημείς αφήσαμεν δια το όνομά σου ανοικτόν το οσπήτι μας και εφύγομεν, λοιπόν μη κλείσης εις ημάς την θύραν της Βασιλείας σου. Κλαύσαντες δε και οι δύω, ανεχώρησαν από την πατρίδα των.

Φθάσαντες δε εις τα Ιεροσόλυμα, επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους. Και εκεί αντάμωσαν πολλούς Πατέρας Οσίους. Φεύγοντες δε από εκεί, επήγαν και οι δύω εις την Αίγυπτον, ήτοι εις το Μισήρι, προς τον εξάκουστον Αββάν Δανιήλ. Και επειδή εφανέρωσαν εις αυτόν τον σκοπόν τους, και τον επαρεκάλεσαν να τους οδηγήση εις οδόν σωτηρίας, δια τούτο ο Όσιος, την μεν Αθανασίαν απέστειλε εις το γυναικείον Μοναστήριον των Ταβεννησιωτών. Τον δε Ανδρόνικον εκράτησε μαζί του, και τον ένδυσε το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών. Όθεν και έμεινεν εις την υποταγήν του δώδεκα ολοκλήρους χρόνους. Αφ’ ου δε οι δώδεκα χρόνοι επέρασαν, παρεκάλεσεν ο Ανδρόνικος τον Αββάν Δανιήλ, να τω δώση άδειαν να υπάγη πάλιν εις τα Ιεροσόλυμα, δια να προσκυνήση και δεύτερον τους Αγίους Τόπους. Ο δε Αββάς Δανιήλ, ποιήσας ευχήν, απέλυσεν αυτόν. Περιπατών δε ο Όσιος Ανδρόνικος εις τον δρόμον του Μισηρίου, εκάθισεν υποκάτω εις ένα δένδρον, δια να αναψύξη ολίγον από το καύμα. Και ιδού κατ’ οικονομίαν Θεού, ήλθεν εκεί και η γυνή του Αθανασία, ήτις επήγαινε και αυτή εις τα Ιεροσόλυμα με σχήμα ανδρίκειον ωσάν Μοναχός, μετονομασθείς Αθανάσιος. Και αφ’ ου εχαιρέτησεν ένας τον άλλον, η μεν Αθανασία, εγνώρισε τον Ανδρόνικον, ο δε Ανδρόνικος, δεν εγνώρισε την Αθανασίαν. Επειδή και εμαράνθη το κάλλος αυτής από την πολλήν άσκησιν, και εφαίνετο ωσάν αράπης.

Τότε λέγει η Αθανασία προς τον Ανδρόνικον. Πού πηγαίνεις, αυθέντα μου Αββά; Ο Ανδρόνικος απεκρίθη. Εις τους Αγίους Τόπους. Λέγει αυτώ εκείνη. Εκεί θέλω να υπάγω και εγώ. Της λέγει πάλιν εκείνος. Θέλεις να περιπατούμεν και οι δύω ομού; Λέγει η Αθανασία, ναι, καθώς ορίζεις. Πλην έτζι να περιπατήσωμεν εις τον δρόμον με σιωπήν ωσάν να μην είμαι εγώ μαζί σου. Τότε και ο Ανδρόνικος λέγει. Καθώς ορίζεις ας υπάγωμεν σιωπώντες. Πάλιν η Αθανασία τον ερωτά. Δεν είσαι μαθητής του Αββά Δανιήλ; Αποκρίνεται ο Ανδρόνικος, ναι. Λέγει αυτώ εκείνη, δεν ονομάζεσαι Ανδρόνικος; Απεκρίθη αυτή, ναι. Η Αθανασία είπεν. Αι ευχαί του γέροντος άμποτε να μας συνοδεύσουν εις τον δρόμον μας. Λέγει ο Ανδρόνικος. Γένοιτο! Αμήν.

Με τοιούτον τρόπον λοιπόν, επήγαν σιωπώντες και οι δύω εις Ιερουσαλήμ. Και αφ’ ου επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους, πάλιν εγύρισαν μαζί σιωπώντες εις την Αλεξάνδρειαν. Τότε η Αθανασία ερώτησε τον Ανδρόνικον. Θέλεις να μείνωμεν μαζί εις ένα κελλίον; Απεκρίθη ο Ανδρόνικος. Ως ορίζεις, ας μένωμεν, πλην θέλω πρώτον να υπάγω εις τον γέροντά μου, και να ζητήσω την άδειαν και την ευχήν του. Εκείνη είπεν. Ύπαγε και σε προσμένω εις τον τόπον, τον καλούμενον Οκτωκαιδέκατον. Και εάν υποφέρης να μένης με εμένα σιωπηλώς, καθώς επεριπατήσαμεν και επήγαμεν εις Ιεροσόλυμα, και από εκεί ήλθομεν πάλιν εδώ, καλώς, ελθέ. Ειδέ δεν υποφέρεις να σιωπάς, μην έλθης. Ο δε Ανδρόνικος πηγαίνωντας εις τον γέροντά του τον Αββάν Δανιήλ, του εφανέρωσε την υπόθεσιν. Ο δε γέρων εγνώρισεν από τους λόγους του Ανδρονίκου, ότι ήτον εις μεγάλην προκοπήν αρετής ο Αθανάσιος. Όθεν τω έδωκε την άδειαν, και είπεν αυτώ. Ύπαγε, αγάπα την σιωπήν, και μείνον με τον αδελφόν. Επειδή αυτός είναι τη αληθεία Μοναχός, καθώς πρέπει να ήναι ο Μοναχός. Τότε επιστρέψας ο Ανδρόνικος, έμεινεν ομού με την Αθανασίαν δώδεκα χρόνους, χωρίς να γνωρίση, ότι αυτή είναι η σύζυγός του.

Πολλαίς φοραίς δε επήγαινεν ο Αββάς Δανιήλ εις επίσκεψιν αυτών. Και συνομιλώντας, εσυμβούλευεν αυτούς περί ωφελείας ψυχής. Μίαν φοράν δε έτυχε και επήγε πάλιν ο Αββάς Δανιήλ και τους αντάμωσε. Και αφ’ ου ελάλησεν ικανώς τα πρέποντα, τους απεχαιρέτισε, και εγύριζεν εις το κελλίον του. Τότε έτρεξεν οπίσω του ο Όσιος Ανδρόνικος, και φθάσας αυτόν του είπεν. Ο Αββάς Αθανάσιος ησθένησε και είναι δια να υπάγη προς Κυριον. Ο δε γέρων εγύρισεν οπίσω, και εύρε τον Αθανάσιον, οπού έπασχεν από θέρμην. Όστις βλέπωντας τον γέροντα, άρχισε να κλαίη. Ο δε γέρωντας του λέγει. Αντί να χαρής, διατί πηγαίνεις να απολαύσης τον Θεόν, εσύ κλαίεις; Ο δε είπε. Δεν κλαίω δια λόγου μου. Αλλά δια τον Αββάν Ανδρόνικον. Όθεν παρακαλώ σε, ποίησον αγάπην. Και αφ’ ου με θάψης, εξέτασον κοντά εις την κεφαλήν μου, και θέλεις εύρης πινακίδιον γεγραμμένον. Και διάβασαι αυτό, και δος το και εις τον Αββάν Ανδρόνικον.

Εποίησαν λοιπόν ευχήν και οι τρεις, και εκοινώνησε τα άχραντα Μυστήρια η μακαρία Αθανασία, και ούτως εκοιμήθη εν Κυρίω. Και τότε εύρεν ο Αββάς Δανιήλ το πινακίδιον και το εδιάβασε. Και εκ τούτου εγνώρισεν, ότι ήτον η γυναίκα του Ανδρονίκου, η αοίδιμος Αθανασία. Επληροφορήθησαν δε τούτο, και όταν εκήδευον αυτήν. Ευρέθη γαρ, ουχί ανήρ, αλλά γυνή. Ηκούσθη δε τούτο εις όλην την Λαύραν. Όθεν έστειλεν ο Αββάς Δανιήλ είδησιν εις τους αδελφούς, και εσύντρεξαν όλοι οι Πατέρες οι κατοικούντες εις την εσωτέραν έρημον, και όλαι αι Λαύραι και τα Μοναστήρια της Αλεξανδρείας. Και όλη η πόλις, και όλη η Σκήτη, εσυνάχθησαν εις τον ενταφιασμόν της. Οι δε σκητιώται εφορούσαν όλοι άσπρα φορέματα. Ότι τέτοιαν συνήθειαν είχον εις την Σκήτην να ασπροφορούν, όταν ενταφίαζον τους αδελφούς, ως νικητάς των τριών εχθρών, σαρκός και κόσμου και κοσμοκράτορος, ήτοι του Διαβόλου. Ευγάνοντες λοιπόν μετά βαΐων (2) και κλάδων το τίμιον λείψανον της μακαρίας Αθανασίας, το ενταφίασαν μετά πολλής ευλαβείας, δοξάζοντες τον Θεόν, οπού έδωκεν εις την Αγίαν τόσην πολλήν υπομονήν. Έμεινε δε εκεί ο Αββάς Δανιήλ, δια να κάμη τα έβδομα μνημόσυνα της Οσίας. Και μετά ταύτα ηθέλησε να πάρη μαζί του τον Αββάν Ανδρόνικον. Ο δε Ανδρόνικος δεν ηθέλησε, λέγωντας. Εδώ θέλω αποθάνω και εγώ μαζί με την κυρίαν μου Αθανασίαν. Και ούτως αποχαιρετίσας αυτόν ο γέρων, ανεχώρησε. Κατόπιν δε φθάνει ένας αδελφός τον γέροντα, και λέγει αυτώ. Ο Αββάς Ανδρόνικος ασθενεί από θέρμην. Και ευθύς στέλλει ο Αββάς Δανιήλ εις τους αδελφούς της Σκήτεως μήνυμα, λέγων. Ο Αββάς Ανδρόνικος ακολουθεί εις τον Αββάν Αθανάσιον, και λοιπόν συνάχθητε. Όθεν εσύντρεξαν, και εκατάφθασαν αυτόν ζωντανόν. Και αφ’ ου εζήτησαν όλοι οι Πατέρες, και έλαβον την ευλογίαν του, τότε ο αοίδιμος απεκοιμήθη εν Κυρίω. Έγινε δε φιλονεικία και αντίστασις περί του λειψάνου του Ανδρονίκου, ποίοι να το πάρουν, οι εν τω τόπω του Οκτωκαιδεκάτου κατοικούντες, ή οι σκητιώται. Μόλις δε και μετά βίας κατέπαυσεν ο Αββάς Δανιήλ την φιλονεικίαν αυτών, ειπών, ότι πρέπει να ενταφιασθή εκεί εις το Οκτωκαιδέκατον μαζί με τον συναγωνιστήν του, την Οσίαν Αθανασίαν λέγω. Και ούτως ενταφίασαν αυτό εκεί, δοξάζοντες τον επί πάντων Θεόν. Αμήν. (Το ίδιον τούτο Συναξάριον είναι μεταφρασμένον και εις το Νέον Εκλόγιον.)

(2) Βαΐον είναι αιγυπτιακή φωνή, ως λέγουσί τινες, και σημαίνει κλάδον φοίνικος. Καθώς λέγει ο Επιφάνιος εν τω περί των Αγίων Τόπων. Τούτο δε βεβαιοί και ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέγων, ότι οι όχλοι έλαβον τα βαΐα των φοινίκων, και εξήλθον εις απάντησιν αυτού (ιβ’, 13).

*

Η Οσία Ποπλία η Ομολογήτρια εν ειρήνη τελειούται.

Ρυσθείσα κόσμου της πλάνης η Ποπλία,
Πόλου πρόσεισι φωλεοίς ως στρουθίον.

Αύτη ήτον κατά τους χρόνους Ιουλιανού του παραβάτου, εν έτει τξα’ [361]. Υπανδρευθείσα δε πρότερον, και μείνασα εις τον γάμον ολίγον καιρόν, εγέννησεν υιόν και επρόσφερεν αυτόν εις τον Θεόν, ως καρπόν άξιον. Τον μακάριον λέγω Ιωάννην. Ο οποίος πολλαίς φοραίς μεν εψηφίσθη να γένη Επίσκοπος της Αντιοχείας, φεύγωντας δε πάντοτε την επισκοπικήν αξίαν, δια την άκραν του ταπείνωσιν, έμεινεν εις τον κατώτερον βαθμόν της ιερωσύνης. Εστάθη γαρ μόνον Πρεσβύτερος και των Πρεσβυτέρων πρώτος (3). Η δε Αγία αύτη μήτηρ του Ποπλία, ήτον Ηγουμένη επάνω εις άλλας Μοναχάς και Παρθένους.

Επειδή δε ο Ιουλιανός επήγε τω τότε καιρώ εις την Αντιόχειαν, και έδειχνεν εις τα είδωλα πολλήν δεισιδαιμονίαν, προσκαλώντας όλους δια να προσφέρουν σέβας και λατρείαν εις τους δαίμονας. Τούτου χάριν η τιμία αύτη γερόντισσα Ποπλία, εις καιρόν οπού επέρνα εκείνος κάτω από τον δρόμον, άρχισε να ψάλλη δυνατώτερα μαζί με τας άλλας Παρθένους το δαβιτικόν εκείνο. «Τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων». Ταύτα δε ακούσας ο Ιουλιανός, επρόσταξε να τραβίξουν αυτήν εις το μέσον, και να την κτυπούν εις το πρόσωπον δυνατά. Ώστε, οπού η γη εκοκκίνισεν από το αίμα της. Κατά το παρόν δε, δεν εθανάτωσεν αυτήν, διατί είχε να υπάγη εις την Περσίαν. Αλλά εφύλαξε να την θανατώση, όταν γυρίση από εκεί. Επειδή όμως εκείνος εσφάγη και δεν εγύρισε, δια τούτο η Αγία αύτη έμεινεν ελευθέρα. Από τότε δε ζήσασα ολίγον καιρόν, εν ειρήνη ετελείωσε την ζωήν της η μακαρία (4).

(3) Ίσως ούτος είναι Ιωάννης ο από Σχολαστικών, ο Αντιοχείας Πρεσβύτερος. Όστις εορτάζεται κατά την εικοστήν πρώτην του Φευρουαρίου.

(4) Περί ταύτης της Ποπλίας γράφει ο Κύρου Θεοδώρητος, βιβλ. γ’, κεφ. ιζ’ [= ιδ’], της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, αφ’ ου ερανίσθη και το Συναξάριον τούτο Μαυρίκιος ο της Μεγάλης Εκκλησίας Διάκονος, ο συνάξας τον Συναξαριστήν. Λέγει δε εκεί ο Θεοδώρητος, ότι η Ποπλία μετά των άλλων παρθένων ύστερα από το ανωτέρω ρητόν, έψαλλε και το ακόλουθον· «Όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά, και πάντες οι πεποιθότες επ’ αυτοίς». Ο δε Ιουλιανός ταύτα ακούσας, και λίαν ανιασθείς, σιγάν αυταίς προσέταξε κατά τον της παρόδου καιρόν. Η δε Πουπλία μικρά των εκείνου νόμων φροντίσασα, πλείονος τον χορόν προθυμίας ενέπλησε. Και πάλιν εκείνου διϊόντος, ψάλλειν εκέλευσεν· «Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Και μεθ’ έτερα λέγει· «Η δε Πουπλία ως άκραν τιμήν δεξαμένη την ατιμίαν, ανελήλυθε μεν εις το δωμάτιον, συνήθως δε αυτόν ταις πνευματικαίς έβαλλε μελωδίαις».

*

Ο Όσιος Πατήρ ημών Πέτρος ο από στρατιωτών, εν ειρήνη τελειούται.

Εις ύψος αρθείς αρετών θείος Πέτρος,
Τον χουν απεκδύς ύψος ουρανού φθάνει.

Ούτος ο μακάριος Πέτρος ήτον εις τους χρόνους της βασιλείας Θεοφίλου, εν έτει ωκθ’ [829], καταγόμενος μεν από την επαρχίαν των Γαλατών, υιός δε ων Θεοφίλου και Ευδοκίας, Λέων ονομαζόμενος. Επειδή δε ήτον εκ της φύσεως στολισμένος με κάλλος, με μέγεθος, και με δύναμιν σώματος, δια τούτο έγινε κόμης από τον ρηθέντα βασιλέα. Ποιήσας δε ανδραγαθίας εν τοις πολέμοις, εις πολλών χρόνων διάστημα, ύστερον κατεφρόνησεν όλα και έγινε Μοναχός, κουρεύσας τας τρίχας της κεφαλής του εις ένα Μοναστήριον, Δαφνώνα ονομαζόμενον, και μετονομασθείς Πέτρος αντί Λέοντος. Μετά ταύτα επήγεν εις το βουνόν του Ολύμπου. Και από εκεί επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα. Εκείθεν δε απήλθεν εις την Λαοδίκειαν και την Αττάλειαν. Και αφ’ ου υπέφερεν ανδρείως τους κόπους της οδοιπορίας και της ασκήσεως, και τον άγριον θυμόν των Ισμαηλιτών, τους οποίους απαντούσεν εις την στράταν, τελευταίον πάλιν εγύρισεν εις το βουνόν του Ολύμπου. Επειδή δε το ύψος της πολιτείας και αρετής του, έγινε φανερόν εις τους βασιλείς, δια τούτο ο βασιλεύς Βασίλειος ο Μακεδών, εν έτει ωξζ’ [867], έπεισεν αυτόν να έλθη να κατοικήση εις το Μοναστήριον του Αγίου Φωκά. Εκεί λοιπόν πολλούς αγώνας κατά Θεόν ποιήσας, εν ειρήνη την ψυχήν του παρέδωκεν εις τον Κύριον.

*

Μνήμη των Δικαίων Αβραάμ, και Λωτ του ανεψιού αυτού.

Εις τον Αβραάμ.

Τις οίκος εστιν; Αβραάμ τεθνηκότος,
Ου κόλπος άλλοις, οίκος ως τω Λαζάρω.

Εις τον Λωτ.

Υπήρξε τω Λωτ ουρανός Σηγώρ νέα,
Εις ον φθάσας πέφευγεν ως πυρ τον βίον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιος Ιάκωβος του ΑλφαίουΤῷ αὐτῷ μηνὶ Θ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀλφαίου.

Τὸν Σταυρὸν Ἰάκωβος αἴρων ἡδέως,
Ὡς ἔστι Σῶτερ ἄξιός σου δεικνύει.

Ἀμφ’ ἐνάτην Ἰάκωβος ἐνὶ σταυρῷ τετάνυστο.

Οὗτος ἦτον ἕνας ἀπὸ τοὺς Δώδεκα Ἀποστόλους, καθὼς μαρτυροῦσιν οἱ δύω Εὐαγγελισταί, ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Μάρκος. Ἐστάθη δὲ ἀδελφὸς μὲν Ματθαίου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, υἱὸς δὲ τοῦ Ἀλφαίου. Οὗτος λοιπὸν ὁ τοῦ Κυρίου Ἀπόστολος, εὐγαίνωντας εἰς τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, κατέστρεφε τοὺς βωμοὺς τῶν εἰδώλων, ὑπὸ τοῦ θείου ζήλου πυρπολούμενος. Τὰς νόσους ἰάτρευε, καὶ τὰ ἀκάθαρτα ἐδίωκε πνεύματα. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ πλήθη τῶν ἐθνικῶν ὠνόμαζον αὐτόν, σπέρμα θεῖον. Διαπεράσας λοιπὸν πολὺ μέρος τῆς οἰκουμένης, καὶ τὸν Χριστὸν κηρύξας ὁ ἐραστὴς τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ πάθος ἐζήλωσε καὶ τὸν θάνατον, τελευταῖον ἐκαρφώθη εἰς τὸν σταυρόν. Καὶ ἔτζι εἰς τὸν ποθούμενον Χριστὸν παραδίδει τὸ πνεῦμά του (1).

(1) Εἰς τὸν Ἀπόστολον τοῦτον ἐγκώμιον ἔπλεξε Νικήτας ὁ Ῥήτωρ, οὗ ἡ ἀρχή· «Χθὲς καὶ πρῴην ὁ μακαριώτατος τῶν Ἀποστόλων Θωμᾶς ἐδεξιώσατο ἡμᾶς φιλοφρόνως». (Σῴζεται ἐν τῇ ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Βατοπαιδίου καὶ τῇ τοῦ Διονυσίου καὶ Ἰβήρων, καὶ πρὸ τούτων ἐν τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ.)

 

*

Άγιοι Ανδρόνικος και ΑθανασίαΤῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἀνδρονίκου, καὶ Ἀθανασίας τῆς συμβίας αὐτοῦ.

Σύσκηνον Ἀνδρόνικος Ἀθανασίαν,
Κόσμῳ τ’ ἐν ἀσκήσει τε κᾂν πόλῳ ἔχει.

Οὗτος ὁ Ὅσιος Ἀνδρόνικος ἦτον ἀπὸ τὴν μεγάλην Ἀντιόχειαν, ἐν ἔτει ψμ΄ [740]. Ἀργυροπράτης κατὰ τὴν τέχνην, εὐλαβὴς πολλά, γεμάτος ἀπὸ ἀγαθὰ ἔργα, καὶ πλούσιος ἀπὸ τὰ σωματικὰ ἀγαθά. Οὗτος ἐπῆρε μὲ γάμον γυναῖκα τὴν Ἀθανασίαν, ἥτις καὶ αὐτὴ ἦτον σεμνὴ καὶ θεοφιλής. Συμφωνήσας δὲ μὲ αὐτήν, εἰς καλὸν καὶ θεάρεστον πρᾶγμα, ἐμοίρασαν εἰς τρία τὸν πλοῦτόν τους. Καὶ τὸ μὲν ἕνα μέρος, ἔδιδαν ἀφθονοπαρόχως εἰς τοὺς πτωχούς. Τὸ δὲ ἄλλο, τὸ ἔδιδαν δάνειον χωρὶς διάφορον καὶ μισθόν, εἰς τοὺς χρείαν ἔχοντας. Τὸ δὲ τρίτον μέρος, τὸ οἰκονόμουν εἰς τὸ ἐργαστήριον τοῦ ἀργυροπρατείου, διὰ νὰ εὐγάνουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα. Ἐγέννησαν δὲ καὶ δύω παιδία, ἕνα ἀρσενικόν, καὶ ἕνα θηλυκόν. Ἀφ’ οὗ δὲ ταῦτα ἐγεννήθησαν, ἕνας εἰς τὸν ἄλλον δὲν ἤγγισαν. Ἀλλ’ ἐπέρνων τὴν ζωήν τους καὶ οἱ δύω μὲ σωφροσύνην καὶ μὲ προσευχάς, καὶ ἐκαταγίνοντο εἰς τὸ νὰ ἐλεοῦν τοὺς πτωχούς, καὶ νὰ ἐπισκέπτωνται τοὺς ἀσθενεῖς.

Ὕστερον δὲ ἀπὸ δώδεκα χρόνους τῆς αὐτῶν συνοικήσεως, ὅταν τὰ τέκνα των ἦτον εἰς ἐκείνην τὴν ἡλικίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ χαροποιοῦν τοὺς γονεῖς των, τότε λέγω εἰς μίαν ἡμέραν ἀπέθανον ἐν ταυτῷ καὶ τὰ δύω. Ὁ μὲν οὖν μακάριος Ἀνδρόνικος, δὲν ἔδειξε κᾀνένα ἄνανδρον κίνημα διὰ τὸν θάνατον τῶν παιδίων του. Ἀλλὰ μᾶλλον τὴν ἀοίδιμον ἐκείνην φωνὴν τοῦ Ἰὼβ ἐξεφώνησεν· «Αὐτὸς γυμνὸς ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνὸς καὶ ἀπελεύσομαι». Ἡ δὲ σύμβιος αὐτοῦ Ἀθανασία εἶχε λύπην ἀπαρηγόρητον. Ὅθεν καὶ ἀφ’ οὗ ἐνταφιάσθησαν τὰ παιδία εἰς τὸ Μαρτύριον, ἤτοι εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουλιανοῦ, δὲν ἠθέλησε πλέον νὰ εὔγῃ ἀπὸ ἐκεῖ. Ἀλλὰ ἔλεγεν, ἐδῶ θέλω συναποθάνω καὶ ἐγώ! Ἐδῶ θέλω ἐνταφιασθῶ καὶ ἐγὼ μαζὶ μὲ τὰ τέκνα μου!

Καὶ τὸν μὲν Ἀνδρόνικον, ἐπῆρεν ὁ Πατριάρχης εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, διὰ νὰ τὸν παρηγορήσῃ. Ἡ δὲ Ἀθανασία, δὲν ὑπέφερε νὰ εὔγῃ ἔξω ἀπὸ τὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουλιανοῦ. Ἀλλ’ ἔμεινεν ἐκεῖ θρηνοῦσα καὶ κλαίουσα γοερῶς. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον, φαίνεται εἰς αὐτήν, ἔξυπνον οὖσαν, ὁ Μάρτυς, εἰς σχῆμα Μοναχοῦ, καὶ τῇ λέγει. Τί ἔχεις, ὦ γύναι, καὶ κλαίεις; Διατί δὲν ἀφίνεις τοὺς ἐδῶ εὑρισκομένους νὰ ἡσυχάσουν; Ἡ δὲ ἀποκριθεῖσα, μὴ βαρυνθῇς, αὐθέντα μου, εἶπε, κατ’ ἐμοῦ τῆς δούλης σου. Ὅτι πολὺν πόνον καὶ θλίψιν ἔχω. Ἐπειδὴ δύω μόνον τέκνα ἔχουσα, καὶ τὰ δύω τὰ ἔθαψα σήμερον. Ὁ δὲ Μάρτυς ἀπεκρίθη. Μὴ κλαῖε δι’ αὐτά. Διότι λέγω σοι, ὦ γύναι, ὅτι καθὼς ἡ φύσις τοῦ ἀνθρώπου ζητεῖ τὸ φαγητόν, καὶ ἀδύνατον εἶναι νὰ μὴ δώσῃ τινὰς εἰς τὸν ἑαυτόν του νὰ φάγῃ, τοιουτοτρόπως καὶ τὰ παιδία ζητοῦσι χρεωστικῶς ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὰ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τὰ μέλλοντα ἀγαθά του. Δικαιοκρίτα, λέγοντα, Κύριε, ἀντὶ τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν, ὁποῦ μᾶς ὑστέρησες, μὴ ὑστερήσῃς ἡμᾶς καὶ τὰ ἐπουράνια ἀγαθά σου. Ταῦτα ἡ Ἀθανασία ἀκούσασα, ἐκατανύχθη, καὶ μετέβαλε τὴν λύπην της εἰς χαράν, λέγουσα. Λοιπὸν ζῶσι τὰ τέκνα μου ἐν Οὐρανοῖς. Καὶ διατί ἐγὼ νὰ κλαίω; Ὅθεν στραφεῖσα ἐζήτει τὸν Μοναχὸν ἐκεῖνον, ὁποῦ τῆς εἶπε ταῦτα. Τριγυρίσασα δὲ τὸν Ναὸν ὅλον καὶ μὴ εὑροῦσα αὐτόν, ἐρώτησε τὸν πορτάρην λέγουσα. Ποῦ εἶναι ὁ Μοναχὸς ἐκεῖνος ὁποῦ ἐμβῆκε τώρα ἐδῶ; Ἀπεκρίθη ὁ πορτάρης. Βλέπεις, πῶς ὅλαι αἱ πόρται εἶναι σφαλισμέναι, καὶ λέγεις ποῦ εἶναι ὁ Μοναχός; Ἐκατάλαβε δὲ ὁ πορτάρης, ὅτι εἶδεν ὀπτασίαν. Ἡ δὲ Ἀθανασία φοβηθεῖσα, ἐγύρισεν εἰς τὸν οἶκόν της, καὶ ἐδιηγήθη εἰς τὸν ἄνδρα της ἐκεῖνα ὁποῦ εἶδεν. Ὅθεν ἐζήτησεν ἀπὸ αὐτόν, διὰ νὰ τὴν βάλῃ εἰς Μοναστήριον.

Ὁ δὲ Ἀνδρόνικος δεξάμενος τὸν λόγον μετὰ χαρᾶς (διότι καὶ αὐτὸς ἐπόθει τοῦτο), διεμοίρασε τὸ περισσότερον μέρος τῆς περιουσίας του εἰς τοὺς πτωχούς, καὶ ἐλευθέρωσε τοὺς δούλους, ὁποῦ εἶχεν ἐξαγορασμένους. Τὰ δὲ λοιπὰ ὑπάρχοντά του, τὰ ἄφησεν εἰς τὸν πενθερόν του, παραγγείλας εἰς αὐτὸν νὰ κάμῃ νοσοκομεῖα, καὶ ξενοδοχεῖα Μοναχῶν. Πέρνωντας λοιπὸν ὀλίγα ἔξοδα διὰ τὸν δρόμον, εὐγῆκε τὴν νύκτα ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Ἀντιοχείας αὐτὸς καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, οἱ δύω μόνοι. Βλέπουσα δὲ ἡ Ἀθανασία ἀπὸ μακρὰν τὸ ὁσπῆτί της, ἐσήκωσε τὰ ὀμμάτιά της εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε. Κύριε καὶ Θεέ μου, σὺ ὁποῦ εἶπας εἰς τὸν Ἁβραὰμ καὶ τὴν Σάρραν: «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου, καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν, ἣν ἄν σοι δείξω». Σὺ καὶ τώρα ὁδήγησον ἡμᾶς εἰς τὸν φόβον σου. Διότι ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήσαμεν διὰ τὸ ὄνομά σου ἀνοικτὸν τὸ ὁσπῆτί μας καὶ ἐφύγομεν, λοιπὸν μὴ κλείσῃς εἰς ἡμᾶς τὴν θύραν τῆς Βασιλείας σου. Κλαύσαντες δὲ καὶ οἱ δύω, ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν πατρίδα των.

Φθάσαντες δὲ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπροσκύνησαν τοὺς Ἁγίους Τόπους. Καὶ ἐκεῖ ἀντάμωσαν πολλοὺς Πατέρας Ὁσίους. Φεύγοντες δὲ ἀπὸ ἐκεῖ, ἐπῆγαν καὶ οἱ δύω εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἤτοι εἰς τὸ Μισῆρι, πρὸς τὸν ἐξάκουστον Ἀββᾶν Δανιήλ. Καὶ ἐπειδὴ ἐφανέρωσαν εἰς αὐτὸν τὸν σκοπόν τους, καὶ τὸν ἐπαρεκάλεσαν νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς ὁδὸν σωτηρίας, διὰ τοῦτο ὁ Ὅσιος, τὴν μὲν Ἀθανασίαν ἀπέστειλε εἰς τὸ γυναικεῖον Μοναστήριον τῶν Ταβεννησιωτῶν. Τὸν δὲ Ἀνδρόνικον ἐκράτησε μαζί του, καὶ τὸν ἔνδυσε τὸ ἀγγελικὸν σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Ὅθεν καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν ὑποταγήν του δώδεκα ὁλοκλήρους χρόνους. Ἀφ’ οὗ δὲ οἱ δώδεκα χρόνοι ἐπέρασαν, παρεκάλεσεν ὁ Ἀνδρόνικος τὸν Ἀββᾶν Δανιήλ, νὰ τῷ δώσῃ ἄδειαν νὰ ὑπάγῃ πάλιν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ προσκυνήσῃ καὶ δεύτερον τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ὁ δὲ Ἀββᾶς Δανιήλ, ποιήσας εὐχήν, ἀπέλυσεν αὐτόν. Περιπατῶν δὲ ὁ Ὅσιος Ἀνδρόνικος εἰς τὸν δρόμον τοῦ Μισηρίου, ἐκάθισεν ὑποκάτω εἰς ἕνα δένδρον, διὰ νὰ ἀναψύξῃ ὀλίγον ἀπὸ τὸ καῦμα. Καὶ ἰδοὺ κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ, ἦλθεν ἐκεῖ καὶ ἡ γυνή του Ἀθανασία, ἥτις ἐπήγαινε καὶ αὐτὴ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ σχῆμα ἀνδρίκειον ὡσὰν Μοναχός, μετονομασθεὶς Ἀθανάσιος. Καὶ ἀφ’ οὗ ἐχαιρέτησεν ἕνας τὸν ἄλλον, ἡ μὲν Ἀθανασία, ἐγνώρισε τὸν Ἀνδρόνικον, ὁ δὲ Ἀνδρόνικος, δὲν ἐγνώρισε τὴν Ἀθανασίαν. Ἐπειδὴ καὶ ἐμαράνθη τὸ κάλλος αὐτῆς ἀπὸ τὴν πολλὴν ἄσκησιν, καὶ ἐφαίνετο ὡσὰν ἀράπης.

Τότε λέγει ἡ Ἀθανασία πρὸς τὸν Ἀνδρόνικον. Ποῦ πηγαίνεις, αὐθέντα μου Ἀββᾶ; Ὁ Ἀνδρόνικος ἀπεκρίθη. Εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους. Λέγει αὐτῷ ἐκείνη. Ἐκεῖ θέλω νὰ ὑπάγω καὶ ἐγώ. Τῆς λέγει πάλιν ἐκεῖνος. Θέλεις νὰ περιπατοῦμεν καὶ οἱ δύω ὁμοῦ; Λέγει ἡ Ἀθανασία, ναί, καθὼς ὁρίζεις. Πλὴν ἔτζι νὰ περιπατήσωμεν εἰς τὸν δρόμον μὲ σιωπὴν ὡσὰν νὰ μὴν εἶμαι ἐγὼ μαζί σου. Τότε καὶ ὁ Ἀνδρόνικος λέγει. Καθὼς ὁρίζεις ἂς ὑπάγωμεν σιωπῶντες. Πάλιν ἡ Ἀθανασία τὸν ἐρωτᾷ. Δὲν εἶσαι μαθητὴς τοῦ Ἀββᾶ Δανιήλ; Ἀποκρίνεται ὁ Ἀνδρόνικος, ναί. Λέγει αὐτῷ ἐκείνη, δὲν ὀνομάζεσαι Ἀνδρόνικος; Ἀπεκρίθη αὐτῇ, ναί. Ἡ Ἀθανασία εἶπεν. Αἱ εὐχαὶ τοῦ γέροντος ἄμποτε νὰ μᾶς συνοδεύσουν εἰς τὸν δρόμον μας. Λέγει ὁ Ἀνδρόνικος. Γένοιτο! Ἀμήν.

Μὲ τοιοῦτον τρόπον λοιπόν, ἐπῆγαν σιωπῶντες καὶ οἱ δύω εἰς Ἱερουσαλήμ. Καὶ ἀφ’ οὗ ἐπροσκύνησαν τοὺς Ἁγίους Τόπους, πάλιν ἐγύρισαν μαζὶ σιωπῶντες εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν. Τότε ἡ Ἀθανασία ἐρώτησε τὸν Ἀνδρόνικον. Θέλεις νὰ μείνωμεν μαζὶ εἰς ἕνα κελλίον; Ἀπεκρίθη ὁ Ἀνδρόνικος. Ὡς ὁρίζεις, ἂς μένωμεν, πλὴν θέλω πρῶτον νὰ ὑπάγω εἰς τὸν γέροντά μου, καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν καὶ τὴν εὐχήν του. Ἐκείνη εἶπεν. Ὕπαγε καὶ σὲ προσμένω εἰς τὸν τόπον, τὸν καλούμενον Ὀκτωκαιδέκατον. Καὶ ἐὰν ὑποφέρῃς νὰ μένῃς μὲ ἐμένα σιωπηλῶς, καθὼς ἐπεριπατήσαμεν καὶ ἐπήγαμεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἤλθομεν πάλιν ἐδῶ, καλῶς, ἐλθέ. Εἰδὲ δὲν ὑποφέρεις νὰ σιωπᾷς, μὴν ἔλθῃς. Ὁ δὲ Ἀνδρόνικος πηγαίνωντας εἰς τὸν γέροντά του τὸν Ἀββᾶν Δανιήλ, τοῦ ἐφανέρωσε τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ δὲ γέρων ἐγνώρισεν ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Ἀνδρονίκου, ὅτι ἦτον εἰς μεγάλην προκοπὴν ἀρετῆς ὁ Ἀθανάσιος. Ὅθεν τῷ ἔδωκε τὴν ἄδειαν, καὶ εἶπεν αὐτῷ. Ὕπαγε, ἀγάπα τὴν σιωπήν, καὶ μεῖνον μὲ τὸν ἀδελφόν. Ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι τῇ ἀληθείᾳ Μοναχός, καθὼς πρέπει νὰ ᾖναι ὁ Μοναχός. Τότε ἐπιστρέψας ὁ Ἀνδρόνικος, ἔμεινεν ὁμοῦ μὲ τὴν Ἀθανασίαν δώδεκα χρόνους, χωρὶς νὰ γνωρίσῃ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ σύζυγός του.

Πολλαῖς φοραῖς δὲ ἐπήγαινεν ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ εἰς ἐπίσκεψιν αὐτῶν. Καὶ συνομιλῶντας, ἐσυμβούλευεν αὐτοὺς περὶ ὠφελείας ψυχῆς. Μίαν φορὰν δὲ ἔτυχε καὶ ἐπῆγε πάλιν ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ καὶ τοὺς ἀντάμωσε. Καὶ ἀφ’ οὗ ἐλάλησεν ἱκανῶς τὰ πρέποντα, τοὺς ἀπεχαιρέτισε, καὶ ἐγύριζεν εἰς τὸ κελλίον του. Τότε ἔτρεξεν ὀπίσω του ὁ Ὅσιος Ἀνδρόνικος, καὶ φθάσας αὐτὸν τοῦ εἶπεν. Ὁ Ἀββᾶς Ἀθανάσιος ἠσθένησε καὶ εἶναι διὰ νὰ ὑπάγῃ πρὸς Κυριον. Ὁ δὲ γέρων ἐγύρισεν ὀπίσω, καὶ εὗρε τὸν Ἀθανάσιον, ὁποῦ ἔπασχεν ἀπὸ θέρμην. Ὅστις βλέπωντας τὸν γέροντα, ἄρχισε νὰ κλαίῃ. Ὁ δὲ γέρωντας τοῦ λέγει. Ἀντὶ νὰ χαρῇς, διατὶ πηγαίνεις νὰ ἀπολαύσῃς τὸν Θεόν, ἐσὺ κλαίεις; Ὁ δὲ εἶπε. Δὲν κλαίω διὰ λόγου μου. Ἀλλὰ διὰ τὸν Ἀββᾶν Ἀνδρόνικον. Ὅθεν παρακαλῶ σε, ποίησον ἀγάπην. Καὶ ἀφ’ οὗ μὲ θάψῃς, ἐξέτασον κοντὰ εἰς τὴν κεφαλήν μου, καὶ θέλεις εὕρῃς πινακίδιον γεγραμμένον. Καὶ διάβασαι αὐτό, καὶ δός το καὶ εἰς τὸν Ἀββᾶν Ἀνδρόνικον.

Ἐποίησαν λοιπὸν εὐχὴν καὶ οἱ τρεῖς, καὶ ἐκοινώνησε τὰ ἄχραντα Μυστήρια ἡ μακαρία Ἀθανασία, καὶ οὕτως ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Καὶ τότε εὗρεν ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ τὸ πινακίδιον καὶ τὸ ἐδιάβασε. Καὶ ἐκ τούτου ἐγνώρισεν, ὅτι ἦτον ἡ γυναῖκα τοῦ Ἀνδρονίκου, ἡ ἀοίδιμος Ἀθανασία. Ἐπληροφορήθησαν δὲ τοῦτο, καὶ ὅταν ἐκήδευον αὐτήν. Εὑρέθη γάρ, οὐχὶ ἀνήρ, ἀλλὰ γυνή. Ἠκούσθη δὲ τοῦτο εἰς ὅλην τὴν Λαύραν. Ὅθεν ἔστειλεν ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ εἴδησιν εἰς τοὺς ἀδελφούς, καὶ ἐσύντρεξαν ὅλοι οἱ Πατέρες οἱ κατοικοῦντες εἰς τὴν ἐσωτέραν ἔρημον, καὶ ὅλαι αἱ Λαῦραι καὶ τὰ Μοναστήρια τῆς Ἀλεξανδρείας. Καὶ ὅλη ἡ πόλις, καὶ ὅλη ἡ Σκήτη, ἐσυνάχθησαν εἰς τὸν ἐνταφιασμόν της. Οἱ δὲ σκητιῶται ἐφοροῦσαν ὅλοι ἄσπρα φορέματα. Ὅτι τέτοιαν συνήθειαν εἶχον εἰς τὴν Σκήτην νὰ ἀσπροφοροῦν, ὅταν ἐνταφίαζον τοὺς ἀδελφούς, ὡς νικητὰς τῶν τριῶν ἐχθρῶν, σαρκὸς καὶ κόσμου καὶ κοσμοκράτορος, ἤτοι τοῦ Διαβόλου. Εὐγάνοντες λοιπὸν μετὰ βαΐων (2) καὶ κλάδων τὸ τίμιον λείψανον τῆς μακαρίας Ἀθανασίας, τὸ ἐνταφίασαν μετὰ πολλῆς εὐλαβείας, δοξάζοντες τὸν Θεόν, ὁποῦ ἔδωκεν εἰς τὴν Ἁγίαν τόσην πολλὴν ὑπομονήν. Ἔμεινε δὲ ἐκεῖ ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ, διὰ νὰ κάμῃ τὰ ἕβδομα μνημόσυνα τῆς Ὁσίας. Καὶ μετὰ ταῦτα ἠθέλησε νὰ πάρῃ μαζί του τὸν Ἀββᾶν Ἀνδρόνικον. Ὁ δὲ Ἀνδρόνικος δὲν ἠθέλησε, λέγωντας. Ἐδῶ θέλω ἀποθάνω καὶ ἐγὼ μαζὶ μὲ τὴν κυρίαν μου Ἀθανασίαν. Καὶ οὕτως ἀποχαιρετίσας αὐτὸν ὁ γέρων, ἀνεχώρησε. Κατόπιν δὲ φθάνει ἕνας ἀδελφὸς τὸν γέροντα, καὶ λέγει αὐτῷ. Ὁ Ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀσθενεῖ ἀπὸ θέρμην. Καὶ εὐθὺς στέλλει ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Σκήτεως μήνυμα, λέγων. Ὁ Ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀκολουθεῖ εἰς τὸν Ἀββᾶν Ἀθανάσιον, καὶ λοιπὸν συνάχθητε. Ὅθεν ἐσύντρεξαν, καὶ ἐκατάφθασαν αὐτὸν ζωντανόν. Καὶ ἀφ’ οὗ ἐζήτησαν ὅλοι οἱ Πατέρες, καὶ ἔλαβον τὴν εὐλογίαν του, τότε ὁ ἀοίδιμος ἀπεκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Ἔγινε δὲ φιλονεικία καὶ ἀντίστασις περὶ τοῦ λειψάνου τοῦ Ἀνδρονίκου, ποῖοι νὰ τὸ πάρουν, οἱ ἐν τῷ τόπῳ τοῦ Ὀκτωκαιδεκάτου κατοικοῦντες, ἢ οἱ σκητιῶται. Μόλις δὲ καὶ μετὰ βίας κατέπαυσεν ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ τὴν φιλονεικίαν αὐτῶν, εἰπών, ὅτι πρέπει νὰ ἐνταφιασθῇ ἐκεῖ εἰς τὸ Ὀκτωκαιδέκατον μαζὶ μὲ τὸν συναγωνιστήν του, τὴν Ὁσίαν Ἀθανασίαν λέγω. Καὶ οὕτως ἐνταφίασαν αὐτὸ ἐκεῖ, δοξάζοντες τὸν ἐπὶ πάντων Θεόν. Ἀμήν. (Τὸ ἴδιον τοῦτο Συναξάριον εἶναι μεταφρασμένον καὶ εἰς τὸ Νέον Ἐκλόγιον.)

(2) Βαΐον εἶναι αἰγυπτιακὴ φωνή, ὡς λέγουσί τινες, καὶ σημαίνει κλάδον φοίνικος. Καθὼς λέγει ὁ Ἐπιφάνιος ἐν τῷ περὶ τῶν Ἁγίων Τόπων. Τοῦτο δὲ βεβαιοῖ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης λέγων, ὅτι οἱ ὄχλοι ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων, καὶ ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ (ιβ΄, 13).

*

Ἡ Ὁσία Ποπλία ἡ Ὁμολογήτρια ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ῥυσθεῖσα κόσμου τῆς πλάνης ἡ Ποπλία,
Πόλου πρόσεισι φωλεοῖς ὡς στρουθίον.

Αὕτη ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτου, ἐν ἔτει τξα΄ [361]. Ὑπανδρευθεῖσα δὲ πρότερον, καὶ μείνασα εἰς τὸν γάμον ὀλίγον καιρόν, ἐγέννησεν υἱὸν καὶ ἐπρόσφερεν αὐτὸν εἰς τὸν Θεόν, ὡς καρπὸν ἄξιον. Τὸν μακάριον λέγω Ἰωάννην. Ὁ ὁποῖος πολλαῖς φοραῖς μὲν ἐψηφίσθη νὰ γένῃ Ἐπίσκοπος τῆς Ἀντιοχείας, φεύγωντας δὲ πάντοτε τὴν ἐπισκοπικὴν ἀξίαν, διὰ τὴν ἄκραν του ταπείνωσιν, ἔμεινεν εἰς τὸν κατώτερον βαθμὸν τῆς ἱερωσύνης. Ἐστάθη γὰρ μόνον Πρεσβύτερος καὶ τῶν Πρεσβυτέρων πρῶτος (3). Ἡ δὲ Ἁγία αὕτη μήτηρ του Ποπλία, ἦτον Ἡγουμένη ἐπάνω εἰς ἄλλας Μοναχὰς καὶ Παρθένους.

Ἐπειδὴ δὲ ὁ Ἰουλιανὸς ἐπῆγε τῷ τότε καιρῷ εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ ἔδειχνεν εἰς τὰ εἴδωλα πολλὴν δεισιδαιμονίαν, προσκαλῶντας ὅλους διὰ νὰ προσφέρουν σέβας καὶ λατρείαν εἰς τοὺς δαίμονας. Τούτου χάριν ἡ τιμία αὕτη γερόντισσα Ποπλία, εἰς καιρὸν ὁποῦ ἐπέρνα ἐκεῖνος κάτω ἀπὸ τὸν δρόμον, ἄρχισε νὰ ψάλλῃ δυνατώτερα μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας Παρθένους τὸ δαβιτικὸν ἐκεῖνο. «Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων». Ταῦτα δὲ ἀκούσας ὁ Ἰουλιανός, ἐπρόσταξε νὰ τραβίξουν αὐτὴν εἰς τὸ μέσον, καὶ νὰ τὴν κτυποῦν εἰς τὸ πρόσωπον δυνατά. Ὥστε, ὁποῦ ἡ γῆ ἐκοκκίνισεν ἀπὸ τὸ αἷμά της. Κατὰ τὸ παρὸν δέ, δὲν ἐθανάτωσεν αὐτήν, διατὶ εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Περσίαν. Ἀλλὰ ἐφύλαξε νὰ τὴν θανατώσῃ, ὅταν γυρίσῃ ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνος ἐσφάγη καὶ δὲν ἐγύρισε, διὰ τοῦτο ἡ Ἁγία αὕτη ἔμεινεν ἐλευθέρα. Ἀπὸ τότε δὲ ζήσασα ὀλίγον καιρόν, ἐν εἰρήνῃ ἐτελείωσε τὴν ζωήν της ἡ μακαρία (4).

(3) Ἴσως οὗτος εἶναι Ἰωάννης ὁ ἀπὸ Σχολαστικῶν, ὁ Ἀντιοχείας Πρεσβύτερος. Ὅστις ἑορτάζεται κατὰ τὴν εἰκοστὴν πρώτην τοῦ Φευρουαρίου.

(4) Περὶ ταύτης τῆς Ποπλίας γράφει ὁ Κύρου Θεοδώρητος, βιβλ. γ΄, κεφ. ιζ΄ [= ιδ΄], τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ἀφ’ οὗ ἐρανίσθη καὶ τὸ Συναξάριον τοῦτο Μαυρίκιος ὁ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Διάκονος, ὁ συνάξας τὸν Συναξαριστήν. Λέγει δὲ ἐκεῖ ὁ Θεοδώρητος, ὅτι ἡ Ποπλία μετὰ τῶν ἄλλων παρθένων ὕστερα ἀπὸ τὸ ἀνωτέρω ῥητόν, ἔψαλλε καὶ τὸ ἀκόλουθον· «Ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτά, καὶ πᾶντες οἱ πεποιθότες ἐπ’ αὐτοῖς». Ὁ δὲ Ἰουλιανὸς ταῦτα ἀκούσας, καὶ λίαν ἀνιασθείς, σιγᾶν αὐταῖς προσέταξε κατὰ τὸν τῆς παρόδου καιρόν. Ἡ δὲ Πουπλία μικρὰ τῶν ἐκείνου νόμων φροντίσασα, πλείονος τὸν χορὸν προθυμίας ἐνέπλησε. Καὶ πάλιν ἐκείνου διϊόντος, ψάλλειν ἐκέλευσεν· «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ». Καὶ μεθ’ ἕτερα λέγει· «Ἡ δὲ Πουπλία ὡς ἄκραν τιμὴν δεξαμένη τὴν ἀτιμίαν, ἀνελήλυθε μὲν εἰς τὸ δωμάτιον, συνήθως δὲ αὐτὸν ταῖς πνευματικαῖς ἔβαλλε μελῳδίαις».

*

Ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Πέτρος ὁ ἀπὸ στρατιωτῶν, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Εἰς ὕψος ἀρθεὶς ἀρετῶν θεῖος Πέτρος,
Τὸν χοῦν ἀπεκδὺς ὕψος οὐρανοῦ φθάνει.

Οὗτος ὁ μακάριος Πέτρος ἦτον εἰς τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας Θεοφίλου, ἐν ἔτει ωκθ΄ [829], καταγόμενος μὲν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν τῶν Γαλατῶν, υἱὸς δὲ ὢν Θεοφίλου καὶ Εὐδοκίας, Λέων ὀνομαζόμενος. Ἐπειδὴ δὲ ἦτον ἐκ τῆς φύσεως στολισμένος μὲ κάλλος, μὲ μέγεθος, καὶ μὲ δύναμιν σώματος, διὰ τοῦτο ἔγινε κόμης ἀπὸ τὸν ῥηθέντα βασιλέα. Ποιήσας δὲ ἀνδραγαθίας ἐν τοῖς πολέμοις, εἰς πολλῶν χρόνων διάστημα, ὕστερον κατεφρόνησεν ὅλα καὶ ἔγινε Μοναχός, κουρεύσας τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς του εἰς ἕνα Μοναστήριον, Δαφνῶνα ὀνομαζόμενον, καὶ μετονομασθεὶς Πέτρος ἀντὶ Λέοντος. Μετὰ ταῦτα ἐπῆγεν εἰς τὸ βουνὸν τοῦ Ὀλύμπου. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆγεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖθεν δὲ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Λαοδίκειαν καὶ τὴν Ἀττάλειαν. Καὶ ἀφ’ οὗ ὑπέφερεν ἀνδρείως τοὺς κόπους τῆς ὁδοιπορίας καὶ τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὸν ἄγριον θυμὸν τῶν Ἰσμαηλιτῶν, τοὺς ὁποίους ἀπαντοῦσεν εἰς τὴν στράταν, τελευταῖον πάλιν ἐγύρισεν εἰς τὸ βουνὸν τοῦ Ὀλύμπου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ὕψος τῆς πολιτείας καὶ ἀρετῆς του, ἔγινε φανερὸν εἰς τοὺς βασιλεῖς, διὰ τοῦτο ὁ βασιλεὺς Βασίλειος ὁ Μακεδών, ἐν ἔτει ωξζ΄ [867], ἔπεισεν αὐτὸν νὰ ἔλθῃ νὰ κατοικήσῃ εἰς τὸ Μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Φωκᾶ. Ἐκεῖ λοιπὸν πολλοὺς ἀγῶνας κατὰ Θεὸν ποιήσας, ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχήν του παρέδωκεν εἰς τὸν Κύριον.

*

Μνήμη τῶν Δικαίων Ἁβραάμ, καὶ Λὼτ τοῦ ἀνεψιοῦ αὐτοῦ.

Εἰς τὸν Ἁβραάμ.

Τίς οἶκός ἐστιν; Ἁβραὰμ τεθνηκότος,
Οὗ κόλπος ἄλλοις, οἶκος ὡς τῷ Λαζάρῳ.

Εἰς τὸν Λώτ.

Ὑπῆρξε τῷ Λὼτ οὐρανὸς Σηγὼρ νέα,
Εἰς ὃν φθάσας πέφευγεν ὡς πῦρ τὸν βίον.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Ιακώβου του Αλφαίου του Αποστόλου, Ανδρονίκου και Αθανασίας, Ποπλίας της Ομολογητρίας κ.α.

 

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.