Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου29 Ιουνίου

Των Αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιοι Πέτρος και ΠαύλοςΤω αυτώ μηνί ΚΘ’, μνήμη των Αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων και Κορυφαίων Πέτρου και Παύλου.

Σταύρωσις είλε κήρυκα Σταυρού Πέτρον,
Τομή δε Παύλον τον τεμόντα την πλάνην.

Τλη ενάτη Σταυρόν Πέτρος εικάδ’ άορ δέγε Παύλος.

Εις τούτους τους Κορυφαίους Αποστόλους, ποίαν υπόθεσιν εγκωμίων ημπορή τινας να επινοήση μεγαλιτέραν, από την μαρτυρίαν και ανακήρυξιν, οπού ο Κύριος εις αυτούς εποίησε; Τον μεν γαρ Κορυφαίον Πέτρον εμακάρισε, και πέτραν αυτόν ωνόμασεν, επάνω εις την οποίαν απεφάσισεν, ότι θέλει οικοδομήσει την Εκκλησίαν του (Ματθ. ις’, 18). Τον δε Παύλον ο αυτός προείπεν, ότι θέλει γένη σκεύος εκλογής, δια να βαστάση το όνομά του έμπροσθεν εις βασιλείς και τυράννους (Πραξ. θ’, 15). Ήτον δε, ο μεν Άγιος Πέτρος, αδελφός Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, καταγόμενος από πόλιν ευτελή και ποταπήν, ήτοι από την Βηθσαϊδά, υιός Ιωνά, εκ της φυλής του Πατριάρχου Σιμεών, κατά τους χρόνους Υρκανού Αρχιερέως των Ιουδαίων, ζων με πενίαν εσχάτην, και με τα ίδιά του χέρια ποριζόμενος τα προς το ζην αναγκαία. Αφ’ ου δε ο πατήρ του Ιωνάς ετελεύτησε, τότε ο μεν Πέτρος, επήρεν εις γυναίκα την θυγατέρα Αριστοβούλου, αδελφού Βαρνάβα του Αποστόλου, και εγέννησε παιδία, ο δε Ανδρέας έμεινεν εν παρθενία. Όταν δε ο Βαπτιστής Ιωάννης εφυλάττετο από τον Ηρώδην εις την φυλακήν, τότε ο Κύριος πηγαίνωντας εις την λίμνην Γενησαρέτ, ευρήκε τον Ανδρέαν και Πέτρον, οίτινες εδιώρθοναν και εμπάλοναν τα δίκτυά των, και ούτως εκάλεσεν αυτούς. Όθεν ευθύς τον ηκολούθησαν.

Και λοιπόν, ο μεν Πέτρος εκήρυξε πρότερον το Ευαγγέλιον εις την Ιουδαίαν, και Αντιόχειαν. Έπειτα εις τα μέρη της Μαύρης Θαλάσσης, και εις την Γαλατίαν και Καππαδοκίαν, Ασίαν, και Βιθυνίαν, εκατέβη δε έως και εις αυτήν την Ρώμην. Και επειδή ενίκησεν εκεί με τα θαύματα τον Σίμωνα μάγον, δια τούτο εσταυρώθη κατακέφαλα από τον Νέρωνα, καθώς αυτός ο ίδιος Πέτρος εζήτησε, και ούτως έλαβε τον του μαρτυρίου άφθαρτον στέφανον. Ήτον δε ο θεσπέσιος Πέτρος κατά τον χαρακτήρα του σώματος άσπρος εις το χρώμα, ολίγον κίτρινος, φαλακρός εις την κεφαλήν, σγουρά έχων τα επίλοιπα μαλλία. Είχε τους οφθαλμούς φαινομένους αιματώδεις, και ομοίους με το χρώμα του κρασίου. Ήτον άσπρος εις τα μαλλία της κεφαλής, είχε το μεν γένειον άσπρον και δασύ, την δε μύτην μακράν, είχε σηκωμένα επάνω τα οφρύδια, ήτον μέτριος κατά το μέγεθος, είχε το σχήμα του σώματος όρθιον, ήτον συνετός και φρόνιμος, εκινείτο οξέως από θεϊκόν ζήλον εναντίον της αδικίας. Ήτον συγχωρητικός εις τους μετανοούντας, εμεταβάλλετο ευκόλως, και ογλίγωρα εμετακίνει χωρίς φόβον τας προτέρας του αποφάσεις (1).

Ο δε Άγιος Παύλος, Εβραίος μεν ήτον και αυτός κατά το γένος, καταγόμενος από την φυλήν του Βενιαμίν. Φαρισαίος δε κατά την αίρεσιν, μαθητής γενόμενος του νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ, εις το άκρον γεγυμνασμένος τον του Μωσέως νόμον. Εκατοίκει δε εις αυτό το ομμάτι της Κιλικίας, ήτοι εις την Ταρσόν (εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Γίσχαλα). Ούτος λοιπόν επειδή και ήτον εραστής διάπυρος του παλαιού νόμου, δια τούτο επολέμει την Εκκλησίαν του Χριστού. Όθεν και με την εδικήν του γνώμην εφονεύθη ο Πρωτομάρτυς Στέφανος. Όταν δε επεγνώσθη παρά του Θεού, τότε ετυφλώθη κατά τους οφθαλμούς εις το μέσον της ημέρας, και φωνήν ήκουσεν άνωθεν θεϊκήν, η οποία τον έπεμπεν εις τον Ανανίαν τον αρχαίον μαθητήν του Κυρίου, ο οποίος εκατοίκει εις την Δαμασκόν, ήτοι το νυν τουρκιστί λεγόμενον Σαμ. Ούτος γαρ κατηχήσας και διδάξας τον Παύλον, εβάπτισεν αυτόν (2).

Επειδή λοιπόν ο θεσπέσιος Παύλος έγινε σκεύος εκλογής, δια τούτο διεπέρασεν όλην την οικουμένην, ωσάν να είχε πτερά. Εις την Ρώμην καταντήσας εδίδαξε πολλούς Έλληνας, και εκεί εις όλον το ύστερον ετελείωσε και την ζωήν του, αποκεφαλισθείς υπό του βασιλέως Νέρωνος δια την ομολογίαν του Χριστού. Λέγουσι δε ότι από το κόψιμον του λαιμού του, έτρεξεν αίμα ομού με γάλα. Αγκαλά δε και κατά τους χρόνους εμαρτύρησεν ο Παύλος ύστερα από τον Πέτρον, όμως τα άγια αυτών λείψανα, εβάλθησαν ομού εις ένα τόπον. Ήτον δε ο μακάριος Παύλος κατά τον χαρακτήρα του σώματος, φαλακρός εις την κεφαλήν, ήτοι χωρίς μαλλία. Είχε τα ομμάτια χαροποιά, και τα οφρύδια κάτω νεύοντα. Είχε το γένειον πολλά εύμορφα κατεβασμένον, είχε την μύτην κυρτήν, και πρέπουσαν εις όλον το πρόσωπόν του, ήτον στολισμένος με μαύρας ομού και άσπρας τρίχας. Ήτον κυρτός εις το σώμα, και εύρωστος και μικρόσωμος. Ήτον συνεσταλμένος κατά τα ήθη και φρόνιμος, και γεμάτος από θεία χαρίσματα. Είχε σεμνά κινήματα, και λόγους γλυκείς. Ετράβιζεν εις την αγάπην του όλους εκείνους, οπού επρόστρεχον εις αυτόν, με την δύναμιν των θαυμάτων. Και οι δύω δε ούτοι Κορυφαίοι Απόστολοι, ήτον γεμάτοι από την θείαν χάριν του Αγίου Πνεύματος. Τελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εν τω σεπτώ Ναώ των Αγίων Αποστόλων των Μεγάλων, και εις το Ορφανοτροφείον, και εις τον σεπτόν Ναόν του Αγίου και πανευφήμου Αποστόλου Πέτρου, ο οποίος είναι κοντά με την αγιωτάτην Μεγάλην Εκκλησίαν, και εις όλας τας κατά τόπον αγίας του Χριστού Εκκλησίας. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτών όρα εις τον Νέον Θησαυρόν (3).)

(1) Καθώς έδειξε τούτο επί των έργων, όταν είπεν αυτώ ο Κύριος· «Εάν μη νίψω σε, ουκ έχεις μέρος μετ’ εμού». Τούτον γαρ τον λόγον ακούσας, ευθύς μετεβλήθη, και την προτέραν του απόφασιν μετεκίνησεν. Ο γαρ ειπών πρότερον προς τον Κύριον· «Ου μη νίψης τους πόδας μου εις τον αιώνα», αυτός μεταβληθείς, είπε προς αυτόν· «Κύριε, μη τους πόδας μου μόνον, αλλά και τας χείρας και την κεφαλήν». Και από μίαν υπερβολήν μετεκινήθη εις άλλην εναντίαν υπερβολήν, θερμός φανείς και εις το ένα και εις το άλλο, κατά τον Αλεξανδρείας Κύριλλον, δια φιλοθεΐαν όμως και σκοπόν ένθεον. Γράφει δε ο Δοσίθεος, σελ. 12 της Δωδεκαβίβλου, ότι τω Πέτρω φεύγοντι τον Νέρωνα, υπήντησεν ο Κύριος, και είπεν αυτώ, ότι υπάγει εις την Ρώμην δια να σταυρωθή δεύτερον. Όθεν ο Πέτρος γνους το αίνιγμα, υπέστρεψεν εις την Ρώμην, και εσταυρώθη κατά κεφαλής, και ενταφιάσθη εις το Βατικανόν εις την καλουμένην Αυρηλίαν οδόν.

(2) Σημείωσαι, ότι ο χρόνος της επιστροφής του Αποστόλου Παύλου ζητείται παρά πολλών. Καθότι ούτε ο Λουκάς αναφέρει περί αυτού εις τας Πράξεις, ούτε αυτός ο ίδιος Παύλος εσημείωσεν αυτόν εις τας Επιστολάς του. Οι ακριβέστεροι όμως χρονολόγοι λέγουσιν, ότι ο Παύλος επέστρεψεν εις την του Χριστού πίστιν, εν τω τριακοστώ έκτω έτει από Χριστού, ήτοι τρεις χρόνους μετά την Ανάληψιν, και ακόμη ολιγώτερον. Εν τω εικοστώ δε πρώτω έτει του Τιβερίου Καίσαρος, κατά τον οποίον τούτον καιρόν συνεκροτήθη πόλεμος μεταξύ Ηρώδου του τετραρχούντος της Γαλιλαίας, και Αρέτα του βασιλέως των Αράβων. (Όρα εις την νεοτύπωτον Εκατονταετηρίδα.)

(3) Εις τούτους τους δύω Αγίους Αποστόλους, η εμή αδυναμία εφιλοπόνησεν εικοσιτέσσαρας οίκους κατά αλφάβητον, οίτινες συνεκδοθήσονται μετά των Επιστολών του Παύλου. Ομοίως και τέσσαρα τροπάρια στιχηρά εν τω μεγάλω εσπερινώ κατά αίτησίν τινων φιλαποστόλων, τα οποία ετυπώσαμεν εν τω τέλει του παρόντος Ιουνίου. [Σ.τ.ε.: Παρατίθενται εις το τέλος του παρόντος τρίτου τόμου.] Σημείωσαι, ότι Γάϊος ο εκκλησιαστικός ανήρ, και Διονύσιος ο Κορίνθου Επίσκοπος γράφουσιν, ότι εις την αυτήν ημέραν, καθ’ ην εσταυρώθη ο Πέτρος, απεκεφαλίσθη ύστερον και ο Παύλος, και ενταφιάσθη εις την λεγομένην Υστιακήν οδόν, σελ. 12 της Δωδεκαβίβλου.

Εις τους δύω τούτους Αποστόλους εγκώμιον έπλεξεν ο θείος Χρυσόστομος, ου η αρχή· «Ουρανού και γης άμιλλαν ορώ». Γρηγόριος ο Παλαμάς, ου η αρχή· «Η των Αγίων εκάστου μνήμη». Νικήτας ο Ρήτωρ, ου η αρχή· «Τις ο τερπνός ούτος ήχος;» (Σώζονται εν τη Λαύρα, εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου, εν τη των Ιβήρων και εν τω τετάρτω Πανηγυρικώ της Ιεράς Μονής του Βατοπαιδίου. Εν τούτω και εν τη Λαύρα σώζεται και εν υπόμνημα κατά την παρούσαν ημέραν, ου η αρχή· «Και των τεχνών ου μόνον τους εξ αρχής Πατέρας».) Εν δε τη Ιερά Μονή των Ιβήρων, σώζονται άλλα δύω εγκώμια του αυτού Νικήτα Ρήτορος του και Δαβίδ επονομαζομένου. Εν μεν, εις τον Πέτρον, ου η αρχή· «Ως ηδεία της ημέρας η χάρις». Έτερον δε, εις τον Παύλον, ου η αρχή· «Πάσα μεν εορτή και πανήγυρις». Ομοίως σώζεται εν αυτή και άλλο εγκώμιον Γενναδίου Σχολαρίου του Κωνσταντινουπόλεως, ου η αρχή· «Εμοί δέ φησι λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός». Εν δε τη Μεγίστη Λαύρα σώζεται το Μαρτύριον των δύω τούτων, ου η αρχή· «Εγένετο μετά το εξελθείν τον μακάριον Παύλον».

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιοι Πέτρος και ΠαύλοςΤῷ αὐτῷ μηνὶ ΚΘ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων καὶ Κορυφαίων Πέτρου καὶ Παύλου.

Σταύρωσις εἷλε κήρυκα Σταυροῦ Πέτρον,
Τομὴ δὲ Παῦλον τὸν τεμόντα τὴν πλάνην.

Τλῆ ἐνάτῃ Σταυρὸν Πέτρος εἰκάδ’ ἄορ δέγε Παῦλος.

Εἰς τούτους τοὺς Κορυφαίους Ἀποστόλους, ποῖαν ὑπόθεσιν ἐγκωμίων ἠμπορῇ τινας νὰ ἐπινοήσῃ μεγαλιτέραν, ἀπὸ τὴν μαρτυρίαν καὶ ἀνακήρυξιν, ὁποῦ ὁ Κύριος εἰς αὐτοὺς ἐποίησε; Τὸν μὲν γὰρ Κορυφαῖον Πέτρον ἐμακάρισε, καὶ πέτραν αὐτὸν ὠνόμασεν, ἐπάνω εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισεν, ὅτι θέλει οἰκοδομήσει τὴν Ἐκκλησίαν του (Ματθ. ις΄, 18). Τὸν δὲ Παῦλον ὁ αὐτὸς προεῖπεν, ὅτι θέλει γένῃ σκεῦος ἐκλογῆς, διὰ νὰ βαστάσῃ τὸ ὄνομά του ἔμπροσθεν εἰς βασιλεῖς καὶ τυράννους (Πράξ. θ΄, 15). Ἦτον δέ, ὁ μὲν Ἅγιος Πέτρος, ἀδελφὸς Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου, καταγόμενος ἀπὸ πόλιν εὐτελῆ καὶ ποταπήν, ἤτοι ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδά, υἱὸς Ἰωνᾶ, ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Πατριάρχου Σιμεών, κατὰ τοὺς χρόνους Ὑρκανοῦ Ἀρχιερέως τῶν Ἰουδαίων, ζῶν μὲ πενίαν ἐσχάτην, καὶ μὲ τὰ ἴδιά του χέρια ποριζόμενος τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα. Ἀφ’ οὗ δὲ ὁ πατήρ του Ἰωνᾶς ἐτελεύτησε, τότε ὁ μὲν Πέτρος, ἐπῆρεν εἰς γυναῖκα τὴν θυγατέρα Ἀριστοβούλου, ἀδελφοῦ Βαρνάβα τοῦ Ἀποστόλου, καὶ ἐγέννησε παιδία, ὁ δὲ Ἀνδρέας ἔμεινεν ἐν παρθενίᾳ. Ὅταν δὲ ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης ἐφυλάττετο ἀπὸ τὸν Ἡρώδην εἰς τὴν φυλακήν, τότε ὁ Κύριος πηγαίνωντας εἰς τὴν λίμνην Γενησαρέτ, εὑρῆκε τὸν Ἀνδρέαν καὶ Πέτρον, οἵτινες ἐδιώρθοναν καὶ ἐμπάλοναν τὰ δίκτυά των, καὶ οὕτως ἐκάλεσεν αὐτούς. Ὅθεν εὐθὺς τὸν ἠκολούθησαν.

Καὶ λοιπόν, ὁ μὲν Πέτρος ἐκήρυξε πρότερον τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὴν Ἰουδαίαν, καὶ Ἀντιόχειαν. Ἔπειτα εἰς τὰ μέρη τῆς Μαύρης Θαλάσσης, καὶ εἰς τὴν Γαλατίαν καὶ Καππαδοκίαν, Ἀσίαν, καὶ Βιθυνίαν, ἐκατέβη δὲ ἕως καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ῥώμην. Καὶ ἐπειδὴ ἐνίκησεν ἐκεῖ μὲ τὰ θαύματα τὸν Σίμωνα μάγον, διὰ τοῦτο ἐσταυρώθη κατακέφαλα ἀπὸ τὸν Νέρωνα, καθὼς αὐτὸς ὁ ἴδιος Πέτρος ἐζήτησε, καὶ οὕτως ἔλαβε τὸν τοῦ μαρτυρίου ἄφθαρτον στέφανον. Ἦτον δὲ ὁ θεσπέσιος Πέτρος κατὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ σώματος ἄσπρος εἰς τὸ χρῶμα, ὀλίγον κίτρινος, φαλακρὸς εἰς τὴν κεφαλήν, σγουρὰ ἔχων τὰ ἐπίλοιπα μαλλία. Εἶχε τοὺς ὀφθαλμοὺς φαινομένους αἱματώδεις, καὶ ὁμοίους μὲ τὸ χρῶμα τοῦ κρασίου. Ἦτον ἄσπρος εἰς τὰ μαλλία τῆς κεφαλῆς, εἶχε τὸ μὲν γένειον ἄσπρον καὶ δασύ, τὴν δὲ μύτην μακράν, εἶχε σηκωμένα ἐπάνω τὰ ὀφρύδια, ἦτον μέτριος κατὰ τὸ μέγεθος, εἶχε τὸ σχῆμα τοῦ σώματος ὄρθιον, ἦτον συνετὸς καὶ φρόνιμος, ἐκινεῖτο ὀξέως ἀπὸ θεϊκὸν ζῆλον ἐναντίον τῆς ἀδικίας. Ἦτον συγχωρητικὸς εἰς τοὺς μετανοοῦντας, ἐμεταβάλλετο εὐκόλως, καὶ ὀγλίγωρα ἐμετακίνει χωρὶς φόβον τὰς προτέρας του ἀποφάσεις (1).

Ὁ δὲ Ἅγιος Παῦλος, Ἑβραῖος μὲν ἦτον καὶ αὐτὸς κατὰ τὸ γένος, καταγόμενος ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Βενιαμίν. Φαρισαῖος δὲ κατὰ τὴν αἵρεσιν, μαθητὴς γενόμενος τοῦ νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ, εἰς τὸ ἄκρον γεγυμνασμένος τὸν τοῦ Μωσέως νόμον. Ἐκατοίκει δὲ εἰς αὐτὸ τὸ ὀμμάτι τῆς Κιλικίας, ἤτοι εἰς τὴν Ταρσόν (εἰς ἕνα χωρίον ὀνομαζόμενον Γίσχαλα). Οὗτος λοιπὸν ἐπειδὴ καὶ ἦτον ἐραστὴς διάπυρος τοῦ παλαιοῦ νόμου, διὰ τοῦτο ἐπολέμει τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Ὅθεν καὶ μὲ τὴν ἐδικήν του γνώμην ἐφονεύθη ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος. Ὅταν δὲ ἐπεγνώσθη παρὰ τοῦ Θεοῦ, τότε ἐτυφλώθη κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸ μέσον τῆς ἡμέρας, καὶ φωνὴν ἤκουσεν ἄνωθεν θεϊκήν, ἡ ὁποία τὸν ἔπεμπεν εἰς τὸν Ἀνανίαν τὸν ἀρχαῖον μαθητὴν τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐκατοίκει εἰς τὴν Δαμασκόν, ἤτοι τὸ νῦν τουρκιστὶ λεγόμενον Σάμ. Οὗτος γὰρ κατηχήσας καὶ διδάξας τὸν Παῦλον, ἐβάπτισεν αὐτόν (2).

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ θεσπέσιος Παῦλος ἔγινε σκεῦος ἐκλογῆς, διὰ τοῦτο διεπέρασεν ὅλην τὴν οἰκουμένην, ὡσὰν νὰ εἶχε πτερά. Εἰς τὴν Ῥώμην καταντήσας ἐδίδαξε πολλοὺς Ἕλληνας, καὶ ἐκεῖ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον ἐτελείωσε καὶ τὴν ζωήν του, ἀποκεφαλισθεὶς ὑπὸ τοῦ βασιλέως Νέρωνος διὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Χριστοῦ. Λέγουσι δὲ ὅτι ἀπὸ τὸ κόψιμον τοῦ λαιμοῦ του, ἔτρεξεν αἷμα ὁμοῦ μὲ γάλα. Ἀγκαλὰ δὲ καὶ κατὰ τοὺς χρόνους ἐμαρτύρησεν ὁ Παῦλος ὕστερα ἀπὸ τὸν Πέτρον, ὅμως τὰ ἅγια αὐτῶν λείψανα, ἐβάλθησαν ὁμοῦ εἰς ἕνα τόπον. Ἦτον δὲ ὁ μακάριος Παῦλος κατὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ σώματος, φαλακρὸς εἰς τὴν κεφαλήν, ἤτοι χωρὶς μαλλία. Εἶχε τὰ ὀμμάτια χαροποιά, καὶ τὰ ὀφρύδια κάτω νεύοντα. Εἶχε τὸ γένειον πολλὰ εὔμορφα κατεβασμένον, εἶχε τὴν μύτην κυρτήν, καὶ πρέπουσαν εἰς ὅλον τὸ πρόσωπόν του, ἦτον στολισμένος μὲ μαύρας ὁμοῦ καὶ ἄσπρας τρίχας. Ἦτον κυρτὸς εἰς τὸ σῶμα, καὶ εὔρωστος καὶ μικρόσωμος. Ἦτον συνεσταλμένος κατὰ τὰ ἤθη καὶ φρόνιμος, καὶ γεμάτος ἀπὸ θεία χαρίσματα. Εἶχε σεμνὰ κινήματα, καὶ λόγους γλυκεῖς. Ἐτράβιζεν εἰς τὴν ἀγάπην του ὅλους ἐκείνους, ὁποῦ ἐπρόστρεχον εἰς αὐτόν, μὲ τὴν δύναμιν τῶν θαυμάτων. Καὶ οἱ δύω δὲ οὗτοι Κορυφαῖοι Ἀπόστολοι, ἦτον γεμάτοι ἀπὸ τὴν θείαν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τελεῖται δὲ ἡ αὐτῶν Σύναξις καὶ ἑορτὴ ἐν τῷ σεπτῷ Ναῷ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τῶν Μεγάλων, καὶ εἰς τὸ Ὀρφανοτροφεῖον, καὶ εἰς τὸν σεπτὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου καὶ πανευφήμου Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος εἶναι κοντὰ μὲ τὴν ἁγιωτάτην Μεγάλην Ἐκκλησίαν, καὶ εἰς ὅλας τὰς κατὰ τόπον ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον αὐτῶν ὅρα εἰς τὸν Νέον Θησαυρόν (3).)

(1) Καθὼς ἔδειξε τοῦτο ἐπὶ τῶν ἔργων, ὅταν εἶπεν αὐτῷ ὁ Κύριος· «Ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ’ ἐμοῦ». Τοῦτον γὰρ τὸν λόγον ἀκούσας, εὐθὺς μετεβλήθη, καὶ τὴν προτέραν του ἀπόφασιν μετεκίνησεν. Ὁ γὰρ εἰπὼν πρότερον πρὸς τὸν Κύριον· «Οὐ μὴ νίψῃς τοὺς πόδας μου εἰς τὸν αἰῶνα», αὐτὸς μεταβληθείς, εἶπε πρὸς αὐτόν· «Κύριε, μὴ τοὺς πόδας μου μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὴν κεφαλήν». Καὶ ἀπὸ μίαν ὑπερβολὴν μετεκινήθη εἰς ἄλλην ἐναντίαν ὑπερβολήν, θερμὸς φανεὶς καὶ εἰς τὸ ἕνα καὶ εἰς τὸ ἄλλο, κατὰ τὸν Ἀλεξανδρείας Κύριλλον, διὰ φιλοθεΐαν ὅμως καὶ σκοπὸν ἔνθεον. Γράφει δὲ ὁ Δοσίθεος, σελ. 12 τῆς Δωδεκαβίβλου, ὅτι τῷ Πέτρῳ φεύγοντι τὸν Νέρωνα, ὑπήντησεν ὁ Κύριος, καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὅτι ὑπάγει εἰς τὴν Ῥώμην διὰ νὰ σταυρωθῇ δεύτερον. Ὅθεν ὁ Πέτρος γνοὺς τὸ αἴνιγμα, ὑπέστρεψεν εἰς τὴν Ῥώμην, καὶ ἐσταυρώθη κατὰ κεφαλῆς, καὶ ἐνταφιάσθη εἰς τὸ Βατικανὸν εἰς τὴν καλουμένην Αὐρηλίαν ὁδόν.

(2) Σημείωσαι, ὅτι ὁ χρόνος τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ζητεῖται παρὰ πολλῶν. Καθότι οὔτε ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει περὶ αὐτοῦ εἰς τὰς Πράξεις, οὔτε αὐτὸς ὁ ἴδιος Παῦλος ἐσημείωσεν αὐτὸν εἰς τὰς Ἐπιστολάς του. Οἱ ἀκριβέστεροι ὅμως χρονολόγοι λέγουσιν, ὅτι ὁ Παῦλος ἐπέστρεψεν εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, ἐν τῷ τριακοστῷ ἕκτῳ ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ, ἤτοι τρεῖς χρόνους μετὰ τὴν Ἀνάληψιν, καὶ ἀκόμη ὀλιγώτερον. Ἐν τῷ εἰκοστῷ δὲ πρώτῳ ἔτει τοῦ Τιβερίου Καίσαρος, κατὰ τὸν ὁποῖον τοῦτον καιρὸν συνεκροτήθη πόλεμος μεταξὺ Ἡρώδου τοῦ τετραρχοῦντος τῆς Γαλιλαίας, καὶ Ἀρέτα τοῦ βασιλέως τῶν Ἀράβων. (Ὅρα εἰς τὴν νεοτύπωτον Ἑκατονταετηρίδα.)

(3) Εἰς τούτους τοὺς δύω Ἁγίους Ἀποστόλους, ἡ ἐμὴ ἀδυναμία ἐφιλοπόνησεν εἰκοσιτέσσαρας οἴκους κατὰ ἀλφάβητον, οἵτινες συνεκδοθήσονται μετὰ τῶν Ἐπιστολῶν τοῦ Παύλου. Ὁμοίως καὶ τέσσαρα τροπάρια στιχηρὰ ἐν τῷ μεγάλῳ ἑσπερινῷ κατὰ αἴτησίν τινων φιλαποστόλων, τὰ ὁποῖα ἐτυπώσαμεν ἐν τῷ τέλει τοῦ παρόντος Ἰουνίου. [Σ.τ.ἐ.: Παρατίθενται εἰς τὸ τέλος τοῦ παρόντος τρίτου τόμου.] Σημείωσαι, ὅτι Γάϊος ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἀνήρ, καὶ Διονύσιος ὁ Κορίνθου Ἐπίσκοπος γράφουσιν, ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐσταυρώθη ὁ Πέτρος, ἀπεκεφαλίσθη ὕστερον καὶ ὁ Παῦλος, καὶ ἐνταφιάσθη εἰς τὴν λεγομένην Ὑστιακὴν ὁδόν, σελ. 12 τῆς Δωδεκαβίβλου.

Εἰς τοὺς δύω τούτους Ἀποστόλους ἐγκώμιον ἔπλεξεν ὁ θεῖος Χρυσόστομος, οὗ ἡ ἀρχή· «Οὐρανοῦ καὶ γῆς ἅμιλλαν ὁρῶ». Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, οὗ ἡ ἀρχή· «Ἡ τῶν Ἁγίων ἑκάστου μνήμη». Νικήτας ὁ Ῥήτωρ, οὗ ἡ ἀρχή· «Τίς ὁ τερπνὸς οὗτος ἦχος;» (Σῴζονται ἐν τῇ Λαύρᾳ, ἐν τῷ Κοινοβίῳ τοῦ Διονυσίου, ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν τῷ τετάρτῳ Πανηγυρικῷ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου. Ἐν τούτῳ καὶ ἐν τῇ Λαύρᾳ σῴζεται καὶ ἓν ὑπόμνημα κατὰ τὴν παροῦσαν ἡμέραν, οὗ ἡ ἀρχή· «Καὶ τῶν τεχνῶν οὐ μόνον τοὺς ἐξ ἀρχῆς Πατέρας».) Ἐν δὲ τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τῶν Ἰβήρων, σῴζονται ἄλλα δύω ἐγκώμια τοῦ αὐτοῦ Νικήτα Ῥήτορος τοῦ καὶ Δαβὶδ ἐπονομαζομένου. Ἓν μέν, εἰς τὸν Πέτρον, οὗ ἡ ἀρχή· «Ὡς ἡδεῖα τῆς ἡμέρας ἡ χάρις». Ἕτερον δέ, εἰς τὸν Παῦλον, οὗ ἡ ἀρχή· «Πᾶσα μὲν ἑορτὴ καὶ πανήγυρις». Ὁμοίως σῴζεται ἐν αὐτῇ καὶ ἄλλο ἐγκώμιον Γενναδίου Σχολαρίου τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, οὗ ἡ ἀρχή· «Ἐμοὶ δέ φησι λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου ὁ Θεός». Ἐν δὲ τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ σῴζεται τὸ Μαρτύριον τῶν δύω τούτων, οὗ ἡ ἀρχή· «Ἐγένετο μετὰ τὸ ἐξελθεῖν τὸν μακάριον Παῦλον».

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Γ’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

Των Αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.