Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου27 Ιουνίου

Των Αγίων Σαμψών του ξενοδόχου, Ανέκτου, Ιωάννας μυροφόρου, Λουκά, Μαρκίου, Μαρκίας, Πιερίου

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιος Σαμψών ο ΞενοδόχοςΤω αυτώ μηνί ΚΖ’, μνήμη του Οσίου πατρός ημών Σαμψών του ξενοδόχου.

Εξήγεν ο πριν εκ γνάθου Σαμψών πόμα,
Ο νυν δε Σαμψών μύρον εκ τάφου βρύει.

Εικάδι εβδομάτη Σαμψών θάνε βλύσε τε μύρα.

Ούτος ο Άγιος εκατάγετο μεν, από την παλαιάν Ρώμην, ήτον δε, κατά τους χρόνους του μεγάλου Ιουστινιανού, εν έτει φμα’ [541]. Διασκορπίσας δε εις τους πτωχούς τον πλούτον, οπού έμεινεν εις αυτόν από τους γονείς του, επήγεν εις την Κωνσταντινούπολιν, και περιπατήσας εις όλους τους ιερούς Ναούς, απόλαυσε πνευματικώς την καλλονήν αυτών και ωραιότητα. Είτα καθίσας εις τόπον ήσυχον, ενετρύφα και κατεγίνετο εις την μελέτην των θείων Γραφών, προσέχωντας εις μόνον τον Θεόν. Όθεν έγινε φανερός και γνώριμος, εις τον τότε αγιώτατον Μηνάν, τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, από αυτόν δε χειροτονηθείς Ιερεύς, έγινεν ένας από τους Κληρικούς. Και λοιπόν ήτον σωτήριος λιμένας εις τους χειμαζομένους· καταφυγή, εις τους πενομένους· ιατρός, εις τους ασθενείς και χρήζοντας βοηθείας σωματικής. Ήτον γαρ ο αοίδιμος και της ιατρικής τέχνης έμπειρος. Αυτός ιάτρευσε και τον βασιλέα Ιουστινιανόν, ο οποίος έπεσεν εις πάθος ανιάτρευτον. Όθεν εκ τούτου θαυμάσας ο βασιλεύς την αρετήν του Αγίου, απέδιδε σέβας και τιμήν εις αυτόν. Όθεν δια μέσου αυτού, έκτισεν ένα οίκον μεγαλώτατον και περιβόητον, και έκαμεν αυτόν ξενοδοχείον, τον δε Άγιον εκατάστησε σκευοφύλακα της Μεγάλης Εκκλησίας. Και λοιπόν με τα τοιαύτα θεοφιλή έργα πολιτευσάμενος ο μακάριος Σαμψών, ανεπαύθη εν Κυρίω. Το δε τίμιον αυτού λείψανον, εβάλθη εις τον μεγαλώτατον Ναόν του Αγίου Μωκίου, το οποίον βρύει μύρα, και πηγάζει καθ’ εκάστην ημέραν διαφόρους ιατρείας, εις δόξαν και αίνον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή, εις το παρ’ αυτού κτισθέν και συσταθέν ευαγές ξενοδοχείον. (Τον κατά πλάτος Βίον τούτου, όρα εις την Καλοκαιρινήν (1).)

(1) Ο δε ελληνικός τούτου Βίος σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Άμα μεν χάριτος έργον και θεραπείας».

*

Τη αυτή ημέρα του Αγίου Μάρτυρος Ανέκτου.

Ουκ ην ανεκτόν τω Ανέκτω μη στέγειν,
Τον δια Χριστόν θάνατον μέχρι τέλους.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, και Ουρβανού ηγεμόνος Καισαρείας της Καππαδοκίας, εν έτει σϞη’ [298]. Επειδή δε εδίδασκε τους Χριστιανούς, και τους επαρακίνει να μη φοβούνται τα βάσανα, αλλά μάλλον να αντιστέκωνται εις τους Έλληνας δια την αλήθειαν, και να αποθνήσκουν δια την πίστιν του Χριστού, τούτου χάριν εδιαβάλθη εις τον ρηθέντα ηγεμόνα. Όθεν επιάσθη, και πρώτον μεν, εβάλθη εις την φυλακήν. Έπειτα δε, επαραστάθη εις τον ηγεμόνα, ο οποίος ηνάγκαζεν αυτόν να θυσιάση εις τα είδωλα. Ο δε Άγιος δια προσευχής του εκρήμνισε τα είδωλα εις την γην. Όθεν ετέντωσαν τον Μάρτυρα από τα τέσσαρα μέρη του σώματος, και έδειραν αυτόν δέκα στρατιώται με βάκλα, ήτοι με τα ξύλα εκείνα, οπού κτυπούσι τα τύμπανα. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν επάνω εις ξύλον, και κατέκοψαν με ξουράφι τους δακτύλους των χειρών του και των ποδών του, και όλον το σώμα του κατεξέσχισαν με σιδηρά ονύχια. Άγγελος δε Κυρίου φανείς, ηλευθέρωσεν αυτόν από τα βάσανα, και έκαμεν αυτόν υγιή. Αφ’ ου δε εκατέβασαν αυτόν από το ξύλον, ετρύπησαν τους αστραγάλους του με σιδηρά περόνια, και επάνω εις το στήθος του έβαλαν τηγάνι πυρωμένον. Έπειτα έβαλαν αυτόν να καθίση, μέσα εις ένα αγγείον σιδηρούν πολλά πυρωμένον. Μετά ταύτα επλήγωσαν τους πόδας του με σιδηράς σούβλας, και έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Και πάλιν Άγγελος Κυρίου φανείς, έλυσεν αυτόν από τα δεσμά, και εποίησεν υγιή. Δια τούτο πολλοί Έλληνες, βλέποντες αυτόν υγιή, επήγαιναν εις αυτόν, και εβαπτίζοντο, ομού δε και ελυτρόνοντο από τας ασθενείας οπού είχον.

Μετά ταύτα πάλιν εκρέμασαν τον Άγιον από τα ποδάρια, είτα εκρέμασαν από τα χέρια του πέτρας βαρυτάτας, και ύστερον ύψωσαν αυτόν επάνω εις ένα ξύλον όρθιον. Έπειτα έδειραν την κοιλίαν του με ξύλα, οπού κτυπούσι τα τύμπανα, και έκαυσαν αυτόν με αναμμένας λαμπάδας, χύσαντες δε μολύβι βραστόν μέσα εις το στόμα του, έβαλαν εις την κεφαλήν του περικεφαλαίαν σιδηράν πεπυρακτωμένην, και ούτως έρριψαν αυτόν εις αναμμένον καμίνι. Επειδή δε εφυλάχθη από όλα ταύτα τα βάσανα αβλαβής υπό της χάριτος του Χριστού, δια τούτο ετράβιξεν εις την πίστιν του Χριστού πολλούς Έλληνας, οι οποίοι όλοι απεκεφαλίσθησαν, και έλαβον τους στεφάνους της αθλήσεως. Ύστερον δε εύγαλαν δύω λωρία άνωθεν από τον λαιμόν του Αγίου, έως κάτω εις τους πόδας του. Πέρνωντας δε ο Μάρτυς το ένα λωρί, το έρριψεν εις το πρόσωπον του ασεβούς ηγεμόνος. Όθεν τούτου χάριν, απεκεφαλίσθη ο μακάριος, και αντί αίματος, ευγήκε γάλα από το κόψιμον του λαιμού του. Ηκολούθησε δε άλλο θαύμα φρικτόν, διότι πέρνωντας ο Μάρτυς εις τας χείρας του την αγίαν του κεφαλήν, επεριπάτησε τόπον, έως δύω σημεία, και ούτως απήλθε νικηφόρος εις τα Ουράνια.

*

Διήγησις Συνεσίου Επισκόπου Κυρήνης, περί Ευαγρίου τινός φιλοσόφου, και χρυσίου λίτρων τριακοσίων.

Αδράν δίδου πλούσιε τοις πτωχοίς δόσιν,
Λήψη γαρ αυτήν πολλαπλασιωτέραν.

Εις τας ημέρας του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, εν έτει υια’ [411], έγινεν Επίσκοπος Κυρήνης Συνέσιος ο Φιλόσοφος, ο οποίος πηγαίνωντας εις την επαρχίαν του, εύρεν εκεί κάποιον φιλόσοφον Ευάγριον ονόματι, ο οποίος ήτον φίλος του πολλά ηγαπημένος, από τον καιρόν οπού εσπούδαζεν εις τα σχολεία, είχεν όμως μεγάλην δεισιδαιμονίαν και προσπάθειαν εις την ειδωλολατρείαν. Όθεν ο Συνέσιος, ποθών να μεταστρέψη τον φίλον του από την πλάνην των ειδώλων, και να τον κάμη Χριστιανόν, είχε μεγάλον αγώνα και πρόνοιαν, και εζήτει με παντοίους τρόπους, πώς να τον φέρη εις την ευσέβειαν. Αλλ’ εκείνος δεν έστεργε παντελώς, ουδέ εδέχετο τους λόγους του, μόλον τούτο ο Συνέσιος, ελκόμενος από την πολλήν φιλίαν, οπού είχον αναμεταξύ των, δεν έπαυεν από το να τον νουθετή, καθ’ εκάστην ημέραν, και να τον παρακινή, δια να έλθη εις επίγνωσιν αληθείας. Εν μια δε των ημερών, αφ’ ου του είπε πολλά ο Συνέσιος, απεκρίθη προς αυτόν ο Ευάγριος. Κατά αλήθειαν κύριε Επίσκοπε, δεν μοι αρέσει κοντά εις τα άλλα και τούτο οπού λέγετε εσείς οι Χριστιανοί, ήγουν ότι έχει να γένη συντέλεια του κόσμου, και ότι μετά την συντέλειαν, όλοι οι άνθρωποι, οπού έγιναν απ’ αιώνος, έχουν να αναστηθούν με το ίδιον σώμα, το οποίον τότε μέλλει να γένη άφθαρτον και αθάνατον, και ότι έχουν να λάβουν τότε την ανταπόδοσιν κατά τα έργα των. Και προς τούτοις, δεν μοι αρέσει και τούτο οπού λέγετε, ότι όποιος ελεεί πτωχόν, δανείζει εις τον Θεόν. Και όποιος σκορπίσει τα άσπρα του εις τους πτωχούς, αυτός θησαυρίζει εις τους Ουρανούς, και εις την κοινήν ανάστασιν έχει να τα λάβη εκατονταπλασίονα, και ζωήν την αιώνιον. Ταύτα όλα μου φαίνονται, πως είναι παραμύθια και πλάνη και περιγέλασμα.

Ο δε μακάριος Συνέσιος τον εβεβαίονεν, ότι όλα, όσα λέγουν οι Χριστιανοί, είναι αληθινά, και δεν έχουν κανένα ψεύδος, και ταύτα απέδειχνε με πολλάς αποδείξεις. Όθεν και μετά ολίγον καιρόν τον εκατάπεισε και έγινε Χριστιανός, και εβάπτισεν αυτόν και τα τέκνα του, και όλους τους ανθρώπους του οσπητίου του. Αφ’ ου λοιπόν εβαπτίσθη ο Ευάγριος, έδωκεν εις τον Συνέσιον τριακοσίας λίτρας χρυσίον, δια να το μοιράση εις τους πτωχούς, λέγων ούτω. Λάβε ταύτα και μοίρασαί τα εις τους πτωχούς, και γράψον μοι ένα ιδιόχειρόν σου γράμμα χρεωστικόν, ότι θέλει αποδώσει εις εμέ ταύτα ο Ιησούς Χριστός. Ο δε Συνέσιος εδέχθη το χρυσίον, και έγραψε προθύμως το γράμμα, οπού εζήτει ο Ευάγριος, και το έδωκεν εις αυτόν. Μετά δε ικανόν καιρόν ησθένησεν ο Ευάγριος, και ερχόμενος εις το τέλος του θανάτου, έδωκεν εις τα παιδία του το γράμμα του Επισκόπου βουλλωμένον, και παρήγγειλεν εις αυτά, ότι όταν τον ενταφιάσουν να βάλουν το γράμμα εις το χέρι του, χωρίς να έχη τινάς είδησιν, και έτζι έκαμαν τα τέκνα του. Ύστερον δε από την τρίτην ημέραν της ταφής του, εφάνη ο Ευάγριος την νύκτα εις τον Επίσκοπον, και του λέγει. Άνοιξον τον τάφον μου, και λάβε το ιδιόχειρον γράμμα σου, ότι απέλαβον το χρέος, και δεν έχω πλέον να το ζητώ από λόγου σου, και προς πληροφορίαν σου, ιδιοχείρως υπέγραψα εις το εδικόν σου γράμμα. Ο γαρ Επίσκοπος δεν ήξευρε, πως ενταφιάσθη μαζί με τον νεκρόν και το ιδιόχειρον γράμμα του. Το πρωί λοιπόν έκραξεν ο Συνέσιος τα τέκνα του Ευαγρίου, και τα ερώτησεν, εάν έβαλαν εις τον τάφον του πατρός των κανένα πράγμα. Εκείνα δε έλεγον, ότι δεν έβαλον άλλο τίποτε, πάρεξ το σώμα με τα ρούχα, οπού εφόρει. Ο δε Επίσκοπος, ουδέ κανένα χαρτί τους είπε, δεν εθάψατε, με το σώμα του πατρός σας; Τότε εκείνοι ενθυμήθηκαν, και είπον, ναι Δέσποτα, όταν ο πατήρ μας έμελλε να αποθάνη, μας έδωκεν ένα χαρτίον, και μας παρήγγειλεν, ότι όταν με ενταφιάσετε, βάλετε και το χαρτίον τούτο εις τας χείρας μου, χωρίς να έχη τινάς είδησιν. Τότε εφανέρωσεν ο Συνέσιος το όραμα οπού είδεν, εκείνην την νύκτα.

Όθεν επήρε τα τέκνα του Ευαγρίου, ομού και τους εδικούς του Κληρικούς, και άλλους πολλούς Χριστιανούς, και επήγαν εις τον τάφον του Ευαγρίου, και ανοίξαντες αυτόν, ευρήκαν τον νεκρόν οπού εκράτει εις το χέρι του το γράμμα του Επισκόπου. Πέρνοντες δε αυτό από το χέρι του, το άνοιξαν και ω του θαύματος! ευρήκαν υποκάτω εις το ιδιόχειρον γράμμα του Επισκόπου, άλλα γράμματα γεγραμμένα ιδιοχείρως από τον Ευάγριον, τα οποία έγραφον ταύτα· «Εγώ Ευάγριος ο φιλόσοφος λέγω εις εσένα τον οσιώτατον Επίσκοπον κύριον Συνέσιον, να χαίρης. Απέλαβον από τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν το χρέος, οπού είναι γεγραμμένον εις τούτο σου το πιττάκιον, και απέλαβον εκατονταπλασίονα θησαυρόν εν τω Ουρανώ, και ζωήν αιώνιον, καθώς υπεσχέθης μοι. Όθεν δοξάζω τον Θεόν, και ευχαριστώ την οσιότητά σου, οπού με ωδήγησας εις το φως». Οι δε παρεστώτες ακούσαντες ταύτα, και βλέποντες τα γράμματα, πως ήτον νεωστί γεγραμμένα, και της χειρός του ιδίου Ευαγρίου, μάλιστα δε πληροφορηθέντες από τα παιδία του οπού εβεβαίοναν, ότι μόνα τα γράμματα του Επισκόπου περιείχε το χαρτίον, όταν ενταφιάσθη με το νεκρόν σώμα του πατρός των, ταύτα, λέγω, μαθόντες, έμειναν όλοι εκστατικοί, φωνάζοντες ώραν πολλήν το «Κύριε ελέησον». Όθεν εδόξαζον τον Θεόν, οπού κάμνει τοιαύτα θαυμάσια, και δίδει πάντοτε εις τους δούλους του τοιαύτας πληροφορίας. Εκείνος δε οπού εδιηγήθη εις ημάς το θαυμάσιον τούτο, εβεβαίονεν, ότι το γράμμα εκείνο, ευρίσκεται εις το Σκευοφυλάκιον της αγιωτάτης επισκοπής Κυρήνης μέχρι της σήμερον, εις πληροφορίαν πολλών. Και το μεν χρέος δείχνει, πως είναι παλαιότερα γεγραμμένον, από το χέρι του Επισκόπου. Η δε πληρωμή του χρέους δείχνει, πως εγράφη ύστερον από τον θάνατον του Ευαγρίου με το χέρι εκείνου. (Τούτο το διήγημα ευρίσκεται και εν τω Νέω Εκλογίω υπό του Λειμωναρίου ερανισθέν, με κάποιαν ολίγην παραλλαγήν.)

*

Η Αγία Ιωάννα η μυροφόρος, εν ειρήνη τελειούται.

Ούπερ παρέστης Ιωάννα τω τάφω,
Τούτου παρέστης έσχατον και τω θρόνω.

*

Ο Όσιος Λουκάς ο ερημίτης, εν ειρήνη τελειούται.

Παρήλθε Λουκάς, αλλ’ εμοί τούτον λόγοι,
Και των εφεξής σαλπίσουσι τω βίω.

*

Οι Άγιοι Μάρτυρες Μάρκιος και Μαρκία, ξίφει τελειούνται.

Ήνωντο κλήσει Μάρκιος και Μαρκία,
Ους και τομή συνήψεν η δια ξίφους.

*

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Πιέριος ο Πρεσβύτερος Αντιοχείας, πυρί τελειούται.

Ως ιερείον τον Πιέριον Λόγε,
Ενήγισάν σοι (ήτοι κατέκαυσαν) δυσσεβείς επ’ ανθράκων.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιος Σαμψών ο ΞενοδόχοςΤῷ αὐτῷ μηνὶ ΚΖ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σαμψὼν τοῦ ξενοδόχου.

Ἐξῆγεν ὁ πρὶν ἐκ γνάθου Σαμψὼν πόμα,
Ὁ νῦν δὲ Σαμψὼν μῦρον ἐκ τάφου βρύει.

Εἰκάδι ἑβδομάτῃ Σαμψὼν θάνε βλῦσέ τε μῦρα.

Οὗτος ὁ Ἅγιος ἐκατάγετο μέν, ἀπὸ τὴν παλαιὰν Ῥώμην, ἦτον δέ, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ μεγάλου Ἰουστινιανοῦ, ἐν ἔτει φμα΄ [541]. Διασκορπίσας δὲ εἰς τοὺς πτωχοὺς τὸν πλοῦτον, ὁποῦ ἔμεινεν εἰς αὐτὸν ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, ἐπῆγεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ περιπατήσας εἰς ὅλους τοὺς ἱεροὺς Ναούς, ἀπόλαυσε πνευματικῶς τὴν καλλονὴν αὐτῶν καὶ ὡραιότητα. Εἶτα καθίσας εἰς τόπον ἥσυχον, ἐνετρύφα καὶ κατεγίνετο εἰς τὴν μελέτην τῶν θείων Γραφῶν, προσέχωντας εἰς μόνον τὸν Θεόν. Ὅθεν ἔγινε φανερὸς καὶ γνώριμος, εἰς τὸν τότε ἁγιώτατον Μηνᾶν, τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ἀπὸ αὐτὸν δὲ χειροτονηθεὶς Ἱερεύς, ἔγινεν ἕνας ἀπὸ τοὺς Κληρικούς. Καὶ λοιπὸν ἦτον σωτήριος λιμένας εἰς τοὺς χειμαζομένους· καταφυγή, εἰς τοὺς πενομένους· ἰατρός, εἰς τοὺς ἀσθενεῖς καὶ χρήζοντας βοηθείας σωματικῆς. Ἦτον γὰρ ὁ ἀοίδιμος καὶ τῆς ἰατρικῆς τέχνης ἔμπειρος. Αὐτὸς ἰάτρευσε καὶ τὸν βασιλέα Ἰουστινιανόν, ὁ ὁποῖος ἔπεσεν εἰς πάθος ἀνιάτρευτον. Ὅθεν ἐκ τούτου θαυμάσας ὁ βασιλεὺς τὴν ἀρετὴν τοῦ Ἁγίου, ἀπέδιδε σέβας καὶ τιμὴν εἰς αὐτόν. Ὅθεν διὰ μέσου αὐτοῦ, ἔκτισεν ἕνα οἶκον μεγαλώτατον καὶ περιβόητον, καὶ ἔκαμεν αὐτὸν ξενοδοχεῖον, τὸν δὲ Ἅγιον ἐκατάστησε σκευοφύλακα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Καὶ λοιπὸν μὲ τὰ τοιαῦτα θεοφιλῆ ἔργα πολιτευσάμενος ὁ μακάριος Σαμψών, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ. Τὸ δὲ τίμιον αὐτοῦ λείψανον, ἐβάλθη εἰς τὸν μεγαλώτατον Ναὸν τοῦ Ἁγίου Μωκίου, τὸ ὁποῖον βρύει μῦρα, καὶ πηγάζει καθ’ ἑκάστην ἡμέραν διαφόρους ἰατρείας, εἰς δόξαν καὶ αἶνον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τελεῖται δὲ ἡ αὐτοῦ Σύναξις καὶ ἑορτή, εἰς τὸ παρ’ αὐτοῦ κτισθὲν καὶ συσταθὲν εὐαγὲς ξενοδοχεῖον. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον τούτου, ὅρα εἰς τὴν Καλοκαιρινήν (1).)

(1) Ὁ δὲ ἑλληνικὸς τούτου Βίος σῴζεται ἐν τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ, ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις, οὗ ἡ ἀρχή· «Ἅμα μὲν χάριτος ἔργον καὶ θεραπείας».

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀνέκτου.

Οὐκ ἦν ἀνεκτὸν τῷ Ἀνέκτῳ μὴ στέγειν,
Τὸν διὰ Χριστὸν θάνατον μέχρι τέλους.

Οὗτος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Διοκλητιανοῦ, καὶ Οὐρβανοῦ ἡγεμόνος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, ἐν ἔτει σϞη΄ [298]. Ἐπειδὴ δὲ ἐδίδασκε τοὺς Χριστιανούς, καὶ τοὺς ἐπαρακίνει νὰ μὴ φοβοῦνται τὰ βάσανα, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ ἀντιστέκωνται εἰς τοὺς Ἕλληνας διὰ τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ ἀποθνήσκουν διὰ τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, τούτου χάριν ἐδιαβάλθη εἰς τὸν ῥηθέντα ἡγεμόνα. Ὅθεν ἐπιάσθη, καὶ πρῶτον μέν, ἐβάλθη εἰς τὴν φυλακήν. Ἔπειτα δέ, ἐπαραστάθη εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος ἠνάγκαζεν αὐτὸν νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα. Ὁ δὲ Ἅγιος διὰ προσευχῆς του ἐκρήμνισε τὰ εἴδωλα εἰς τὴν γῆν. Ὅθεν ἐτέντωσαν τὸν Μάρτυρα ἀπὸ τὰ τέσσαρα μέρη τοῦ σώματος, καὶ ἔδειραν αὐτὸν δέκα στρατιῶται μὲ βάκλα, ἤτοι μὲ τὰ ξύλα ἐκεῖνα, ὁποῦ κτυποῦσι τὰ τύμπανα. Ἔπειτα ἐκρέμασαν αὐτὸν ἐπάνω εἰς ξύλον, καὶ κατέκοψαν μὲ ξουράφι τοὺς δακτύλους τῶν χειρῶν του καὶ τῶν ποδῶν του, καὶ ὅλον τὸ σῶμά του κατεξέσχισαν μὲ σιδηρᾶ ὀνύχια. Ἄγγελος δὲ Κυρίου φανείς, ἠλευθέρωσεν αὐτὸν ἀπὸ τὰ βάσανα, καὶ ἔκαμεν αὐτὸν ὑγιῆ. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐκατέβασαν αὐτὸν ἀπὸ τὸ ξύλον, ἐτρύπησαν τοὺς ἀστραγάλους του μὲ σιδηρᾶ περόνια, καὶ ἐπάνω εἰς τὸ στῆθός του ἔβαλαν τηγάνι πυρωμένον. Ἔπειτα ἔβαλαν αὐτὸν νὰ καθίσῃ, μέσα εἰς ἕνα ἀγγεῖον σιδηροῦν πολλὰ πυρωμένον. Μετὰ ταῦτα ἐπλήγωσαν τοὺς πόδας του μὲ σιδηρᾶς σούβλας, καὶ ἔρριψαν αὐτὸν εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ πάλιν Ἄγγελος Κυρίου φανείς, ἔλυσεν αὐτὸν ἀπὸ τὰ δεσμά, καὶ ἐποίησεν ὑγιῆ. Διὰ τοῦτο πολλοὶ Ἕλληνες, βλέποντες αὐτὸν ὑγιῆ, ἐπήγαιναν εἰς αὐτόν, καὶ ἐβαπτίζοντο, ὁμοῦ δὲ καὶ ἐλυτρόνοντο ἀπὸ τὰς ἀσθενείας ὁποῦ εἶχον.

Μετὰ ταῦτα πάλιν ἐκρέμασαν τὸν Ἅγιον ἀπὸ τὰ ποδάρια, εἶτα ἐκρέμασαν ἀπὸ τὰ χέριά του πέτρας βαρυτάτας, καὶ ὕστερον ὕψωσαν αὐτὸν ἐπάνω εἰς ἕνα ξύλον ὄρθιον. Ἔπειτα ἔδειραν τὴν κοιλίαν του μὲ ξύλα, ὁποῦ κτυποῦσι τὰ τύμπανα, καὶ ἔκαυσαν αὐτὸν μὲ ἀναμμένας λαμπάδας, χύσαντες δὲ μολύβι βραστὸν μέσα εἰς τὸ στόμα του, ἔβαλαν εἰς τὴν κεφαλήν του περικεφαλαίαν σιδηρᾶν πεπυρακτωμένην, καὶ οὕτως ἔρριψαν αὐτὸν εἰς ἀναμμένον καμίνι. Ἐπειδὴ δὲ ἐφυλάχθη ἀπὸ ὅλα ταῦτα τὰ βάσανα ἀβλαβὴς ὑπὸ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦτο ἐτράβιξεν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ πολλοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ὅλοι ἀπεκεφαλίσθησαν, καὶ ἔλαβον τοὺς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως. Ὕστερον δὲ εὔγαλαν δύω λωρία ἄνωθεν ἀπὸ τὸν λαιμὸν τοῦ Ἁγίου, ἕως κάτω εἰς τοὺς πόδας του. Πέρνωντας δὲ ὁ Μάρτυς τὸ ἕνα λωρί, τὸ ἔρριψεν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀσεβοῦς ἡγεμόνος. Ὅθεν τούτου χάριν, ἀπεκεφαλίσθη ὁ μακάριος, καὶ ἀντὶ αἵματος, εὐγῆκε γάλα ἀπὸ τὸ κόψιμον τοῦ λαιμοῦ του. Ἠκολούθησε δὲ ἄλλο θαῦμα φρικτόν, διότι πέρνωντας ὁ Μάρτυς εἰς τὰς χεῖράς του τὴν ἁγίαν του κεφαλήν, ἐπεριπάτησε τόπον, ἕως δύω σημεῖα, καὶ οὕτως ἀπῆλθε νικηφόρος εἰς τὰ Οὐράνια.

*

Διήγησις Συνεσίου Ἐπισκόπου Κυρήνης, περὶ Εὐαγρίου τινὸς φιλοσόφου, καὶ χρυσίου λίτρων τριακοσίων.

Ἁδρὰν δίδου πλούσιε τοῖς πτωχοῖς δόσιν,
Λήψῃ γὰρ αὐτὴν πολλαπλασιωτέραν.

Εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου, ἐν ἔτει υια΄ [411], ἔγινεν Ἐπίσκοπος Κυρήνης Συνέσιος ὁ Φιλόσοφος, ὁ ὁποῖος πηγαίνωντας εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, εὗρεν ἐκεῖ κᾄποιον φιλόσοφον Εὐάγριον ὀνόματι, ὁ ὁποῖος ἦτον φίλος του πολλὰ ἠγαπημένος, ἀπὸ τὸν καιρὸν ὁποῦ ἐσπούδαζεν εἰς τὰ σχολεῖα, εἶχεν ὅμως μεγάλην δεισιδαιμονίαν καὶ προσπάθειαν εἰς τὴν εἰδωλολατρείαν. Ὅθεν ὁ Συνέσιος, ποθῶν νὰ μεταστρέψῃ τὸν φίλον του ἀπὸ τὴν πλάνην τῶν εἰδώλων, καὶ νὰ τὸν κάμη Χριστιανόν, εἶχε μεγάλον ἀγῶνα καὶ πρόνοιαν, καὶ ἐζήτει μὲ παντοίους τρόπους, πῶς νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν εὐσέβειαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνος δὲν ἔστεργε παντελῶς, οὐδὲ ἐδέχετο τοὺς λόγους του, μὅλον τοῦτο ὁ Συνέσιος, ἑλκόμενος ἀπὸ τὴν πολλὴν φιλίαν, ὁποῦ εἶχον ἀναμεταξύ των, δὲν ἔπαυεν ἀπὸ τὸ νὰ τὸν νουθετῇ, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας. Ἐν μιᾷ δὲ τῶν ἡμερῶν, ἀφ’ οὗ τοῦ εἶπε πολλὰ ὁ Συνέσιος, ἀπεκρίθη πρὸς αὐτὸν ὁ Εὐάγριος. Κατὰ ἀλήθειαν κύριε Ἐπίσκοπε, δέν μοι ἀρέσει κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα καὶ τοῦτο ὁποῦ λέγετε ἐσεῖς οἱ Χριστιανοί, ἤγουν ὅτι ἔχει νὰ γένῃ συντέλεια τοῦ κόσμου, καὶ ὅτι μετὰ τὴν συντέλειαν, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὁποῦ ἔγιναν ἀπ’ αἰῶνος, ἔχουν νὰ ἀναστηθοῦν μὲ τὸ ἴδιον σῶμα, τὸ ὁποῖον τότε μέλλει νὰ γένῃ ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον, καὶ ὅτι ἔχουν νὰ λάβουν τότε τὴν ἀνταπόδοσιν κατὰ τὰ ἔργα των. Καὶ πρὸς τούτοις, δέν μοι ἀρέσει καὶ τοῦτο ὁποῦ λέγετε, ὅτι ὅποιος ἐλεεῖ πτωχόν, δανείζει εἰς τὸν Θεόν. Καὶ ὅποιος σκορπίσει τὰ ἄσπρα του εἰς τοὺς πτωχούς, αὐτὸς θησαυρίζει εἰς τοὺς Οὐρανούς, καὶ εἰς τὴν κοινὴν ἀνάστασιν ἔχει νὰ τὰ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα, καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον. Ταῦτα ὅλα μοῦ φαίνονται, πῶς εἶναι παραμύθια καὶ πλάνη καὶ περιγέλασμα.

Ὁ δὲ μακάριος Συνέσιος τὸν ἐβεβαίονεν, ὅτι ὅλα, ὅσα λέγουν οἱ Χριστιανοί, εἶναι ἀληθινά, καὶ δὲν ἔχουν κᾀνένα ψεῦδος, καὶ ταῦτα ἀπέδειχνε μὲ πολλὰς ἀποδείξεις. Ὅθεν καὶ μετὰ ὀλίγον καιρὸν τὸν ἐκατάπεισε καὶ ἔγινε Χριστιανός, καὶ ἐβάπτισεν αὐτὸν καὶ τὰ τέκνα του, καὶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ὁσπητίου του. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ἐβαπτίσθη ὁ Εὐάγριος, ἔδωκεν εἰς τὸν Συνέσιον τριακοσίας λίτρας χρυσίον, διὰ νὰ τὸ μοιράσῃ εἰς τοὺς πτωχούς, λέγων οὕτω. Λάβε ταῦτα καὶ μοίρασαί τα εἰς τοὺς πτωχούς, καὶ γράψον μοι ἕνα ἰδιόχειρόν σου γράμμα χρεωστικόν, ὅτι θέλει ἀποδώσει εἰς ἐμὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ δὲ Συνέσιος ἐδέχθη τὸ χρυσίον, καὶ ἔγραψε προθύμως τὸ γράμμα, ὁποῦ ἐζήτει ὁ Εὐάγριος, καὶ τὸ ἔδωκεν εἰς αὐτόν. Μετὰ δὲ ἱκανὸν καιρὸν ἠσθένησεν ὁ Εὐάγριος, καὶ ἐρχόμενος εἰς τὸ τέλος τοῦ θανάτου, ἔδωκεν εἰς τὰ παιδία του τὸ γράμμα τοῦ Ἐπισκόπου βουλλωμένον, καὶ παρήγγειλεν εἰς αὐτά, ὅτι ὅταν τὸν ἐνταφιάσουν νὰ βάλουν τὸ γράμμα εἰς τὸ χέρι του, χωρὶς νὰ ἔχῃ τινὰς εἴδησιν, καὶ ἔτζι ἔκαμαν τὰ τέκνα του. Ὕστερον δὲ ἀπὸ τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς ταφῆς του, ἐφάνη ὁ Εὐάγριος τὴν νύκτα εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, καὶ τοῦ λέγει. Ἄνοιξον τὸν τάφον μου, καὶ λάβε τὸ ἰδιόχειρον γράμμα σου, ὅτι ἀπέλαβον τὸ χρέος, καὶ δὲν ἔχω πλέον νὰ τὸ ζητῶ ἀπὸ λόγου σου, καὶ πρὸς πληροφορίαν σου, ἰδιοχείρως ὑπέγραψα εἰς τὸ ἐδικόν σου γράμμα. Ὁ γὰρ Ἐπίσκοπος δὲν ἤξευρε, πῶς ἐνταφιάσθη μαζὶ μὲ τὸν νεκρὸν καὶ τὸ ἰδιόχειρον γράμμα του. Τὸ πρωῒ λοιπὸν ἔκραξεν ὁ Συνέσιος τὰ τέκνα τοῦ Εὐαγρίου, καὶ τὰ ἐρώτησεν, ἐὰν ἔβαλαν εἰς τὸν τάφον τοῦ πατρός των κᾀνένα πρᾶγμα. Ἐκεῖνα δὲ ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔβαλον ἄλλο τίποτε, πάρεξ τὸ σῶμα μὲ τὰ ῥοῦχα, ὁποῦ ἐφόρει. Ὁ δὲ Ἐπίσκοπος, οὐδὲ κᾀνένα χαρτὶ τοὺς εἶπε, δὲν ἐθάψατε, μὲ τὸ σῶμα τοῦ πατρός σας; Τότε ἐκεῖνοι ἐνθυμήθηκαν, καὶ εἶπον, ναὶ Δέσποτα, ὅταν ὁ πατήρ μας ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ, μᾶς ἔδωκεν ἕνα χαρτίον, καὶ μᾶς παρήγγειλεν, ὅτι ὅταν μὲ ἐνταφιάσετε, βάλετε καὶ τὸ χαρτίον τοῦτο εἰς τὰς χεῖράς μου, χωρὶς νὰ ἔχῃ τινὰς εἴδησιν. Τότε ἐφανέρωσεν ὁ Συνέσιος τὸ ὅραμα ὁποῦ εἶδεν, ἐκείνην τὴν νύκτα.

Ὅθεν ἐπῆρε τὰ τέκνα τοῦ Εὐαγρίου, ὁμοῦ καὶ τοὺς ἐδικούς του Κληρικούς, καὶ ἄλλους πολλοὺς Χριστιανούς, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν τάφον τοῦ Εὐαγρίου, καὶ ἀνοίξαντες αὐτόν, εὑρῆκαν τὸν νεκρὸν ὁποῦ ἐκράτει εἰς τὸ χέρι του τὸ γράμμα τοῦ Ἐπισκόπου. Πέρνοντες δὲ αὐτὸ ἀπὸ τὸ χέρι του, τὸ ἄνοιξαν καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὑρῆκαν ὑποκάτω εἰς τὸ ἰδιόχειρον γράμμα τοῦ Ἐπισκόπου, ἄλλα γράμματα γεγραμμένα ἰδιοχείρως ἀπὸ τὸν Εὐάγριον, τὰ ὁποῖα ἔγραφον ταῦτα· «Ἐγὼ Εὐάγριος ὁ φιλόσοφος λέγω εἰς ἐσένα τὸν ὁσιώτατον Ἐπίσκοπον κύριον Συνέσιον, νὰ χαίρῃς. Ἀπέλαβον ἀπὸ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸ χρέος, ὁποῦ εἶναι γεγραμμένον εἰς τοῦτό σου τὸ πιττάκιον, καὶ ἀπέλαβον ἑκατονταπλασίονα θησαυρὸν ἐν τῷ Οὐρανῷ, καὶ ζωὴν αἰώνιον, καθὼς ὑπεσχέθης μοι. Ὅθεν δοξάζω τὸν Θεόν, καὶ εὐχαριστῶ τὴν ὁσιότητά σου, ὁποῦ μὲ ὡδήγησας εἰς τὸ φῶς». Οἱ δὲ παρεστῶτες ἀκούσαντες ταῦτα, καὶ βλέποντες τὰ γράμματα, πῶς ἦτον νεωστὶ γεγραμμένα, καὶ τῆς χειρὸς τοῦ ἰδίου Εὐαγρίου, μάλιστα δὲ πληροφορηθέντες ἀπὸ τὰ παιδία του ὁποῦ ἐβεβαίοναν, ὅτι μόνα τὰ γράμματα τοῦ Ἐπισκόπου περιεῖχε τὸ χαρτίον, ὅταν ἐνταφιάσθη μὲ τὸ νεκρὸν σῶμα τοῦ πατρός των, ταῦτα, λέγω, μαθόντες, ἔμειναν ὅλοι ἐκστατικοί, φωνάζοντες ὥραν πολλὴν τὸ «Κύριε ἐλέησον». Ὅθεν ἐδόξαζον τὸν Θεόν, ὁποῦ κάμνει τοιαῦτα θαυμάσια, καὶ δίδει πάντοτε εἰς τοὺς δούλους του τοιαύτας πληροφορίας. Ἐκεῖνος δὲ ὁποῦ ἐδιηγήθη εἰς ἡμᾶς τὸ θαυμάσιον τοῦτο, ἐβεβαίονεν, ὅτι τὸ γράμμα ἐκεῖνο, εὑρίσκεται εἰς τὸ Σκευοφυλάκιον τῆς ἁγιωτάτης ἐπισκοπῆς Κυρήνης μέχρι τῆς σήμερον, εἰς πληροφορίαν πολλῶν. Καὶ τὸ μὲν χρέος δείχνει, πῶς εἶναι παλαιότερα γεγραμμένον, ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἐπισκόπου. Ἡ δὲ πληρωμὴ τοῦ χρέους δείχνει, πῶς ἐγράφη ὕστερον ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ Εὐαγρίου μὲ τὸ χέρι ἐκείνου. (Τοῦτο τὸ διήγημα εὑρίσκεται καὶ ἐν τῷ Νέῳ Ἐκλογίῳ ὑπὸ τοῦ Λειμωναρίου ἐρανισθέν, μὲ κᾄποιαν ὀλίγην παραλλαγήν.)

*

Ἡ Ἁγία Ἰωάννα ἡ μυροφόρος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Οὗπερ παρέστης Ἰωάννα τῷ τάφῳ,
Τούτου παρέστης ἔσχατον καὶ τῷ θρόνῳ.

*

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ὁ ἐρημίτης, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Παρῆλθε Λουκᾶς, ἀλλ’ ἐμοὶ τοῦτον λόγοι,
Καὶ τῶν ἐφεξῆς σαλπίσουσι τῷ βίῳ.

*

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Μάρκιος καὶ Μαρκία, ξίφει τελειοῦνται.

Ἥνωντο κλήσει Μάρκιος καὶ Μαρκία,
Οὓς καὶ τομὴ συνῆψεν ἡ διὰ ξίφους.

*

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πιέριος ὁ Πρεσβύτερος Ἀντιοχείας, πυρὶ τελειοῦται.

Ὡς ἱερεῖον τὸν Πιέριον Λόγε,
Ἐνήγισάν σοι (ἤτοι κατέκαυσαν) δυσσεβεῖς ἐπ’ ἀνθράκων.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Γ’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

 

Των Αγίων Σαμψών του ξενοδόχου, Ανέκτου, Ιωάννας μυροφόρου, Λουκά, Μαρκίου, Μαρκίας, Πιερίου

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.