Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου23 Ιουνίου

Των Αγίων Αγριππίνης, Αριστοκλέους, Δημητριανού, Αθανασίου, Ευστοχίου κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Τω αυτώ μηνί ΚΓ’, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Αγριππίνης.

Πλησθείσα δεινών τραυμάτων εκ τυμμάτων,
Πολλών κατέσχε στεμμάτων Αγριππίνα.

Εικάδι θεινομένη (ήτοι τυπτομένη) τριτάτη θάνεν Αγριππίνα.

Αύτη η Αγία ήτον γέννημα και θρέμμα της περιδόξου πόλεως Ρώμης, και εκ νεότητός της παρέδωκε τον εαυτόν της εις τον Θεόν. Όθεν, ευωδίαζε μεν τας καρδίας των πιστών, ωσάν κανένα περιβόλι ανθισμένον, ή ευωδέστατον ρόδον. Απεδίωκε δε την δυσωδίαν και βρώμαν των παθών. Εστόλισε γαρ την ψυχήν της η μακαρία με την παρθενίαν και καθαρότητα. Και λοιπόν επειδή αρραβωνίσθη πνευματικώς με τον Χριστόν, δια τούτο ανδρείως και θαρσαλέως εμβήκεν εις το μαρτύριον. Και δια τον έρωτα και αγάπην του εδικού της νυμφίου Χριστού, παρέδωκε τον εαυτόν της εις πολλά βάσανα και μαρτύρια. Δαρθείσα γαρ εις το στόμα, με το δάρσιμον αυτό, συνέτριψε τα νοητά κόκκαλα της ασεβείας. Γυμνωθείσα δε από τα φορέματά της, την γύμνωσιν του εχθρού Διαβόλου επόμπευσε, και δεθείσα με δεσμά, και δοκιμάσασα στρέβλας, πάσαν την πλάνην των Ελλήνων διέλυσε. Τελευταίον δε, μέσα εις αυτάς τας βασάνους, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού η αοίδιμος, και ούτως έλαβε τον αμάραντον στέφανον της αθλήσεως. Βάσσα δε και Παύλα και Αγαθονίκη, πέρνουσαι κρυφίως το σώμα της Μάρτυρος, επήγαιναν από τόπον εις τόπον, και διαπεράσασαι πολλά πελάγη, έφθασαν τελευταίον εις την νήσον της Σικελίας, και εκεί απεθησαύρισαν το άγιον λείψανον. Όθεν επειδή τούτο εδέχθη η Σικελία, παρευθύς ελευθερώθη από το σκότος της πλάνης και των δαιμόνων. Αλλά και Αγαρηνοί ποτε τολμήσαντες να κουρσεύσουν το κάστρον, εν ω ευρίσκετο ο Ναός της Αγίας, αφανίσθησαν παντελώς. Από τότε λοιπόν και έως της σήμερον, λεπροί προσερχόμενοι εις το λείψανόν της, καθαρίζονται, και κάθε άλλη ασθένεια ιατρεύεται δια των πρεσβειών της.

*

ΤΆγιοι Αριστοκλής, Δημητριανός, Αθανάσιοςη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Αριστοκλέους Πρεσβυτέρου, Δημητριανού (1) Διακόνου, και Αθανασίου Αναγνώστου.

Εις τον Αριστοκλήν.

Αριστοκλής άριστος όντως οπλίτης,
Πάντως γαρ ηρίστευσε τμηθείς την κάραν.

Εις τον Δημητριανόν και Αθανάσιον.

Αθανάσιος εύρεν αθανασίαν,
Δημητριανώ συνθανών από ξίφους.

Από τους τρεις τούτους Αγίους ο εις, δηλαδή ο Αριστοκλής, ήτον Κύπριος κατά το γένος, καταγόμενος από την πόλιν Ταμασόν, και Ιερεύς αυτής υπάρχων, εν έτει τβ’ [302]. Κατά δε τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, ανέβη επάνω εις το εκεί βουνόν, και εκρύφθη μέσα εις ένα σπήλαιον, φοβούμενος τον διωγμόν, οπού εκινήθη κατά των Χριστιανών. Εις το σπήλαιον δε προσευχόμενος, αστράφθη από ένα φως, το οποίον ήτον λαμπρόν υπέρ τον ήλιον, και φωνή ήλθεν εκ του ουρανού, παρακινούσα αυτόν να υπάγη εις την Μητρόπολιν της Κύπρου Σαλαμίνα, ήτοι εις την Αμόχωστον, και εκεί να υπομείνη το δια μαρτυρίου τέλος. Πηγαίνωντας λοιπόν, έφθασεν εις τον Ναόν του Αποστόλου Βαρνάβα, και εκεί ευρήκε Δημητριανόν τον Διάκονον, και Αθανάσιον τον Αναγνώστην, και ξενοδοχηθείς κοντά εις αυτούς, εδιηγήθη την οπτασίαν οπού είδε, και την φωνήν οπού ήκουσε, και την αιτίαν, δια την οποίαν πηγαίνει εις την Αμόχωστον. Δια τούτο έλαβεν αυτούς συγκοινωνούς του μαρτυρίου του. Επροθυμοποιήθησαν γαρ και αυτοί να αποθάνουν μαζί του δια τον Χριστόν. Πηγαίνοντες δε εις την Αμόχωστον και οι τρεις, εστάθησαν επάνω εις ένα υψηλόν και αγναντερόν τόπον. Τούτους δε βλέπωντας ο ηγεμών, τους επροσκάλεσε, και μαθών από το στόμα των ιδίων, ότι είναι Χριστιανοί, πρώτον μεν έδειρε, και κατεξέσχισε τον Άγιον Αριστοκλήν, έπειτα απεκεφάλισεν αυτόν. Τον δε Δημητριανόν και Αθανάσιον βλέπων, πως επέμειναν εις την πίστιν του Χριστού, εβασάνισε πρώτον αυτούς με διαφόρους τιμωρίας, έπειτα επρόσταξε να βαλθώσιν εις την φωτίαν. Επειδή δε εφυλάχθησαν αβλαβείς υπό της χάριτος του Χριστού, τούτου χάριν επρόσταξε και τους απεκεφάλισαν, και έτζι έλαβον οι αοίδιμοι της αθλήσεως τους στεφάνους. (Όρα και εις την δεκάτην εβδόμην του παρόντος το Συναξάριον του Αγίου Ιερομάρτυρος Φιλονείδους.)

(1) Παρά δε τοις τετυπωμένοις Μηναίοις, Δημήτριος ούτος γράφεται.

*

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ευστοχίου Πρεσβυτέρου και των συν αυτώ, Γαΐου ανεψιού αυτού, και των τέκνων αυτού Λολλίας, Πρόβης, και Ουρβανού.

Εις τον Ευστόχιον.

Ένθους υπάρχων Ευστόχιε προς ξίφος,
Οίμαι στοχάζη ποίον έσται σοι στέφος.

Εις τον Γάϊον.

Θείοις Γάϊος θυρεοίς πεφραγμένος,
Ψυχήν άτμητος τω ξίφει τμηθείς μένει.

Εις την Λολλίαν.

Χριστώ προσήλθες Λολλία δια ξίφους,
Φύκει βαφείσα νυμφικώς σων αιμάτων.

Εις την Πρόβην.

Εξ αυχένος χέουσα κρουνούς αιμάτων,
Χαίρουσά μοι πρόβαινε προς Θεόν Πρόβη.

Εις τον Ουρβανόν.

Τμηθείς τράχηλον Μάρτυς Ουρβανέ ξίφει,
Αφυπτιάζεις ως σπαραχθέν αρνίον.

Ούτος ο Άγιος Ευστόχιος και Γάϊος ο ανεψιός του, και τα τέκνα του Λολλία και Πρόβη και Ουρβανός, ήτον από την πόλιν την καλουμένην Ούσαδα, κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού, και Αγρίππα ηγεμόνος εν έτει τ’ [300]. Ο Ευστόχιος λοιπόν ούτος, πρότερον μεν, ήτον ιερεύς των ειδώλων. Ύστερον δε, βλέπωντας τους Αγίους να μαρτυρούν δια τον Χριστόν, και να ποιούν παράδοξα θαύματα, απεστράφη την θρησκείαν των ειδώλων, και πηγαίνωντας εις τον Ευδόξιον τον Επίσκοπον Αντιοχείας, εβαπτίσθη από αυτόν, και έλαβε και το αξίωμα του Πρεσβυτέρου. Πηγαίνωντας δε εις ένα χωρίον της Λυκαονίας Λύστραν καλούμενον, ευρήκεν εκεί τον ανεψιόν του Γάϊον, ομού και τα τρία τέκνα του Λολλίαν, Πρόβην, και Ουρβανόν, και διδάξας αυτούς την του Χριστού πίστιν, εβάπτισεν αυτούς, ομού και όλους τους συγγενείς του. Όθεν δια τούτο επιάσθη από τους Έλληνας και εφέρθη εις τον ηγεμόνα. Και επειδή ωμολόγησε τον Χριστόν, εκρέμασαν αυτόν επάνω εις ξύλον, και τον εξέσχισαν δυνατά. Έπειτα επήγεν ομού με τους ανωτέρω, εις τον ηγεμόνα της Αγκύρας Αγριππίνον, παρά του οποίου ερωτηθέντες, δεν επείσθησαν να αρνηθούν τον Χριστόν. Όθεν, πρώτον μεν, η Αγία Λολλία, και ο αδελφός της Ουρβανός, εβάλθησαν αντικρύ ένας του άλλου, και εξεσχίσθησαν εις τα μάγουλα. Επειδή δε ο Γάϊος εδέχθη ευλαβώς το αίμα των εις τας χείρας του προς αγιασμόν, δια τούτο εδάρθη εις την πλάτην και την κοιλίαν. Ο δε Άγιος Ευστόχιος απεκεφαλίσθη, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Μετά δε ημέρας τινάς, ο Γάϊος και τα τέκνα του Ευστοχίου, εδέθησαν επάνω εις ένα χαλκούν τροχόν. Εφυλάχθησαν όμως υπό Θεού αβλαβείς, με το να εστάθη ο τροχός από την κίνησίν του, και με το να έσβυσεν η φωτία, οπού έκαιεν υποκάτω του τροχού, δια τούτο εξύρισαν τας κεφαλάς των, και διεπέρασαν αυτάς με καρφία. Και της μεν Πρόβης και Λολλίας, έκοψαν τα βυζία, τον δε Ουρβανόν, έδειραν με σπάθας ξυλίνας. Τελευταίον δε, επειδή δεν επείσθησαν να αρνηθούν τον Χριστόν, αλλά μεγαλοφώνως εκήρυξαν και επικαλέσθηκαν αυτόν, δια τούτο απεκεφαλίσθησαν οι μακάριοι, και ανέβηκαν στεφανηφόροι εις τα Ουράνια.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Τῷ αὐτῷ μηνὶ ΚΓ΄, μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγριππίνης.

Πλησθεῖσα δεινῶν τραυμάτων ἐκ τυμμάτων,
Πολλῶν κατέσχε στεμμάτων Ἀγριππίνα.

Εἰκάδι θεινομένη (ἤτοι τυπτομένη) τριτάτῃ θάνεν Ἀγριππίνα.

Αὕτη ἡ Ἁγία ἦτον γέννημα καὶ θρέμμα τῆς περιδόξου πόλεως Ῥώμης, καὶ ἐκ νεότητός της παρέδωκε τὸν ἑαυτόν της εἰς τὸν Θεόν. Ὅθεν, εὐωδίαζε μὲν τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, ὡσὰν κᾀνένα περιβόλι ἀνθισμένον, ἢ εὐωδέστατον ῥόδον. Ἀπεδίωκε δὲ τὴν δυσωδίαν καὶ βρώμαν τῶν παθῶν. Ἐστόλισε γὰρ τὴν ψυχήν της ἡ μακαρία μὲ τὴν παρθενίαν καὶ καθαρότητα. Καὶ λοιπὸν ἐπειδὴ ἀρραβωνίσθη πνευματικῶς μὲ τὸν Χριστόν, διὰ τοῦτο ἀνδρείως καὶ θαρσαλέως ἐμβῆκεν εἰς τὸ μαρτύριον. Καὶ διὰ τὸν ἔρωτα καὶ ἀγάπην τοῦ ἐδικοῦ της νυμφίου Χριστοῦ, παρέδωκε τὸν ἑαυτόν της εἰς πολλὰ βάσανα καὶ μαρτύρια. Δαρθεῖσα γὰρ εἰς τὸ στόμα, μὲ τὸ δάρσιμον αὐτό, συνέτριψε τὰ νοητὰ κόκκαλα τῆς ἀσεβείας. Γυμνωθεῖσα δὲ ἀπὸ τὰ φορέματά της, τὴν γύμνωσιν τοῦ ἐχθροῦ Διαβόλου ἐπόμπευσε, καὶ δεθεῖσα μὲ δεσμά, καὶ δοκιμάσασα στρέβλας, πᾶσαν τὴν πλάνην τῶν Ἑλλήνων διέλυσε. Τελευταῖον δέ, μέσα εἰς αὐτὰς τὰς βασάνους, παρέδωκε τὴν ψυχήν της εἰς χεῖρας Θεοῦ ἡ ἀοίδιμος, καὶ οὕτως ἔλαβε τὸν ἀμάραντον στέφανον τῆς ἀθλήσεως. Βάσσα δὲ καὶ Παῦλα καὶ Ἀγαθονίκη, πέρνουσαι κρυφίως τὸ σῶμα τῆς Μάρτυρος, ἐπήγαιναν ἀπὸ τόπον εἰς τόπον, καὶ διαπεράσασαι πολλὰ πελάγη, ἔφθασαν τελευταῖον εἰς τὴν νῆσον τῆς Σικελίας, καὶ ἐκεῖ ἀπεθησαύρισαν τὸ ἅγιον λείψανον. Ὅθεν ἐπειδὴ τοῦτο ἐδέχθη ἡ Σικελία, παρευθὺς ἐλευθερώθη ἀπὸ τὸ σκότος τῆς πλάνης καὶ τῶν δαιμόνων. Ἀλλὰ καὶ Ἀγαρηνοί ποτε τολμήσαντες νὰ κουρσεύσουν τὸ κάστρον, ἐν ᾧ εὑρίσκετο ὁ Ναὸς τῆς Ἁγίας, ἀφανίσθησαν παντελῶς. Ἀπὸ τότε λοιπὸν καὶ ἕως τῆς σήμερον, λεπροὶ προσερχόμενοι εἰς τὸ λείψανόν της, καθαρίζονται, καὶ κάθε ἄλλη ἀσθένεια ἰατρεύεται διὰ τῶν πρεσβειῶν της.

*

Άγιοι Αριστοκλής, Δημητριανός, ΑθανάσιοςΤῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀριστοκλέους Πρεσβυτέρου, Δημητριανοῦ (1) Διακόνου, καὶ Ἀθανασίου Ἀναγνώστου.

Εἰς τὸν Ἀριστοκλῆν.

Ἀριστοκλῆς ἄριστος ὄντως ὁπλίτης,
Πάντως γὰρ ἠρίστευσε τμηθεὶς τὴν κάραν.

Εἰς τὸν Δημητριανὸν καὶ Ἀθανάσιον.

Ἀθανάσιος εὗρεν ἀθανασίαν,
Δημητριανῷ συνθανὼν ἀπὸ ξίφους.

Ἀπὸ τοὺς τρεῖς τούτους Ἁγίους ὁ εἷς, δηλαδὴ ὁ Ἀριστοκλῆς, ἦτον Κύπριος κατὰ τὸ γένος, καταγόμενος ἀπὸ τὴν πόλιν Ταμασόν, καὶ Ἱερεὺς αὐτῆς ὑπάρχων, ἐν ἔτει τβ΄ [302]. Κατὰ δὲ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ, ἀνέβη ἐπάνω εἰς τὸ ἐκεῖ βουνόν, καὶ ἐκρύφθη μέσα εἰς ἕνα σπήλαιον, φοβούμενος τὸν διωγμόν, ὁποῦ ἐκινήθη κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Εἰς τὸ σπήλαιον δὲ προσευχόμενος, ἀστράφθη ἀπὸ ἕνα φῶς, τὸ ὁποῖον ἦτον λαμπρὸν ὑπὲρ τὸν ἥλιον, καὶ φωνὴ ἦλθεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, παρακινοῦσα αὐτὸν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Μητρόπολιν τῆς Κύπρου Σαλαμῖνα, ἤτοι εἰς τὴν Ἀμόχωστον, καὶ ἐκεῖ νὰ ὑπομείνῃ τὸ διὰ μαρτυρίου τέλος. Πηγαίνωντας λοιπόν, ἔφθασεν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, καὶ ἐκεῖ εὑρῆκε Δημητριανὸν τὸν Διάκονον, καὶ Ἀθανάσιον τὸν Ἀναγνώστην, καὶ ξενοδοχηθεὶς κοντὰ εἰς αὐτούς, ἐδιηγήθη τὴν ὀπτασίαν ὁποῦ εἶδε, καὶ τὴν φωνὴν ὁποῦ ἤκουσε, καὶ τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν πηγαίνει εἰς τὴν Ἀμόχωστον. Διὰ τοῦτο ἔλαβεν αὐτοὺς συγκοινωνοὺς τοῦ μαρτυρίου του. Ἐπροθυμοποιήθησαν γὰρ καὶ αὐτοὶ νὰ ἀποθάνουν μαζί του διὰ τὸν Χριστόν. Πηγαίνοντες δὲ εἰς τὴν Ἀμόχωστον καὶ οἱ τρεῖς, ἐστάθησαν ἐπάνω εἰς ἕνα ὑψηλὸν καὶ ἀγναντερὸν τόπον. Τούτους δὲ βλέπωντας ὁ ἡγεμών, τοὺς ἐπροσκάλεσε, καὶ μαθὼν ἀπὸ τὸ στόμα τῶν ἰδίων, ὅτι εἶναι Χριστιανοί, πρῶτον μὲν ἔδειρε, καὶ κατεξέσχισε τὸν Ἅγιον Ἀριστοκλῆν, ἔπειτα ἀπεκεφάλισεν αὐτόν. Τὸν δὲ Δημητριανὸν καὶ Ἀθανάσιον βλέπων, πῶς ἐπέμειναν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἐβασάνισε πρῶτον αὐτοὺς μὲ διαφόρους τιμωρίας, ἔπειτα ἐπρόσταξε νὰ βαλθῶσιν εἰς τὴν φωτίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἐφυλάχθησαν ἀβλαβεῖς ὑπὸ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, τούτου χάριν ἐπρόσταξε καὶ τοὺς ἀπεκεφάλισαν, καὶ ἔτζι ἔλαβον οἱ ἀοίδιμοι τῆς ἀθλήσεως τοὺς στεφάνους. (Ὅρα καὶ εἰς τὴν δεκάτην ἑβδόμην τοῦ παρόντος τὸ Συναξάριον τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Φιλονείδους.)

(1) Παρὰ δὲ τοῖς τετυπωμένοις Μηναίοις, Δημήτριος οὗτος γράφεται.

*

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Εὐστοχίου Πρεσβυτέρου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, Γαΐου ἀνεψιοῦ αὐτοῦ, καὶ τῶν τέκνων αὐτοῦ Λολλίας, Πρόβης, καὶ Οὐρβανοῦ.

Εἰς τὸν Εὐστόχιον.

Ἔνθους ὑπάρχων Εὐστόχιε πρὸς ξίφος,
Οἶμαι στοχάζῃ ποῖον ἔσται σοι στέφος.

Εἰς τὸν Γάϊον.

Θείοις Γάϊος θυρεοῖς πεφραγμένος,
Ψυχὴν ἄτμητος τῷ ξίφει τμηθεὶς μένει.

Εἰς τὴν Λολλίαν.

Χριστῷ προσῆλθες Λολλία διὰ ξίφους,
Φύκει βαφεῖσα νυμφικῶς σῶν αἱμάτων.

Εἰς τὴν Πρόβην.

Ἐξ αὐχένος χέουσα κρουνοὺς αἱμάτων,
Χαίρουσά μοι πρόβαινε πρὸς Θεὸν Πρόβη.

Εἰς τὸν Οὐρβανόν.

Τμηθεὶς τράχηλον Μάρτυς Οὐρβανὲ ξίφει,
Ἀφυπτιάζεις ὡς σπαραχθὲν ἀρνίον.

Οὗτος ὁ Ἅγιος Εὐστόχιος καὶ Γάϊος ὁ ἀνεψιός του, καὶ τὰ τέκνα του Λολλία καὶ Πρόβη καὶ Οὐρβανός, ἦτον ἀπὸ τὴν πόλιν τὴν καλουμένην Οὔσαδα, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Μαξιμιανοῦ, καὶ Ἀγρίππα ἡγεμόνος ἐν ἔτει τ΄ [300]. Ὁ Εὐστόχιος λοιπὸν οὗτος, πρότερον μέν, ἦτον ἱερεὺς τῶν εἰδώλων. Ὕστερον δέ, βλέπωντας τοὺς Ἁγίους νὰ μαρτυροῦν διὰ τὸν Χριστόν, καὶ νὰ ποιοῦν παράδοξα θαύματα, ἀπεστράφη τὴν θρῃσκείαν τῶν εἰδώλων, καὶ πηγαίνωντας εἰς τὸν Εὐδόξιον τὸν Ἐπίσκοπον Ἀντιοχείας, ἐβαπτίσθη ἀπὸ αὐτόν, καὶ ἔλαβε καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρεσβυτέρου. Πηγαίνωντας δὲ εἰς ἕνα χωρίον τῆς Λυκαονίας Λύστραν καλούμενον, εὑρῆκεν ἐκεῖ τὸν ἀνεψιόν του Γάϊον, ὁμοῦ καὶ τὰ τρία τέκνα του Λολλίαν, Πρόβην, καὶ Οὐρβανόν, καὶ διδάξας αὐτοὺς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, ἐβάπτισεν αὐτούς, ὁμοῦ καὶ ὅλους τοὺς συγγενεῖς του. Ὅθεν διὰ τοῦτο ἐπιάσθη ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας καὶ ἐφέρθη εἰς τὸν ἡγεμόνα. Καὶ ἐπειδὴ ὡμολόγησε τὸν Χριστόν, ἐκρέμασαν αὐτὸν ἐπάνω εἰς ξύλον, καὶ τὸν ἐξέσχισαν δυνατά. Ἔπειτα ἐπῆγεν ὁμοῦ μὲ τοὺς ἀνωτέρω, εἰς τὸν ἡγεμόνα τῆς Ἀγκύρας Ἀγριππῖνον, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐρωτηθέντες, δὲν ἐπείσθησαν νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστόν. Ὅθεν, πρῶτον μέν, ἡ Ἁγία Λολλία, καὶ ὁ ἀδελφός της Οὐρβανός, ἐβάλθησαν ἀντικρὺ ἕνας τοῦ ἄλλου, καὶ ἐξεσχίσθησαν εἰς τὰ μάγουλα. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Γάϊος ἐδέχθη εὐλαβῶς τὸ αἷμά των εἰς τὰς χεῖράς του πρὸς ἁγιασμόν, διὰ τοῦτο ἐδάρθη εἰς τὴν πλάτην καὶ τὴν κοιλίαν. Ὁ δὲ Ἅγιος Εὐστόχιος ἀπεκεφαλίσθη, καὶ ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον. Μετὰ δὲ ἡμέρας τινάς, ὁ Γάϊος καὶ τὰ τέκνα τοῦ Εὐστοχίου, ἐδέθησαν ἐπάνω εἰς ἕνα χαλκοῦν τροχόν. Ἐφυλάχθησαν ὅμως ὑπὸ Θεοῦ ἀβλαβεῖς, μὲ τὸ νὰ ἐστάθη ὁ τροχὸς ἀπὸ τὴν κίνησίν του, καὶ μὲ τὸ νὰ ἔσβυσεν ἡ φωτία, ὁποῦ ἔκαιεν ὑποκάτω τοῦ τροχοῦ, διὰ τοῦτο ἐξύρισαν τὰς κεφαλάς των, καὶ διεπέρασαν αὐτὰς μὲ καρφία. Καὶ τῆς μὲν Πρόβης καὶ Λολλίας, ἔκοψαν τὰ βυζία, τὸν δὲ Οὐρβανόν, ἔδειραν μὲ σπάθας ξυλίνας. Τελευταῖον δέ, ἐπειδὴ δὲν ἐπείσθησαν νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστόν, ἀλλὰ μεγαλοφώνως ἐκήρυξαν καὶ ἐπικαλέσθηκαν αὐτόν, διὰ τοῦτο ἀπεκεφαλίσθησαν οἱ μακάριοι, καὶ ἀνέβηκαν στεφανηφόροι εἰς τὰ Οὐράνια.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Γ’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Αγριππίνης, Αριστοκλέους, Δημητριανού, Αθανασίου, Ευστοχίου κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.