Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου22 Μαρτίου

Των Αγίων Βασιλείου Πρεσβυτέρου της εν Αγκύρα Εκκλησίας, Καλλινίκης, Βασιλίσσης, Δροσίδος και των συν αυτή κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιος Βασίλειος ΑγκύραςΤω αυτώ μηνί ΚΒ’, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Βασιλείου Πρεσβυτέρου της εν Αγκύρα Εκκλησίας.

Σώαν Προφήτης είπεν αλγείν κοιλίαν,
Τετρημένην δε Μάρτυς αλγείν ουκ έφη.

Εικάδι δευτερίη Βασίλειος ετρήθη σούβλαις.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους Ιουλιανού του παραβάτου, και Σατορνίνου ηγεμόνος Αγκύρας, εν έτει τξβ’ [362], Πρεσβύτερος υπάρχων της εν Αγκύρα αγίας Εκκλησίας. Διαβαλθείς δε εις τον ηγεμόνα, παρεστάθη εις αυτόν, και ερωτηθείς εάν αρνήται τον Χριστόν, και μη πεισθείς, κρεμάται επάνω εις ξύλον και τας πλευράς ξεσχίζεται, και εις την φυλακήν απορρίπτεται. Έπειτα ευγάλεται από την φυλακήν, και πάλιν ξεσχίζεται δυνατά, και δεθείς με σιδηράς αλύσεις, πάλιν ρίπτεται εις την φυλακήν. Μετά δε ημέρας τινάς, όταν ο Ιουλιανός επέρνα από την Άγκυραν, επροσφέρθη εις αυτόν δεδεμένος ο Άγιος. Και ερωτηθείς παρ’ αυτού και μη πεισθείς να αρνηθή τον Χριστόν, παρεδόθη εις τον κόμητα Φλαβέντιον δια να ευγάλη λωρία από το σώμα του Μάρτυρος, το οποίον παρευθύς ετελείωσεν. Όθεν αφ’ ου εύγαλαν πολλά λωρία, τόσον από τα έμπροσθεν μέρη του σώματος του Αγίου, όσον και από τα όπισθεν, τα οποία εκρέμοντο εις τους ώμους τούτου, τότε ο γενναίος αδάμας αρπάσας ένα λωρί, και σπάσας αυτό από το σώμα του, το έρριψεν επάνω εις το πρόσωπον του Ιουλιανού. Εκείνος δε επρόσταξε να πυρώσουν σούβλας και με αυτάς να κατακαύσουν τον Μάρτυρα, και να τρυπήσουν την κοιλίαν και ράχιν και όλας τας αρμονίας του σώματός του. Τούτου δε γενομένου, παρέδωκεν ο γενναίος αθλητής την ψυχήν του εις χείρας Θεού, παρά του οποίου έλαβε τον στέφανον της αθλήσεως.

*

Τη αυτή ημέρα αι Άγιαι Μάρτυρες Καλλινίκη και Βασίλισσα ξίφει τελειούνται.

Καλλινίκην τέμνουσι συν Βασιλίσση,
Τας καλλινίκους και πόλου βασιλίδας.

*

Αγία ΔροσίςΜνήμη της Αγίας Δροσίδος, θυγατρός του βασιλέως Τραϊανού, και των συν αυτή πέντε Κανονικών.

Εις την Δροσίδα.

Δροσίς λιπούσα πατρικήν πάσαν σχέσιν,
Εφεύρε Χριστόν τον ποθεινόν Νυμφίον.

Εις τας Κανονικάς.

Ει και εχωνεύθητε λαμπραί Παρθένοι,
Αλλ’ Ουρανούς οικείτε νυν συν Αγγέλοις.

Όταν εβασίλευεν ο Τραϊανός εν έτει Ϟθ’ [99], όχι μόνον καθ’ εκάστην ημέραν εθανάτονε τους τον Χριστόν ομολογούντας Χριστιανούς, αλλά και τα τούτων τίμια λείψανα έρριπτεν ο μιαρός, μέσα εις ατίμους και ακαθάρτους τόπους. Τότε λοιπόν ήτον πέντε γυναίκες Κανονικαί, ήτοι καλογραίαι, αι οποίαι ασκούμεναι εις ένα ασκητήριον και τας εντολάς του Θεού φυλάττουσαι, κοντά εις τας άλλας των αρετάς, είχον και τούτο έργον απαραίτητον, δηλαδή το να πέρνουν τα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων, και να μυρίζουν αυτά με μύρα και σινδόνια, και έτζι να τα ενταφιάζουν εις το ασκητήριον αυτών. Τούτο δε μανθάνουσα Δροσίς η θυγάτηρ του βασιλέως Τραϊανού, επήγεν εις τας ανωτέρω καλογραίας, έχουσα μαζί της και φορέματα πολύτιμα, (οι γαρ φυλάττοντες το παλάτι κουβικουλάριοι, εκρατήθησαν από ύπνον βαθύν, και δεν αισθάνθησαν, όταν ευγήκεν η Δροσίς από το παλάτιον). Παρεκάλει λοιπόν αύτη τας καλογραίας, να υπάγουν μαζί να πάρουν κανένα λείψανον Μάρτυρος.

Ο δε Αδριανός ο αρραβωνιστικός της Δροσίδος, και σύμβουλος ων του πατρός της βασιλέως, Αυτοκράτωρ δέσποτα, είπε, πρόσταξον να βαλθούν στρατιώται δια να φυλάττουν τα σώματα των κακοθανάτων Χριστιανών, δια να μάθωμεν, ποίοι είναι εκείνοι, οπού κλέπτουσι τούτων τα σώματα. Ο δε βασιλεύς επρόσταξε τούτο να γένη. Αγρυπνήσαντες λοιπόν οι φύλακες, επίασαν τας πέντε καλογραίας μαζί με την θυγατέρα του βασιλέως Δροσίδα, και το πρωί επαράστησαν αυτάς εις τον βασιλέα. Βλέπων δε ο βασιλεύς την θυγατέρα του, εξεπλάγη. Όθεν επρόσταξε να φυλάττεται αύτη με ασφάλειαν, ίσως και μετανοήση. Δια δε τας πέντε καλογραίας επρόσταξε να κατασκευασθή ένα χωνί μεγάλον από χάλκωμα, και μέσα εις αυτό να βαλθούν αι καλογραίαι. Μαζί δε με αυτάς επρόσταξε να βαλθή και χάλκωμα αρκετόν, ίνα αναλύση το χάλκωμα και σμιχθή με τα αναλυθέντα σώματα των καλογραίων, και γένουν και τα δύω ένα μίγμα. Και έτζι δια του τοιούτου χαλκώματος, κατασκευασθούν αι βάσεις και τα πατώματα των χαλκείων αγγείων του δημοσίου λουτρού, το οποίον εκτίσθη καινούργιον παρ’ αυτού, και έμελλε να αναφθή εις την εορτήν, την λεγομένην των Απολλωνίων, και να εγκαινιασθή εις θεραπείαν των ομοφρόνων του βασιλέως ειδωλολατρών.

Ταύτα λοιπόν αφ’ ου έγιναν, και αφ’ ου αι του Χριστού καλογραίαι εχωνεύθησαν, τότε εκατασκευάσθησαν τα χάλκινα αγγεία του λουτρού. Όθεν άναψαν οι στρατιώται το λουτρόν, και εκήρυττον πανταχού λέγοντες. Όσοι είσθε φίλοι των ευμενών θεών, έλθετε εις τα εγκαίνια του δημοσίου λουτρού, και ευθύς συνέτρεχον άπαντες. Ο πρώτος λοιπόν οπού ήλθεν, ευθύς οπού επλησίασεν εις την πρώτην πόρταν του λουτρού, έπεσε χαμαί, και εξεψύχησεν. Ομοίως έπαθον και όσοι άλλοι ύστερα από εκείνον επλησίασαν. Κανένας γαρ από όλους εκείνους δεν εδυνήθη να έμβη. Τούτο δε μαθών ο βασιλεύς επροσκάλεσε τους λατρευτάς των θεών του. Και είπατέ μοι, έλεγε προς αυτούς, είπατέ μοι, μήπως έγινε καμμία μαγεία από τους Χριστιανούς, και δια τούτο δεν δύναται να έμβη τινάς εις το λουτρόν; Οι δε απεκρίθησαν, ουχί βασιλεύ. Αλλά τα χάλκινα εκείνα αγγεία, οπού έγιναν από τα λείψανα των καλογραίων, ταύτα εποίησαν το θαυμάσιον τούτο. Όθεν πρόσταξον να γένουν άλλα αγγεία, και έτζι θέλει παύσει ο γινόμενος θάνατος. Τούτου δε γενομένου, είπεν ο αρραβωνιστικός της Δροσίδος Αδριανός προς τον βασιλέα, πρόσταξον, ω βασιλεύ, να χωνευθούν δεύτερον τα πρότερα πατώματα των χαλκών αγγείων, και από αυτά να γένουν ανδριάντες γυμνοί, έχοντες το είδος των καλογραίων εκείνων, προς όνειδος και ατιμίαν αυτών. Οι δε ανδριάντες αυτοί, να σταθούν εις το δημόσιον λουτρόν της βασιλείας σου. Και ευθύς επρόσταξεν ο βασιλεύς και έγιναν. Και αφ’ ου εστάθησαν οι ανδριάντες των καλογραίων εις το λουτρόν, βλέπει ο βασιλεύς καθ’ ύπνον πέντε προβατίνας καθαράς, οπού έβοσκαν μέσα εις ένα περιβόλι. Βλέπει δε και ένα βοσκόν φοβερόν, οπού έβοσκεν αυτάς, και έλεγεν εις τον βασιλέα. Ασεβέστατε βασιλεύ, τας καλογραίας, οπού εσύ ενόμισας να στήσης γυμνάς εις το λουτρόν σου δι’ ατιμίαν, ταύτας ο καλός βοσκός Χριστός, χωρίσας από λόγου σου, τας έβαλεν εις τούτον τον ωραίον τόπον του Παραδείσου, εις τον οποίον μέλλει να έλθη και η θυγάτηρ σου Δροσίς, η καθαρά του Θεού προβατίνα.

Έξυπνος δε γενόμενος ο βασιλεύς, εθυμώθη, ότι και μετά θάνατον αι Άγιαι γυναίκες κατεντροπίασαν τας βουλάς του. Όθεν εις πείσμα και εκδίκησιν αυτών, προστάζει να αναφθούν δύω μεγάλοι φούρνοι, ή καμίνια, από το ένα μέρος και από το άλλο της πόλεως, και αυτοί να καίωνται κάθε ημέραν. Επρόσθεσε δε και την επιγραφήν ταύτην επάνω εις κάθε φούρνον και καμίνι, έχουσαν προσταγήν βασιλικήν και περιέχουσαν ταύτα. «Άνδρες Γαλιλαίοι οι προσκυνούντες τον εσταυρωμένον, γλυτώσατε, τον μεν εαυτόν σας από τα βάσανα, ημάς δε από κόπους. Και κάθε ένας από λόγου σας, ας ρίψη μόνος τον εαυτόν του ακωλύτως μέσα εις όποιον φούρνον, ή καμίνι θελήση». Ταύτην λοιπόν την προσταγήν ακούσασα η του Θεού δούλη Δροσίς, η θυγάτηρ του απανθρώπου βασιλέως, και ότι κάθε Χριστιανός, από τον πόθον και την αγάπην του Χριστού φλεγόμενος, έρριπτε τον εαυτόν του αυτοθελήτως μέσα εις τους φούρνους και καμίνια, εσήκωσε τα ομμάτιά της εις τον Ουρανόν και είπε. Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ανίσως και είναι θέλημά σου άγιον δια να σωθώ, και να λυτρωθώ από την μανιώδη θρησκείαν Τραϊανού του εδικού μου πατρός, εσύ συνέργησον να ελευθερωθώ από τον νυμφώνα και αρραβωνισμόν του δυσσεβούς Αδριανού, και να αναβώ εις τον Ουρανόν, όπου ευρίσκονται και αι πέντε καλογραίαι, αίτινες με ωδήγησαν εις τον φόβον σου. Κοίμισον δε με βαθύν ύπνον εκείνους, οπού με φυλάττουν, δια να δυνηθώ να φύγω χωρίς να το αισθανθούν.

Ταύτα ειπούσα, εκδύθη τα βασιλικά φορέματα οπού είχε, και ευγήκεν από το παλάτι ήσυχα, χωρίς τινας να το αισθανθή. Πηγαίνουσα δε δια να ρίψη τον εαυτόν της μέσα εις ένα από τα εκεί καμίνια, εστοχάσθη εις τον εαυτόν της και είπε. Πώς πηγαίνω εις τον Θεόν, χωρίς να έχω ένδυμα γάμου; ήτοι χωρίς να λάβω το Άγιον Βάπτισμα, χωρίς το οποίον είμαι ακάθαρτος; Αλλ’ ω Βασιλεύ των Βασιλευόντων Κύριε Ιησού Χριστέ, ιδού άφησα την βασιλείαν μου δια την εδικήν σου αγάπην, ίνα καταστήσης με πορτάρισσαν της εδικής σου Βασιλείας. Συ λοιπόν, οπού δια λόγου μας εβαπτίσθης, βάπτισον και εμένα με Πνεύμα Άγιον. Ευθύς δε οπού είπε ταύτα, εύγαλε το μύρον οπού εβάσταζεν από τον κοιτώνα της, και άλειψε τον εαυτόν της. Έπειτα εβαπτίσθη εις ένα από τους εκεί ευρισκομένους καμαροειδείς λάκκους, και είπε. Βαπτίζεται η δούλη του Θεού Δροσίς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και φυλάξασα τον εαυτόν της επτά ημέρας, έτρωγε τροφήν, την οποίαν της έφερεν Άγγελος Κυρίου. Τινές δε φιλόχριστοι Χριστιανοί ευρόντες αυτήν, έμαθον τα περί αυτής πάντα, καθώς εκείνη η μακαρία τα εδιηγήθη εις αυτούς. Κατά δε την ογδόην ημέραν, παρακαλούσα τον Θεόν και προσευχομένη, δια να την οδηγήση, τι πρέπει να κάμη, απήλθε προς Κύριον.

*

Άγιος Οσιομάρτυς ΕυθύμιοςΜνήμη του Αγίου νέου Οσιομάρτυρος Ευθυμίου, του εν Κωνσταντινουπόλει αθλήσαντος εν έτει ͵αωιδ’ [1814], ος ξίφει τελειούται.

Βαΐα κρατών, ή δε σταυρόν παμμάκαρ,
Εύθυμος Ευθύμιε, χωρείς προς ξίφος.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

 

 

Άγιος Βασίλειος ΑγκύραςΤῷ αὐτῷ μηνὶ ΚΒ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Βασιλείου Πρεσβυτέρου τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Ἐκκλησίας.

Σῶαν Προφήτης εἶπεν ἀλγεῖν κοιλίαν,
Τετρημένην δὲ Μάρτυς ἀλγεῖν οὐκ ἔφη.

Εἰκάδι δευτερίῃ Βασίλειος ἐτρήθη σούβλαις.

Οὗτος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτου, καὶ Σατορνίνου ἡγεμόνος Ἀγκύρας, ἐν ἔτει τξβ΄ [362], Πρεσβύτερος ὑπάρχων τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ ἁγίας Ἐκκλησίας. Διαβαλθεὶς δὲ εἰς τὸν ἡγεμόνα, παρεστάθη εἰς αὐτόν, καὶ ἐρωτηθεὶς ἐὰν ἀρνῆται τὸν Χριστόν, καὶ μὴ πεισθείς, κρεμᾶται ἐπάνω εἰς ξύλον καὶ τὰς πλευρὰς ξεσχίζεται, καὶ εἰς τὴν φυλακὴν ἀπορρίπτεται. Ἔπειτα εὐγάλεται ἀπὸ τὴν φυλακήν, καὶ πάλιν ξεσχίζεται δυνατά, καὶ δεθεὶς μὲ σιδηρᾶς ἁλύσεις, πάλιν ῥίπτεται εἰς τὴν φυλακήν. Μετὰ δὲ ἡμέρας τινας, ὅταν ὁ Ἰουλιανὸς ἐπέρνα ἀπὸ τὴν Ἄγκυραν, ἐπροσφέρθη εἰς αὐτὸν δεδεμένος ὁ Ἅγιος. Καὶ ἐρωτηθεὶς παρ’ αὐτοῦ καὶ μὴ πεισθεὶς νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστόν, παρεδόθη εἰς τὸν κόμητα Φλαβέντιον διὰ νὰ εὐγάλῃ λωρία ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος, τὸ ὁποῖον παρευθὺς ἐτελείωσεν. Ὅθεν ἀφ’ οὗ εὔγαλαν πολλὰ λωρία, τόσον ἀπὸ τὰ ἔμπροσθεν μέρη τοῦ σώματος τοῦ Ἁγίου, ὅσον καὶ ἀπὸ τὰ ὄπισθεν, τὰ ὁποῖα ἐκρέμοντο εἰς τοὺς ὤμους τούτου, τότε ὁ γενναῖος ἀδάμας ἁρπάσας ἕνα λωρί, καὶ σπάσας αὐτὸ ἀπὸ τὸ σῶμά του, τὸ ἔρριψεν ἐπάνω εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ἐκεῖνος δὲ ἐπρόσταξε νὰ πυρώσουν σούβλας καὶ μὲ αὐτὰς νὰ κατακαύσουν τὸν Μάρτυρα, καὶ νὰ τρυπήσουν τὴν κοιλίαν καὶ ῥάχιν καὶ ὅλας τὰς ἁρμονίας τοῦ σώματός του. Τούτου δὲ γενομένου, παρέδωκεν ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ, παρὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὸν στέφανον τῆς ἀθλήσεως.

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ αἱ Ἅγιαι Μάρτυρες Καλλινίκη καὶ Βασίλισσα ξίφει τελειοῦνται.

Καλλινίκην τέμνουσι σὺν Βασιλίσσῃ,
Τὰς καλλινίκους καὶ πόλου βασιλίδας.

*

Αγία ΔροσίςΜνήμη τῆς Ἁγίας Δροσίδος, θυγατρὸς τοῦ βασιλέως Τραϊανοῦ, καὶ τῶν σὺν αὐτῇ πέντε Κανονικῶν.

Εἰς τὴν Δροσίδα.

Δροσὶς λιποῦσα πατρικὴν πᾶσαν σχέσιν,
Ἐφεῦρε Χριστὸν τὸν ποθεινὸν Νυμφίον.

Εἰς τὰς Κανονικάς.

Εἰ καὶ ἐχωνεύθητε λαμπραὶ Παρθένοι,
Ἀλλ’ Οὐρανοὺς οἰκεῖτε νῦν σὺν Ἀγγέλοις.

Ὅταν ἐβασίλευεν ὁ Τραϊανὸς ἐν ἔτει Ϟθ΄ [99], ὄχι μόνον καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐθανάτονε τοὺς τὸν Χριστὸν ὁμολογοῦντας Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ τὰ τούτων τίμια λείψανα ἔρριπτεν ὁ μιαρός, μέσα εἰς ἀτίμους καὶ ἀκαθάρτους τόπους. Τότε λοιπὸν ἦτον πέντε γυναῖκες Κανονικαί, ἤτοι καλογραῖαι, αἱ ὁποῖαι ἀσκούμεναι εἰς ἕνα ἀσκητήριον καὶ τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ φυλάττουσαι, κοντὰ εἰς τὰς ἄλλας των ἀρετάς, εἶχον καὶ τοῦτο ἔργον ἀπαραίτητον, δηλαδὴ τὸ νὰ πέρνουν τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, καὶ νὰ μυρίζουν αὐτὰ μὲ μῦρα καὶ σινδόνια, καὶ ἔτζι νὰ τὰ ἐνταφιάζουν εἰς τὸ ἀσκητήριον αὑτῶν. Τοῦτο δὲ μανθάνουσα Δροσὶς ἡ θυγάτηρ τοῦ βασιλέως Τραϊανοῦ, ἐπῆγεν εἰς τὰς ἀνωτέρω καλογραίας, ἔχουσα μαζί της καὶ φορέματα πολύτιμα, (οἱ γὰρ φυλάττοντες τὸ παλάτι κουβικουλάριοι, ἐκρατήθησαν ἀπὸ ὕπνον βαθύν, καὶ δὲν αἰσθάνθησαν, ὅταν εὐγῆκεν ἡ Δροσὶς ἀπὸ τὸ παλάτιον). Παρεκάλει λοιπὸν αὕτη τὰς καλογραίας, νὰ ὑπάγουν μαζὶ νὰ πάρουν κανένα λείψανον Μάρτυρος.

Ὁ δὲ Ἀδριανὸς ὁ ἀρραβωνιστικὸς τῆς Δροσίδος, καὶ σύμβουλος ὢν τοῦ πατρός της βασιλέως, Αὐτοκράτωρ δέσποτα, εἶπε, πρόσταξον νὰ βαλθοῦν στρατιῶται διὰ νὰ φυλάττουν τὰ σώματα τῶν κακοθανάτων Χριστιανῶν, διὰ νὰ μάθωμεν, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, ὁποῦ κλέπτουσι τούτων τὰ σώματα. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπρόσταξε τοῦτο νὰ γένῃ. Ἀγρυπνήσαντες λοιπὸν οἱ φύλακες, ἐπίασαν τὰς πέντε καλογραίας μαζὶ μὲ τὴν θυγατέρα τοῦ βασιλέως Δροσίδα, καὶ τὸ πρωῒ ἐπαράστησαν αὐτὰς εἰς τὸν βασιλέα. Βλέπων δὲ ὁ βασιλεὺς τὴν θυγατέρα του, ἐξεπλάγη. Ὅθεν ἐπρόσταξε νὰ φυλάττεται αὕτη μὲ ἀσφάλειαν, ἴσως καὶ μετανοήσῃ. Διὰ δὲ τὰς πέντε καλογραίας ἐπρόσταξε νὰ κατασκευασθῇ ἕνα χωνὶ μεγάλον ἀπὸ χάλκωμα, καὶ μέσα εἰς αὐτὸ νὰ βαλθοῦν αἱ καλογραῖαι. Μαζὶ δὲ μὲ αὐτὰς ἐπρόσταξε νὰ βαλθῇ καὶ χάλκωμα ἀρκετόν, ἵνα ἀναλύσῃ τὸ χάλκωμα καὶ σμιχθῇ μὲ τὰ ἀναλυθέντα σώματα τῶν καλογραίων, καὶ γένουν καὶ τὰ δύω ἕνα μίγμα. Καὶ ἔτζι διὰ τοῦ τοιούτου χαλκώματος, κατασκευασθοῦν αἱ βάσεις καὶ τὰ πατώματα τῶν χαλκείων ἀγγείων τοῦ δημοσίου λουτροῦ, τὸ ὁποῖον ἐκτίσθη καινούργιον παρ’ αὐτοῦ, καὶ ἔμελλε νὰ ἀναφθῇ εἰς τὴν ἑορτήν, τὴν λεγομένην τῶν Ἀπολλωνίων, καὶ νὰ ἐγκαινιασθῇ εἰς θεραπείαν τῶν ὁμοφρόνων τοῦ βασιλέως εἰδωλολατρῶν.

Ταῦτα λοιπὸν ἀφ’ οὗ ἔγιναν, καὶ ἀφ’ οὗ αἱ τοῦ Χριστοῦ καλογραῖαι ἐχωνεύθησαν, τότε ἐκατασκευάσθησαν τὰ χάλκινα ἀγγεῖα τοῦ λουτροῦ. Ὅθεν ἄναψαν οἱ στρατιῶται τὸ λουτρόν, καὶ ἐκήρυττον πανταχοῦ λέγοντες. Ὅσοι εἶσθε φίλοι τῶν εὐμενῶν θεῶν, ἔλθετε εἰς τὰ ἐγκαίνια τοῦ δημοσίου λουτροῦ, καὶ εὐθὺς συνέτρεχον ἅπαντες. Ὁ πρῶτος λοιπὸν ὁποῦ ἦλθεν, εὐθὺς ὁποῦ ἐπλησίασεν εἰς τὴν πρώτην πόρταν τοῦ λουτροῦ, ἔπεσε χαμαί, καὶ ἐξεψύχησεν. Ὁμοίως ἔπαθον καὶ ὅσοι ἄλλοι ὕστερα ἀπὸ ἐκεῖνον ἐπλησίασαν. Κᾀνένας γὰρ ἀπὸ ὅλους ἐκείνους δὲν ἐδυνήθη νὰ ἔμβῃ. Τοῦτο δὲ μαθὼν ὁ βασιλεὺς ἐπροσκάλεσε τοὺς λατρευτὰς τῶν θεῶν του. Καὶ εἴπατέ μοι, ἔλεγε πρὸς αὐτούς, εἴπατέ μοι, μήπως ἔγινε κᾀμμία μαγεία ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἔμβῃ τινας εἰς τὸ λουτρόν; Οἱ δὲ ἀπεκρίθησαν, οὐχὶ βασιλεῦ. Ἀλλὰ τὰ χάλκινα ἐκεῖνα ἀγγεῖα, ὁποῦ ἔγιναν ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν καλογραίων, ταῦτα ἐποίησαν τὸ θαυμάσιον τοῦτο. Ὅθεν πρόσταξον νὰ γένουν ἄλλα ἀγγεῖα, καὶ ἔτζι θέλει παύσει ὁ γινόμενος θάνατος. Τούτου δὲ γενομένου, εἶπεν ὁ ἀρραβωνιστικὸς τῆς Δροσίδος Ἀδριανὸς πρὸς τὸν βασιλέα, πρόσταξον, ὦ βασιλεῦ, νὰ χωνευθοῦν δεύτερον τὰ πρότερα πατώματα τῶν χαλκῶν ἀγγείων, καὶ ἀπὸ αὐτὰ νὰ γένουν ἀνδριάντες γυμνοί, ἔχοντες τὸ εἶδος τῶν καλογραίων ἐκείνων, πρὸς ὄνειδος καὶ ἀτιμίαν αὐτῶν. Οἱ δὲ ἀνδριάντες αὐτοί, νὰ σταθοῦν εἰς τὸ δημόσιον λουτρὸν τῆς βασιλείας σου. Καὶ εὐθὺς ἐπρόσταξεν ὁ βασιλεὺς καὶ ἔγιναν. Καὶ ἀφ’ οὗ ἐστάθησαν οἱ ἀνδριάντες τῶν καλογραίων εἰς τὸ λουτρόν, βλέπει ὁ βασιλεὺς καθ’ ὕπνον πέντε προβατίνας καθαράς, ὁποῦ ἔβοσκαν μέσα εἰς ἕνα περιβόλι. Βλέπει δὲ καὶ ἕνα βοσκὸν φοβερόν, ὁποῦ ἔβοσκεν αὐτάς, καὶ ἔλεγεν εἰς τὸν βασιλέα. Ἀσεβέστατε βασιλεῦ, τὰς καλογραίας, ὁποῦ ἐσὺ ἐνόμισας νὰ στήσῃς γυμνὰς εἰς τὸ λουτρόν σου δι’ ἀτιμίαν, ταύτας ὁ καλὸς βοσκὸς Χριστός, χωρίσας ἀπὸ λόγου σου, τὰς ἔβαλεν εἰς τοῦτον τὸν ὡραῖον τόπον τοῦ Παραδείσου, εἰς τὸν ὁποῖον μέλλει νὰ ἔλθῃ καὶ ἡ θυγάτηρ σου Δροσίς, ἡ καθαρὰ τοῦ Θεοῦ προβατίνα.

Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ βασιλεύς, ἐθυμώθη, ὅτι καὶ μετὰ θάνατον αἱ Ἅγιαι γυναῖκες κατεντροπίασαν τὰς βουλάς του. Ὅθεν εἰς πεῖσμα καὶ ἐκδίκησιν αὐτῶν, προστάζει νὰ ἀναφθοῦν δύω μεγάλοι φοῦρνοι, ἢ καμίνια, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τῆς πόλεως, καὶ αὐτοὶ νὰ καίωνται κάθε ἡμέραν. Ἐπρόσθεσε δὲ καὶ τὴν ἐπιγραφὴν ταύτην ἐπάνω εἰς κάθε φοῦρνον καὶ καμίνι, ἔχουσαν προσταγὴν βασιλικὴν καὶ περιέχουσαν ταῦτα. «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι οἱ προσκυνοῦντες τὸν ἐσταυρωμένον, γλυτώσατε, τὸν μὲν ἑαυτόν σας ἀπὸ τὰ βάσανα, ἡμᾶς δὲ ἀπὸ κόπους. Καὶ κάθε ἕνας ἀπὸ λόγου σας, ἂς ῥίψῃ μόνος τὸν ἑαυτόν του ἀκωλύτως μέσα εἰς ὅποιον φοῦρνον, ἢ καμίνι θελήσῃ». Ταύτην λοιπὸν τὴν προσταγὴν ἀκούσασα ἡ τοῦ Θεοῦ δούλη Δροσίς, ἡ θυγάτηρ τοῦ ἀπανθρώπου βασιλέως, καὶ ὅτι κάθε Χριστιανός, ἀπὸ τὸν πόθον καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ φλεγόμενος, ἔρριπτε τὸν ἑαυτόν του αὐτοθελήτως μέσα εἰς τοὺς φούρνους καὶ καμίνια, ἐσήκωσε τὰ ὀμμάτιά της εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ εἶπε. Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἀνίσως καὶ εἶναι θέλημά σου ἅγιον διὰ νὰ σωθῶ, καὶ νὰ λυτρωθῶ ἀπὸ τὴν μανιώδη θρῃσκείαν Τραϊανοῦ τοῦ ἐδικοῦ μου πατρός, ἐσὺ συνέργησον νὰ ἐλευθερωθῶ ἀπὸ τὸν νυμφῶνα καὶ ἀρραβωνισμὸν τοῦ δυσσεβοῦς Ἀδριανοῦ, καὶ νὰ ἀναβῶ εἰς τὸν Οὐρανόν, ὅπου εὑρίσκονται καὶ αἱ πέντε καλογραῖαι, αἵτινες μὲ ὡδήγησαν εἰς τὸν φόβον σου. Κοίμισον δὲ μὲ βαθὺν ὕπνον ἐκείνους, ὁποῦ μὲ φυλάττουν, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ φύγω χωρὶς νὰ τὸ αἰσθανθοῦν.

Ταῦτα εἰποῦσα, ἐκδύθη τὰ βασιλικὰ φορέματα ὁποῦ εἶχε, καὶ εὐγῆκεν ἀπὸ τὸ παλάτι ἥσυχα, χωρίς τινας νὰ τὸ αἰσθανθῇ. Πηγαίνουσα δὲ διὰ νὰ ῥίψῃ τὸν ἑαυτόν της μέσα εἰς ἕνα ἀπὸ τὰ ἐκεῖ καμίνια, ἐστοχάσθη εἰς τὸν ἑαυτόν της καὶ εἶπε. Πῶς πηγαίνω εἰς τὸν Θεόν, χωρὶς νὰ ἔχω ἔνδυμα γάμου; ἤτοι χωρὶς νὰ λάβω τὸ Ἅγιον Βάπτισμα, χωρὶς τὸ ὁποῖον εἶμαι ἀκάθαρτος; Ἀλλ’ ὦ Βασιλεῦ τῶν Βασιλευόντων Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἰδοὺ ἄφησα τὴν βασιλείαν μου διὰ τὴν ἐδικήν σου ἀγάπην, ἵνα καταστήσῃς με πορτάρισσαν τῆς ἐδικῆς σου Βασιλείας. Σὺ λοιπόν, ὁποῦ διὰ λόγου μας ἐβαπτίσθης, βάπτισον καὶ ἐμένα μὲ Πνεῦμα Ἅγιον. Εὐθὺς δὲ ὁποῦ εἶπε ταῦτα, εὔγαλε τὸ μῦρον ὁποῦ ἐβάσταζεν ἀπὸ τὸν κοιτῶνά της, καὶ ἄλειψε τὸν ἑαυτόν της. Ἔπειτα ἐβαπτίσθη εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους καμαροειδεῖς λάκκους, καὶ εἶπε. Βαπτίζεται ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Δροσὶς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ φυλάξασα τὸν ἑαυτόν της ἑπτὰ ἡμέρας, ἔτρωγε τροφήν, τὴν ὁποίαν τῆς ἔφερεν Ἄγγελος Κυρίου. Τινὲς δὲ φιλόχριστοι Χριστιανοὶ εὑρόντες αὐτήν, ἔμαθον τὰ περὶ αὐτῆς πᾶντα, καθὼς ἐκείνη ἡ μακαρία τὰ ἐδιηγήθη εἰς αὐτούς. Κατὰ δὲ τὴν ὀγδόην ἡμέραν, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸν καὶ προσευχομένη, διὰ νὰ τὴν ὁδηγήσῃ, τί πρέπει νὰ κάμῃ, ἀπῆλθε πρὸς Κύριον.

*

Άγιος Οσιομάρτυς ΕυθύμιοςΜνήμη τοῦ Ἁγίου νέου Ὁσιομάρτυρος Εὐθυμίου, τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀθλήσαντος ἐν ἔτει ͵αωιδ΄ [1814], ὃς ξίφει τελειοῦται.

Βαΐα κρατῶν, ἢ δὲ σταυρὸν παμμάκαρ,
Εὔθυμος Εὐθύμιε, χωρεῖς πρὸς ξίφος.

 Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

 

 

 Των Αγίων Βασιλείου Πρεσβυτέρου της εν Αγκύρα Εκκλησίας, Καλλινίκης, Βασιλίσσης, Δροσίδος και των συν αυτή κ.ά.

 

 

 

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.