Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου13 Φεβρουαρίου

Των Αγίων Μαρτινιανού, Ακύλα, Πρισκίλλης, Ευλογίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Συμεών κτίτορος της Μονής Χιλανταρίου

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιος ΜαρτινιανόςΤω αυτώ μηνί ΙΓ’, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Μαρτινιανού.

Μαρτινιανός σαρκικήν σβέσας φλόγα,
Φεύγει τελευτών μη τελευτώσαν φλόγα.

Εν τριτάτη δεκάτη δέμας εξέδυ Μαρτινιανός.

Ούτος ο Όσιος, εκατάγετο μεν από την Καισάρειαν της Παλαιστίνης, ήτον δε κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του μικρού εν έτει υιε’ [415]. Όταν δε έφθασεν εις τους δεκαοκτώ χρόνους της ηλικίας του, άρχισε την ασκητικήν ζωήν, και ευρίσκετο εις τας ερημίας και εις τα βουνά. Αφ’ ου δε επέρασεν εις την αναχώρησιν και ησυχίαν εικοσιπέντε χρόνους, τότε μετά την δοκιμήν πολλών άλλων πειρασμών, εδοκίμασε και τούτον από τον πονηρόν Διάβολον. Μία γαρ πόρνη κινηθείσα από την ενέργειαν του εχθρού, εφόρεσε πτωχικά ενδύματα και επήγεν εις το βουνόν εκείνο, οπού εκατοίκει ούτος ο Όσιος. Όταν δε έγινεν εσπέρα, ωδύρετο η μιαρά, ότι τάχα έχασε τον δρόμον, και έχουν να την φάγουν τα θηρία, εάν μείνη έξω. Όθεν παρεκάλει τον Όσιον να την δεχθή εις το κελλίον του, και να μη αφήση αυτήν να γένη τροφή των θηρίων. Ο δε Όσιος δεν εδυνήθη να παραβλέψη αυτήν δια την τοιαύτην ανάγκην, αλλά την εδέχθη εις το έξω μέρος του κελλίου του, αυτός δε επήγεν εις το ενδότερον μέρος.

Τω πρωί δε, βλέπωντας ο Όσιος την μεταβολήν του σχήματος της γυναικός (είχε γαρ η πονηρά μαζί της άλλα φορέματα λαμπρά, με τα οποία εστόλισε τον εαυτόν της την νύκτα), ταύτην, λέγω, βλέπωντας, την ερώτησε ποία είναι, και δια ποίαν αιτίαν επήγεν εις αυτόν. Η δε πόρνη με αδιαντροπίαν αποκριθείσα, δια εσένα, είπεν, ήλθον εδώ. Έπειτα άρχισε να κατηγορή μεν την ζωήν των Μοναχών και Παρθένων, να επαινή δε τον γάμον. Και εις πληροφορίαν του λόγου της, έφερε και μάρτυρας τους προ του Νόμου και εν τω Νόμω δικαίους, οίτινες είχον γυναίκας, και με τα τοιαύτα λόγια επαρακίνει τον Όσιον η αναίσχυντος εις αισχράν μίξιν.

Ο δε Όσιος εσυγκατετέθη ολίγον με τον λογισμόν, και ήδη εμαλακώθη η γνώμη του από τα λόγια της γυναικός, ευγαίνωντας δε έξω του κελλίου του, εθεώρει πώς να κρυφθή, πράττωντας την αμαρτίαν ταύτην. Εν ω δε ταύτα εσυλλογίζετο, εθεωρήθη μάλλον αυτός υπό του Θεού. Όθεν προ του να πέση, εκατάλαβε με την του Θεού χάριν το πτώμα, και εμποδίσθη από αυτό με τοιούτον τρόπον. Ευθύς γαρ συμμαζώξας πλήθος φρυγάνων, τα άναψεν έμπροσθεν της γυναικός, και εμβήκε μέσα εις την φωτίαν, λέγωντας εις τον εαυτόν του. Ανίσως, Μαρτινιανέ, δύνασαι να υποφέρης το πυρ της γεέννης, πείσθητι και εις τα λόγια της γυναικός, και ορέξου την αισχράν ηδονήν. Κατακαύσας λοιπόν τον εαυτόν του αρκετά, ώστε οπού έπεσεν εις την γην ακίνητος σχεδόν: με τούτον τον τρόπον, και την αγριότητα της σαρκός του εταπείνωσε, και την γυναίκα εσωφρόνισε τόσον, εις τρόπον ότι την έπεισε να αρνηθή τα του κόσμου. Όθεν έστειλεν αυτήν εις Μοναστήριον, και εκεί έγινε καλογραία.

Ο δε Όσιος αφ’ ου ιατρεύθη από τας πληγάς της φωτίας, εύρεν ένα ναύκληρον, ο οποίος ωδήγησεν αυτόν και τον επήγεν εις μίαν πέτραν μεγάλην, ευρισκομένην εις το μέσον της θαλάσσης, η οποία ήτον μακράν από την γην έως μίαν ημέραν. Εκεί λοιπόν έμεινεν ο αοίδιμος χρόνους δέκα, τρεφόμενος από τον ναύκληρον. Αλλά πάλιν και εκεί ο μισόκαλος εχθρός δεν τον άφησεν απείρακτον. Μία γαρ κόρη έτυχε να καραβοτζακισθή εις την θάλασσαν, και δια μέσου ενός σανιδίου επήγε κοντά εις την πέτραν εκείνην, και επαρακάλει και εφώναζε να την ευγάλη τινάς από την θάλασσαν και να την τραβίξη εις την στερεάν. Ο δε Όσιος υπό της ανάγκης βιαζόμενος, την ετράβιξεν έξω, είτα λέγωντας εις αυτήν, ότι δεν συμφωνεί το χορτάρι με την φωτίαν, επροσευχήθη, και έτζι εμβήκεν εις την θάλασσαν, και ευθύς (ω της θαυμαστής σου προνοίας, την οποίαν έχεις δια τους δούλους σου Κύριε!) ευθύς, λέγω, ήλθον δέλφινες, και πέρνοντες τον Όσιον επάνω εις τους ώμους των, τον επήγαν κοντά εις την στερεάν.

Από τότε λοιπόν επεριπάτει ο Όσιος εις διαφόρους πόλεις και χώρας λέγων εις τον εαυτόν του, φεύγε Μαρτινιανέ, μήπως πάλιν σε εύρη πειρασμός. Και έτζι απεφάσισε να περάση το υπόλοιπον της ζωής του, περιπατώντας από τόπον εις τόπον. Όθεν επήγε και εις τας Αθήνας, και εκεί διατρίψας ολίγον καιρόν, προς Κύριον εξεδήμησεν. Ενταφιάσθη δε ενδόξως από τον εκεί Επίσκοπον, και από όλον το πλήθος του λαού, καθώς ήτον πρέπον. Λέγουσι δε, ότι η γυναίκα εκείνη οπού επέμφθη υπό του Αγίου εις Μοναστήριον, διεπέρασεν οσίως και εναρέτως το λοιπόν της ζωής της, και ηξιώθη ώστε και να τελή θαύματα, και ούτως απήλθε προς Κύριον. Ομοίως και η άλλη γυναίκα, οπού έμεινεν εις την θαλασσίαν πέτραν, ενεδύθη ανδρίκεια φορέματα, τα οποία επήγεν εις αυτήν ο ναύκληρος, ο τρέφων τον Όσιον Μαρτινιανόν, και εκεί έμεινε τρεφομένη από τον ίδιον ναύκληρον. Όθεν καλώς και θεοφιλώς την ζωήν της διαπεράσασα, απήλθε προς Κύριον. Τελείται δε η Σύναξις του Οσίου Μαρτινιανού εις τον σεπτόν Ναόν του Αγίου Αποστόλου και Κορυφαίου Πέτρου, ο οποίος ευρίσκεται κολλημένος με την μεγάλην Εκκλησίαν. (Τον πλατύτερον Βίον αυτού όρα εις το Εκλόγιον. Ο δε ελληνικός Βίος του Οσίου σώζεται εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Ον τρόπον αι των».)

*

Άγιοι Ακύλας και ΠρίσκιλλαΤη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Αποστόλων και Μαρτύρων, Ακύλα, και Πρισκίλλης.

Τμηθέν γύναιον, Ακύλας φησί βλέπων,
Ουκ ανδριούμαι, προς τομήν ανήρ κάρας;

Ο Άγιος ούτος Απόστολος Ακύλας εκατάγετο από την Μαύρην Θάλασσαν, ήτον δε κατά την τέχνην σκηνοποιός, ήτοι κατεσκεύαζεν από δέρματα σκηνάς και τζαδίρια, κατά τους χρόνους του βασιλέως Κλαυδίου, ήτοι εν έτει σξη’ [268] (1). Ακούσας δε δια το κήρυγμα του Αγίου Αποστόλου Παύλου, επήγεν εις αυτόν, όταν ευρίσκετο εις την Κόρινθον, μάλλον δε ο θείος Παύλος επήγεν εις τον Ακύλαν, ευρισκόμενον εν Κορίνθω. Ούτω γαρ γράφεται εν ταις Πράξεσι· «Μετά ταύτα χωρισθείς ο Παύλος εκ των Αθηνών, ήλθεν εις Κόρινθον. Και ευρών τινα Ιουδαίον ονόματι Ακύλαν, Ποντικόν τω γένει, προσφάτως εληλυθότα από της Ιταλίας, και Πρίσκιλλαν γυναίκα αυτού (δια το διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τους Ιουδαίους εκ της Ρώμης) προσήλθεν αυτοίς. Και δια το ομότεχνον είναι, έμενε παρ’ αυτοίς, και ειργάζετο, ήσαν γαρ σκηνοποιοί την τέχνην» (Πραξ. ιη’, 1). Όθεν αφ’ ου εγνωρίσθη με τον Απόστολον Παύλον, εβαπτίσθη από αυτόν, αυτός και η γυνή του Πρίσκιλλα. Και λοιπόν εις το εξής υπηρέτουν τον Παύλον και ηκολούθουν, συγκινδυνεύοντες ομού με αυτόν εις όλους τους πειρασμούς, οπού τω ηκολούθουν.

Τόσον δε πολλά ηγάπησε τους δύω τούτους ο Απόστολος, ένα μεν, δια την αρετήν τους, και άλλο δε, δια την εις Χριστόν πίστιν, ώστε οπού αναφέρει δι’ αυτούς εις τρεις επιστολάς του. Και εν τη προς Ρωμαίους γαρ επιστολή γράφει· «Ασπάσασθε Πρίσκιλλαν και Ακύλαν» (Ρωμ. ις’, 3). Ομοίως και εν τη πρώτη προς Κορινθίους (ις’, 19) και εν τη δευτέρα προς Τιμόθεον (δ’, 19). Με τοιαύτην λοιπόν πολιτείαν ευαρέστησαν οι μακάριοι ούτοι εις τον Χριστόν, και εις τον μακάριον Παύλον, και εποίησαν πολλά θαύματα. Ύστερον δε πιασθέντες από τους απίστους, απεκεφαλίσθησαν, και έτζι εδιάβηκαν από την γην εις τους Ουρανούς. Ο δε Άγιος ούτος Ακύλας εορτάζεται ξεχωριστά κατά την δεκάτην τετάρτην του Ιουλίου.

(1) Έτζι χρονολογούνται οι χρόνοι καθ’ ους εβασίλευσεν ο Κλαύδιος, εν τη Εκκλησιαστική Ιστορία του πρώτου τόμου του Μελετίου. Πολλά δε εκτείνονται οι χρόνοι αυτοί, καθ’ ους δίδεται, ότι έζη ο Παύλος επί Κλαυδίου, κατά τας Πράξεις. Απίστευτον γαρ είναι να έζη ο Παύλος εις τα σξη’ [268] έτη από Χριστού, καν και δοθή ότι έζησεν υπέρ τους εκατόν χρόνους. Επειδή επίστευσεν από την Ανάληψιν ύστερον, δύω ή τρεις χρόνους κατά τους ακριβεστέρους, ήτοι κατά τους τριανταέξι χρόνους από Χριστού. Εάν δε υποθέσωμεν ότι ο Παύλος όταν επίστευσεν ήτον τριανταπέντε χρόνων, (νεανίαν γαρ αυτόν αι Πράξεις γράφουσι), λοιπόν έως εις τους διακοσίους εξηνταοκτώ από Χριστού, πώς ήτον δυνατόν να ζήση; ας το συμβιβάσουν οι κριτικοί. Παρά τω Ωρολογίω όμως γράφεται, ότι ο Ακύλας ήτον εν έτει ξε’ [65]. Αλλά και ο αοίδιμος Δοσίθεος ο Ιεροσολύμων λέγει, ότι το τρίτον έτος της βασιλείας Κλαυδίου, ήτον έτος από Χριστού τεσσαρακοστόν δεύτερον. Εν δε τω ενάτω έτει της βασιλείας του, εδίωξε τους Ιουδαίους από την Ρώμην, ήτοι εν τω τεσσαρακοστώ ογδόω έτει από Χριστού (σελ. 1118, της Δωδεκαβίβλου), ώστε καλώς ηπόρησα εγώ ανωτέρω. Και λοιπόν εσφαλμένοι είναι οι χρόνοι του Κλαυδίου παρά τω Μελετίω, προσθήκην έχοντες διακοσίους χρόνους και επέκεινα.

*

Μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Ευλογίου, Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας.

Ψυχήν δίδωσιν Ευλόγιος Κυρίω,
Βοών προς αυτήν (2). Κύριον σον ευλόγει.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Ηρακλείου, εν έτει χι’ [610] (3), Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, προ του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος. Εποίησε δε θαύματα πολλά, από τα οποία ένα είναι και τούτο. Όταν ο αγιώτατος Λέων ο της Ρώμης Επίσκοπος έγραψεν εις την εν Χαλκηδόνι Σύνοδον, την πολυθρύλλητον εκείνην επιστολήν της Ορθοδοξίας, ανέγνωσεν αυτήν ο Όσιος ούτος Ευλόγιος, και όχι μόνον την επαίνεσε και απεδέξατο, αλλά και εις όλους αυτήν εκήρυξεν. Ο Θεός λοιπόν θέλωντας να χαροποιήση και τους δύω αυτού θεράποντας, τον Άγιον Λέοντα, λέγω, και τον Ευλόγιον, έπεμψεν Άγγελον εις τον Ευλόγιον εν σχήματι του Αρχιδιακόνου του Λέοντος, ο οποίος ευχαρίστει τον Άγιον Ευλόγιον, επειδή και απεδέχθη την ρηθείσαν επιστολήν του Λέοντος. Ο δε Ευλόγιος εσυνομίλει με τον Άγγελον, ωσάν να συνομιλή με τον Αρχιδιάκονον του Πάπα Λέοντος. Αφ’ ου δε έγινεν ο Άγγελος άφαντος από αυτόν, τότε εγνώρισεν, ότι ήτον Άγγελος Θεού. Όθεν ευχαριστήσας τω Θεώ, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας αυτού (4).

(2) Προς αυτήν, την ψυχήν αυτού δηλαδή, κατά το ψαλμικόν· «Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον».

(3) Ο δε Δοσίθεος λέγει, ότι ο Ευλόγιος ούτος ήτον επί Μαυρικίου (σελ. 527 της Δωδεκαβίβλου), προτίτερα δηλαδή από τον Ηράκλειον. Ο δε Μελέτιος λέγει, ότι ο Ευλόγιος ήτον εν έτει φοζ’ [577].

(4) Ο δε Ιεροσολύμων Σωφρόνιος άλλως γράφει περί τούτου. Φησί γαρ, ότι ο Επίσκοπος Θεόδωρος (ου η επισκοπή ήτον εις την Λιβύην), ων Κουβικουλάριος του Πατριάρχου Ευλογίου τούτου, είδεν εις τον ύπνον του ένα άνθρωπον υψηλόν, πολλής τιμής άξιον και ευλαβείας, και είπεν αυτώ. Μήνυσαι εις τον Πάπαν Ευλόγιον, ότι ήλθεν ο Πάπας της Ρώμης Λέων δια να τον ανταμώση. Έδραμεν ο Θεόδωρος παρευθύς εις τον Πατριάρχην και είπεν αυτώ τα ρηθέντα. Και λοιπόν ανταμωθέντες οι δύω Πάπαι, ο της Ρώμης και ο της Αλεξανδρείας, εχαιρετίσθησαν ένας με τον άλλον, και μετ’ ολίγα είπεν ο Λέων προς τον Ευλόγιον. Ηξεύρεις διατί ήλθον; ήλθον δια να σοι ευχαριστήσω, ότι πολλά καλά ενόησες την επιστολήν μου και την εδεφένδευσες. Ήξευρε λοιπόν, ότι μεγάλην χάριν έκαμες, όχι μόνον εις εμέ, αλλά και εις τον Κορυφαίον Πέτρον. Και ταύτα ειπών έγινεν άφαντος. Το πρωί εδιηγήθη τούτο ο Θεόδωρος εις τον Ευλόγιον. Ο δε Ευλόγιος κλαίων υπό της χαράς, ευχαρίστησε τω Θεώ, τω ποιήσαντι αυτόν κήρυκα της αληθείας (Δοσίθεος, 527 της Δωδεκαβίβλου). Όρα περί τούτου και εν τω ημετέρω Πηδαλίω εν τοις προλεγομένοις περί της αγίας και Οικουμενικής Τετάρτης Συνόδου.

*

Οι Άγιοι Μάρτυρες Πατήρ και Υιός σταυρωθέντες τελειούνται.

Πατήρ συν Υιώ, σταυρικόν πάσχει πάθος,
Υπέρ Πατρός του δόντος Υιόν εις πάθος.

*

Ο Όσιος Συμεών, ο κτίτωρ της εν Άθω του Χιλανταρίου Μονής, ο ακμάσας εν έτει ͵αρϞ’ [1190], εν ειρήνη τελειούται.

Τις ουκ επαινέσειε, Συμεών πάτερ,
Σε τον βλύσαντα, μύρον εκ του σου τάφου; (5)

(5) Τον Βίον αυτού όρα εις το Νέον Εκλόγιον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιος ΜαρτινιανόςΤῷ αὐτῷ μηνὶ ΙΓ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Μαρτινιανοῦ.

Μαρτινιανὸς σαρκικὴν σβέσας φλόγα,
Φεύγει τελευτῶν μὴ τελευτῶσαν φλόγα.

Ἐν τριτάτῃ δεκάτῃ δέμας ἐξέδυ Μαρτινιανός.

Οὗτος ὁ Ὅσιος, ἐκατάγετο μὲν ἀπὸ τὴν Καισάρειαν τῆς Παλαιστίνης, ἦτον δὲ κατὰ τοὺς χρόνους Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ ἐν ἔτει υιε΄ [415]. Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς τοὺς δεκαοκτὼ χρόνους τῆς ἡλικίας του, ἄρχισε τὴν ἀσκητικὴν ζωήν, καὶ εὑρίσκετο εἰς τὰς ἐρημίας καὶ εἰς τὰ βουνά. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐπέρασεν εἰς τὴν ἀναχώρησιν καὶ ἡσυχίαν εἰκοσιπέντε χρόνους, τότε μετὰ τὴν δοκιμὴν πολλῶν ἄλλων πειρασμῶν, ἐδοκίμασε καὶ τοῦτον ἀπὸ τὸν πονηρὸν Διάβολον. Μία γὰρ πόρνη κινηθεῖσα ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐχθροῦ, ἐφόρεσε πτωχικὰ ἐνδύματα καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ βουνὸν ἐκεῖνο, ὁποῦ ἐκατοίκει οὗτος ὁ Ὅσιος. Ὅταν δὲ ἔγινεν ἑσπέρα, ὠδύρετο ἡ μιαρά, ὅτι τάχα ἔχασε τὸν δρόμον, καὶ ἔχουν νὰ τὴν φάγουν τὰ θηρία, ἐὰν μείνῃ ἔξω. Ὅθεν παρεκάλει τὸν Ὅσιον νὰ τὴν δεχθῇ εἰς τὸ κελλίον του, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ αὐτὴν νὰ γένῃ τροφὴ τῶν θηρίων. Ὁ δὲ Ὅσιος δὲν ἐδυνήθη νὰ παραβλέψῃ αὐτὴν διὰ τὴν τοιαύτην ἀνάγκην, ἀλλὰ τὴν ἐδέχθη εἰς τὸ ἔξω μέρος τοῦ κελλίου του, αὐτὸς δὲ ἐπῆγεν εἰς τὸ ἐνδότερον μέρος.

Τῷ πρωῒ δέ, βλέπωντας ὁ Ὅσιος τὴν μεταβολὴν τοῦ σχήματος τῆς γυναικός (εἶχε γὰρ ἡ πονηρὰ μαζί της ἄλλα φορέματα λαμπρά, μὲ τὰ ὁποῖα ἐστόλισε τὸν ἑαυτόν της τὴν νύκτα), ταύτην, λέγω, βλέπωντας, τὴν ἐρώτησε ποία εἶναι, καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν ἐπῆγεν εἰς αὐτόν. Ἡ δὲ πόρνη μὲ ἀδιαντροπίαν ἀποκριθεῖσα, διὰ ἐσένα, εἶπεν, ἦλθον ἐδῶ. Ἔπειτα ἄρχισε νὰ κατηγορῇ μὲν τὴν ζωὴν τῶν Μοναχῶν καὶ Παρθένων, νὰ ἐπαινῇ δὲ τὸν γάμον. Καὶ εἰς πληροφορίαν τοῦ λόγου της, ἔφερε καὶ μάρτυρας τοὺς πρὸ τοῦ Νόμου καὶ ἐν τῷ Νόμῳ δικαίους, οἵτινες εἶχον γυναῖκας, καὶ μὲ τὰ τοιαῦτα λόγια ἐπαρακίνει τὸν Ὅσιον ἡ ἀναίσχυντος εἰς αἰσχρὰν μίξιν.

Ὁ δὲ Ὅσιος ἐσυγκατετέθη ὀλίγον μὲ τὸν λογισμόν, καὶ ἤδη ἐμαλακώθη ἡ γνώμη του ἀπὸ τὰ λόγια τῆς γυναικός, εὐγαίνωντας δὲ ἔξω τοῦ κελλίου του, ἐθεώρει πῶς νὰ κρυφθῇ, πράττωντας τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Ἐν ᾧ δὲ ταῦτα ἐσυλλογίζετο, ἐθεωρήθη μᾶλλον αὐτὸς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ὅθεν πρὸ τοῦ νὰ πέσῃ, ἐκατάλαβε μὲ τὴν τοῦ Θεοῦ χάριν τὸ πτῶμα, καὶ ἐμποδίσθη ἀπὸ αὐτὸ μὲ τοιοῦτον τρόπον. Εὐθὺς γὰρ συμμαζώξας πλῆθος φρυγάνων, τὰ ἄναψεν ἔμπροσθεν τῆς γυναικός, καὶ ἐμβῆκε μέσα εἰς τὴν φωτίαν, λέγωντας εἰς τὸν ἑαυτόν του. Ἀνίσως, Μαρτινιανέ, δύνασαι νὰ ὑποφέρῃς τὸ πῦρ τῆς γεέννης, πείσθητι καὶ εἰς τὰ λόγια τῆς γυναικός, καὶ ὀρέξου τὴν αἰσχρὰν ἡδονήν. Κατακαύσας λοιπὸν τὸν ἑαυτόν του ἀρκετά, ὥστε ὁποῦ ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν ἀκίνητος σχεδόν: μὲ τοῦτον τὸν τρόπον, καὶ τὴν ἀγριότητα τῆς σαρκός του ἐταπείνωσε, καὶ τὴν γυναῖκα ἐσωφρόνισε τόσον, εἰς τρόπον ὅτι τὴν ἔπεισε νὰ ἀρνηθῇ τὰ τοῦ κόσμου. Ὅθεν ἔστειλεν αὐτὴν εἰς Μοναστήριον, καὶ ἐκεῖ ἔγινε καλογραία.

Ὁ δὲ Ὅσιος ἀφ’ οὗ ἰατρεύθη ἀπὸ τὰς πληγὰς τῆς φωτίας, εὗρεν ἕνα ναύκληρον, ὁ ὁποῖος ὡδήγησεν αὐτὸν καὶ τὸν ἐπῆγεν εἰς μίαν πέτραν μεγάλην, εὑρισκομένην εἰς τὸ μέσον τῆς θαλάσσης, ἡ ὁποία ἦτον μακρὰν ἀπὸ τὴν γῆν ἕως μίαν ἡμέραν. Ἐκεῖ λοιπὸν ἔμεινεν ὁ ἀοίδιμος χρόνους δέκα, τρεφόμενος ἀπὸ τὸν ναύκληρον. Ἀλλὰ πάλιν καὶ ἐκεῖ ὁ μισόκαλος ἐχθρὸς δὲν τὸν ἄφησεν ἀπείρακτον. Μία γὰρ κόρη ἔτυχε νὰ καραβοτζακισθῇ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ διὰ μέσου ἑνὸς σανιδίου ἐπῆγε κοντὰ εἰς τὴν πέτραν ἐκείνην, καὶ ἐπαρακάλει καὶ ἐφώναζε νὰ τὴν εὐγάλῃ τινὰς ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ νὰ τὴν τραβίξῃ εἰς τὴν στερεάν. Ὁ δὲ Ὅσιος ὑπὸ τῆς ἀνάγκης βιαζόμενος, τὴν ἐτράβιξεν ἔξω, εἶτα λέγωντας εἰς αὐτήν, ὅτι δὲν συμφωνεῖ τὸ χορτάρι μὲ τὴν φωτίαν, ἐπροσευχήθη, καὶ ἔτζι ἐμβῆκεν εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ εὐθύς (ὢ τῆς θαυμαστῆς σου προνοίας, τὴν ὁποίαν ἔχεις διὰ τοὺς δούλους σου Κύριε!) εὐθύς, λέγω, ἦλθον δέλφινες, καὶ πέρνοντες τὸν Ὅσιον ἐπάνω εἰς τοὺς ὤμους των, τὸν ἐπῆγαν κοντὰ εἰς τὴν στερεάν.

Ἀπὸ τότε λοιπὸν ἐπεριπάτει ὁ Ὅσιος εἰς διαφόρους πόλεις καὶ χώρας λέγων εἰς τὸν ἑαυτόν του, φεῦγε Μαρτινιανέ, μήπως πάλιν σὲ εὕρῃ πειρασμός. Καὶ ἔτζι ἀπεφάσισε νὰ περάσῃ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς του, περιπατῶντας ἀπὸ τόπον εἰς τόπον. Ὅθεν ἐπῆγε καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἐκεῖ διατρίψας ὀλίγον καιρόν, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησεν. Ἐνταφιάσθη δὲ ἐνδόξως ἀπὸ τὸν ἐκεῖ Ἐπίσκοπον, καὶ ἀπὸ ὅλον τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, καθὼς ἦτον πρέπον. Λέγουσι δέ, ὅτι ἡ γυναῖκα ἐκείνη ὁποῦ ἐπέμφθη ὑπὸ τοῦ Ἁγίου εἰς Μοναστήριον, διεπέρασεν ὁσίως καὶ ἐναρέτως τὸ λοιπὸν τῆς ζωῆς της, καὶ ἠξιώθη ὥστε καὶ νὰ τελῇ θαύματα, καὶ οὕτως ἀπῆλθε πρὸς Κύριον. Ὁμοίως καὶ ἡ ἄλλη γυναῖκα, ὁποῦ ἔμεινεν εἰς τὴν θαλασσίαν πέτραν, ἐνεδύθη ἀνδρίκεια φορέματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆγεν εἰς αὐτὴν ὁ ναύκληρος, ὁ τρέφων τὸν Ὅσιον Μαρτινιανόν, καὶ ἐκεῖ ἔμεινε τρεφομένη ἀπὸ τὸν ἴδιον ναύκληρον. Ὅθεν καλῶς καὶ θεοφιλῶς τὴν ζωήν της διαπεράσασα, ἀπῆλθε πρὸς Κύριον. Τελεῖται δὲ ἡ Σύναξις τοῦ Ὁσίου Μαρτινιανοῦ εἰς τὸν σεπτὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Κορυφαίου Πέτρου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται κολλημένος μὲ τὴν μεγάλην Ἐκκλησίαν. (Τὸν πλατύτερον Βίον αὐτοῦ ὅρα εἰς τὸ Ἐκλόγιον. Ὁ δὲ ἑλληνικὸς Βίος τοῦ Ὁσίου σῴζεται ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις, οὗ ἡ ἀρχή· «Ὃν τρόπον αἱ τῶν».)

*

Άγιοι Ακύλας και ΠρίσκιλλαΤῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Μαρτύρων, Ἀκύλα, καὶ Πρισκίλλης.

Τμηθὲν γύναιον, Ἀκύλας φησὶ βλέπων,
Οὐκ ἀνδριοῦμαι, πρὸς τομὴν ἀνὴρ κάρας;

Ὁ Ἅγιος οὗτος Ἀπόστολος Ἀκύλας ἐκατάγετο ἀπὸ τὴν Μαύρην Θάλασσαν, ἦτον δὲ κατὰ τὴν τέχνην σκηνοποιός, ἤτοι κατεσκεύαζεν ἀπὸ δέρματα σκηνὰς καὶ τζαδίρια, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Κλαυδίου, ἤτοι ἐν ἔτει σξη΄ [268] (1). Ἀκούσας δὲ διὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου, ἐπῆγεν εἰς αὐτόν, ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὴν Κόρινθον, μᾶλλον δὲ ὁ θεῖος Παῦλος ἐπῆγεν εἰς τὸν Ἀκύλαν, εὑρισκόμενον ἐν Κορίνθῳ. Οὕτω γὰρ γράφεται ἐν ταῖς Πράξεσι· «Μετὰ ταῦτα χωρισθεὶς ὁ Παῦλος ἐκ τῶν Ἀθηνῶν, ἦλθεν εἰς Κόρινθον. Καὶ εὑρών τινα Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ γένει, προσφάτως ἐληλυθότα ἀπὸ τῆς Ἰταλίας, καὶ Πρίσκιλλαν γυναῖκα αὐτοῦ (διὰ τὸ διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πᾶντας τοὺς Ἰουδαίους ἐκ τῆς Ῥώμης) προσῆλθεν αὐτοῖς. Καὶ διὰ τὸ ὁμότεχνον εἶναι, ἔμενε παρ’ αὐτοῖς, καὶ εἰργάζετο, ἦσαν γὰρ σκηνοποιοὶ τὴν τέχνην» (Πράξ. ιη΄, 1). Ὅθεν ἀφ’ οὗ ἐγνωρίσθη μὲ τὸν Ἀπόστολον Παῦλον, ἐβαπτίσθη ἀπὸ αὐτόν, αὐτὸς καὶ ἡ γυνή του Πρίσκιλλα. Καὶ λοιπὸν εἰς τὸ ἑξῆς ὑπηρέτουν τὸν Παῦλον καὶ ἠκολούθουν, συγκινδυνεύοντες ὁμοῦ μὲ αὐτὸν εἰς ὅλους τοὺς πειρασμούς, ὁποῦ τῷ ἠκολούθουν.

Τόσον δὲ πολλὰ ἠγάπησε τοὺς δύω τούτους ὁ Ἀπόστολος, ἕνα μέν, διὰ τὴν ἀρετήν τους, καὶ ἄλλο δέ, διὰ τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν, ὥστε ὁποῦ ἀναφέρει δι’ αὐτοὺς εἰς τρεῖς ἐπιστολάς του. Καὶ ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους γὰρ ἐπιστολῇ γράφει· «Ἀσπάσασθε Πρίσκιλλαν καὶ Ἀκύλαν» (Ῥωμ. ις΄, 3). Ὁμοίως καὶ ἐν τῇ πρώτῃ πρὸς Κορινθίους (ις΄, 19) καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ πρὸς Τιμόθεον (δ΄, 19). Μὲ τοιαύτην λοιπὸν πολιτείαν εὐαρέστησαν οἱ μακάριοι οὗτοι εἰς τὸν Χριστόν, καὶ εἰς τὸν μακάριον Παῦλον, καὶ ἐποίησαν πολλὰ θαύματα. Ὕστερον δὲ πιασθέντες ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, ἀπεκεφαλίσθησαν, καὶ ἔτζι ἐδιάβηκαν ἀπὸ τὴν γῆν εἰς τοὺς Οὐρανούς. Ὁ δὲ Ἅγιος οὗτος Ἀκύλας ἑορτάζεται ξεχωριστὰ κατὰ τὴν δεκάτην τετάρτην τοῦ Ἰουλίου.

(1) Ἔτζι χρονολογοῦνται οἱ χρόνοι καθ’ οὓς ἐβασίλευσεν ὁ Κλαύδιος, ἐν τῇ Ἐκκλησιαστικῇ Ἱστορίᾳ τοῦ πρώτου τόμου τοῦ Μελετίου. Πολλὰ δὲ ἐκτείνονται οἱ χρόνοι αὐτοί, καθ’ οὓς δίδεται, ὅτι ἔζη ὁ Παῦλος ἐπὶ Κλαυδίου, κατὰ τὰς Πράξεις. Ἀπίστευτον γὰρ εἶναι νὰ ἔζη ὁ Παῦλος εἰς τὰ σξη΄ [268] ἔτη ἀπὸ Χριστοῦ, κᾂν καὶ δοθῇ ὅτι ἔζησεν ὑπὲρ τοὺς ἑκατὸν χρόνους. Ἐπειδὴ ἐπίστευσεν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψιν ὕστερον, δύω ἢ τρεῖς χρόνους κατὰ τοὺς ἀκριβεστέρους, ἤτοι κατὰ τοὺς τριανταέξι χρόνους ἀπὸ Χριστοῦ. Ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ Παῦλος ὅταν ἐπίστευσεν ἦτον τριανταπέντε χρόνων, (νεανίαν γὰρ αὐτὸν αἱ Πράξεις γράφουσι), λοιπὸν ἕως εἰς τοὺς διακοσίους ἑξηνταοκτὼ ἀπὸ Χριστοῦ, πῶς ἦτον δυνατὸν νὰ ζήσῃ; ἂς τὸ συμβιβάσουν οἱ κριτικοί. Παρὰ τῷ Ὡρολογίῳ ὅμως γράφεται, ὅτι ὁ Ἀκύλας ἦτον ἐν ἔτει ξε΄ [65]. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀοίδιμος Δοσίθεος ὁ Ἱεροσολύμων λέγει, ὅτι τὸ τρίτον ἔτος τῆς βασιλείας Κλαυδίου, ἦτον ἔτος ἀπὸ Χριστοῦ τεσσαρακοστὸν δεύτερον. Ἐν δὲ τῷ ἐνάτῳ ἔτει τῆς βασιλείας του, ἐδίωξε τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τὴν Ῥώμην, ἤτοι ἐν τῷ τεσσαρακοστῷ ὀγδόῳ ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ (σελ. 1118, τῆς Δωδεκαβίβλου), ὥστε καλῶς ἠπόρησα ἐγὼ ἀνωτέρω. Καὶ λοιπὸν ἐσφαλμένοι εἶναι οἱ χρόνοι τοῦ Κλαυδίου παρὰ τῷ Μελετίῳ, προσθήκην ἔχοντες διακοσίους χρόνους καὶ ἐπέκεινα.

*

Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Εὐλογίου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.

Ψυχὴν δίδωσιν Εὐλόγιος Κυρίῳ,
Βοῶν πρὸς αὐτήν (2). Κύριον σὸν εὐλόγει.

Οὗτος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Ἡρακλείου, ἐν ἔτει χι΄ [610] (3), Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, πρὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος. Ἐποίησε δὲ θαύματα πολλά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἕνα εἶναι καὶ τοῦτο. Ὅταν ὁ ἁγιώτατος Λέων ὁ τῆς Ῥώμης Ἐπίσκοπος ἔγραψεν εἰς τὴν ἐν Χαλκηδόνι Σύνοδον, τὴν πολυθρύλλητον ἐκείνην ἐπιστολὴν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀνέγνωσεν αὐτὴν ὁ Ὅσιος οὗτος Εὐλόγιος, καὶ ὄχι μόνον τὴν ἐπαίνεσε καὶ ἀπεδέξατο, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους αὐτὴν ἐκήρυξεν. Ὁ Θεὸς λοιπὸν θέλωντας νὰ χαροποιήσῃ καὶ τοὺς δύω αὐτοῦ θεράποντας, τὸν Ἅγιον Λέοντα, λέγω, καὶ τὸν Εὐλόγιον, ἔπεμψεν Ἄγγελον εἰς τὸν Εὐλόγιον ἐν σχήματι τοῦ Ἀρχιδιακόνου τοῦ Λέοντος, ὁ ὁποῖος εὐχαρίστει τὸν Ἅγιον Εὐλόγιον, ἐπειδὴ καὶ ἀπεδέχθη τὴν ῥηθεῖσαν ἐπιστολὴν τοῦ Λέοντος. Ὁ δὲ Εὐλόγιος ἐσυνομίλει μὲ τὸν Ἄγγελον, ὡσὰν νὰ συνομιλῇ μὲ τὸν Ἀρχιδιάκονον τοῦ Πάπα Λέοντος. Ἀφ’ οὗ δὲ ἔγινεν ὁ Ἄγγελος ἄφαντος ἀπὸ αὐτόν, τότε ἐγνώρισεν, ὅτι ἦτον Ἄγγελος Θεοῦ. Ὅθεν εὐχαριστήσας τῷ Θεῷ, παρέδωκε τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας αὐτοῦ (4).

(2) Πρὸς αὐτήν, τὴν ψυχὴν αὑτοῦ δηλαδή, κατὰ τὸ ψαλμικόν· «Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον».

(3) Ὁ δὲ Δοσίθεος λέγει, ὅτι ὁ Εὐλόγιος οὗτος ἦτον ἐπὶ Μαυρικίου (σελ. 527 τῆς Δωδεκαβίβλου), προτίτερα δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Ἡράκλειον. Ὁ δὲ Μελέτιος λέγει, ὅτι ὁ Εὐλόγιος ἦτον ἐν ἔτει φοζ΄ [577].

(4) Ὁ δὲ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ἄλλως γράφει περὶ τούτου. Φησὶ γάρ, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Θεόδωρος (οὗ ἡ ἐπισκοπὴ ἦτον εἰς τὴν Λιβύην), ὢν Κουβικουλάριος τοῦ Πατριάρχου Εὐλογίου τούτου, εἶδεν εἰς τὸν ὕπνον του ἕνα ἄνθρωπον ὑψηλόν, πολλῆς τιμῆς ἄξιον καὶ εὐλαβείας, καὶ εἶπεν αὐτῷ. Μήνυσαι εἰς τὸν Πάπαν Εὐλόγιον, ὅτι ἦλθεν ὁ Πάπας τῆς Ῥώμης Λέων διὰ νὰ τὸν ἀνταμώσῃ. Ἔδραμεν ὁ Θεόδωρος παρευθὺς εἰς τὸν Πατριάρχην καὶ εἶπεν αὐτῷ τὰ ῥηθέντα. Καὶ λοιπὸν ἀνταμωθέντες οἱ δύω Πάπαι, ὁ τῆς Ῥώμης καὶ ὁ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἐχαιρετίσθησαν ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, καὶ μετ’ ὀλίγα εἶπεν ὁ Λέων πρὸς τὸν Εὐλόγιον. Ἠξεύρεις διατί ἦλθον; ἦλθον διὰ νὰ σοὶ εὐχαριστήσω, ὅτι πολλὰ καλὰ ἐνόησες τὴν ἐπιστολήν μου καὶ τὴν ἐδεφένδευσες. Ἤξευρε λοιπόν, ὅτι μεγάλην χάριν ἔκαμες, ὄχι μόνον εἰς ἐμέ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Κορυφαῖον Πέτρον. Καὶ ταῦτα εἰπὼν ἔγινεν ἄφαντος. Τὸ πρωῒ ἐδιηγήθη τοῦτο ὁ Θεόδωρος εἰς τὸν Εὐλόγιον. Ὁ δὲ Εὐλόγιος κλαίων ὑπὸ τῆς χαρᾶς, εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ, τῷ ποιήσαντι αὐτὸν κήρυκα τῆς ἀληθείας (Δοσίθεος, 527 τῆς Δωδεκαβίβλου). Ὅρα περὶ τούτου καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πηδαλίῳ ἐν τοῖς προλεγομένοις περὶ τῆς ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Τετάρτης Συνόδου.

*

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Πατὴρ καὶ Υἱὸς σταυρωθέντες τελειοῦνται.

Πατὴρ σὺν Υἱῷ, σταυρικὸν πάσχει πάθος,
Ὑπὲρ Πατρὸς τοῦ δόντος Υἱὸν εἰς πάθος.

*

Ὁ Ὅσιος Συμεών, ὁ κτίτωρ τῆς ἐν Ἄθῳ τοῦ Χιλανταρίου Μονῆς, ὁ ἀκμάσας ἐν ἔτει ͵αρϞ΄ [1190], ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Τίς οὐκ ἐπαινέσειε, Συμεὼν πάτερ,
Σὲ τὸν βλύσαντα, μῦρον ἐκ τοῦ σοῦ τάφου; (5)

(5) Τὸν Βίον αὐτοῦ ὅρα εἰς τὸ Νέον Ἐκλόγιον.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Μαρτινιανού, Ακύλα, Πρισκίλλης, Ευλογίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Συμεών κτίτορος της Μονής Χιλανταρίου

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.