Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου1 Φεβρουαρίου

Των Αγίων Τρύφωνος, Πέτρου του εν Γαλατία, Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Περπετούας και των συν αυτή κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιος ΤρύφωνΕις την Α’, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Τρύφωνος.

Συ δε Τρύφων τι; το ξίφος θνήσκω φθάσας.
Καιρός δε τίς σου του τέλους; νουμηνία.

Εν Φευρουαρίοιο Τρύφων προ τομής θάνε πρώτη.

Ούτος ο Άγιος ήτον από ένα χωρίον της Φρυγίας, Λάμψακον ονομαζόμενον, κατά τους χρόνους Γορδιανού βασιλέως, ύστερα από την βασιλείαν του Καίσαρος Αυγούστου, χρόνους διακοσίους εννενηνταπέντε, ήτοι εν έτει από Χριστού σλθ’ [239]. Ούτος λοιπόν ο Άγιος εις καιρόν οπού ήτον πολλά νέος, εμεταχειρίζετο και μίαν τέχνην αρμοδίαν εις την ηλικίαν του, χήνας γαρ έβοσκε. Και εν τη ευτελεί όμως τέχνη ταύτη ευρισκόμενος, ενεπλήσθη από την χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Όθεν δι’ αυτής ιάτρευε κάθε ασθένειαν, και δαίμονας εδίωκεν. Αυτός ιάτρευσε και την θυγατέρα του βασιλέως Γορδιανού, βασανιζομένην από δαιμόνιον, το οποίον επρόσταξε, και εφάνη εις τους παρεστώτας ωσάν μαύρος σκύλος, και εφανέρωσε τα πονηρά έργα, τα οποία παρακινεί τους ανθρώπους και κάμνουσι. Με το θαύμα δε τούτο, πολλούς απίστους ετράβιξεν εις την του Χριστού πίστιν.

Κατά δε τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου, όστις έγινε διάδοχος του βασιλέως Φιλίππου του Άραβος, εν έτει σνς’ [256], εδιαβάλθη ο θείος ούτος Τρύφων εις τον έπαρχον της Ανατολής Ακυλίνον, ότι είναι Χριστιανός, και ότι δεν προσκυνεί τα είδωλα. Όθεν εφέρθη προς αυτόν ο Άγιος, εν τη Νικαία ευρισκόμενον, και ομολογήσας τον Χριστόν, πρώτον μεν, δέρνεται με ξυλίνας σπάθας, έπειτα δε, δένεται εις άλογα, τα δε άλογα διωκόμενα, έτρεξαν εν καιρώ χειμώνος μέσα εις τόπους δυσβάτους και κρημνώδεις, σύροντα τον Άγιον. Μετά ταύτα, σύρουσιν αυτόν γυμνόν επάνω εις σιδηρά καρφία. Είτα δέρνουσιν αυτόν, και με λαμπάδας πυρός τας πλευράς αυτού καίουσι. Και τελευταίον, απεφασίσθη ο Άγιος δια να αποκεφαλισθή με το ξίφος. Προ του όμως να αποκεφαλισθή, παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον μαρτυρικόν του Ναόν, τον ευρισκόμενον μέσα εις τον Ναόν του Αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, κοντά εις την αγιωτάτην μεγάλην Εκκλησίαν. (Τον κατά πλάτος Βίον τούτου όρα εις τον Νέον Παράδεισον (2).)

(1) Σημείωσαι, ότι Φευρουάριος ο μην ούτος ωνομάσθη, εκ του φεμπρουάρε, το οποίον δηλοί κάθαρσιν, κοντά εις τους Ρωμάνους Σαβίνους. Διατί κατά τον μήνα τούτον εκαθάριζον την πόλιν και τα χωράφιά των οι παλαιοί Ρωμάνοι, λιτανεύοντες εις διάστημα δώδεκα ημερών, και θυσιάζοντες.

(2) Σημειούμεν, ότι του Αγίου τούτου Τρύφωνος η εμή αδυναμία ανεπλήρωσε την Ακολουθίαν, τελείαν ταύτην ποιήσασα μετά νέου κανόνος, και εγκώμιον εις αυτόν εφιλοπόνησα, και παρακλητικόν Κανόνα εις την αγίαν κάραν αυτού, και ευχήν ικετήριον. Άτινα πάντα ευρίσκονται εις το Κοινόβιον του Ξενοφώντος. Την ικετήριον ευχήν προς τον Άγιον, ήτις λέγεται, όταν συμβή βλάπτεσθαι τα χωράφια και τους κήπους υπό ακρίδων και ερπετών, ετυπώσαμεν εν τω τέλει του παρόντος Φευρουαρίου, και όρα αυτήν. [Σ.τ.ε.: Παρατίθεται εις το τέλος του τρίτου τόμου της παρούσης εκδόσεως.] Τον δε ελληνικόν Βίον τούτου συνέγραψεν ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού». (Σώζεται εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις.) Εν δε τη Μεγίστη Λαύρα, σώζεται και άλλος Βίος τούτου, ου η αρχή· «Ο Βίος του Αγίου Μάρτυρος Τρύφωνος».

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Πέτρου του εν Γαλατία.

Ήσκει τελευτής, Πέτρος άχρι Γαλάτης,
Λόγοις αλειφθείς, Παύλου τοις προς Γαλάτας (3).

Ούτος ο μακάριος Πέτρος, εκατάγετο από την Γαλατίαν, την λεγομένην Γαλλογραικίαν, τουρκιστί δε καλουμένην Γελάς. Επτά δε μόνους χρόνους ανατραφείς κοντά εις τους γονείς του, το επίλοιπον όλον διάστημα της ζωής του, επέρασεν εις τους αγώνας της μοναχικής πολιτείας και ασκήσεως. Και πρώτον μεν, ασκήτευσεν εν τη Γαλατία τη πατρίδι του, έπειτα δε, επήγεν εις την Παλαιστίνην, και αφ’ ου εκεί απόλαυσεν όσα επόθει, επήγεν εις την Αντιόχειαν. Βλέπωντας δε την φιλόθεον και φιλόχριστον γνώμην των Αντιοχέων, επρόκρινε καλλίτερα να κατοικήση εκεί εις την ξενιτείαν, παρά εις την πατρίδα του. Όθεν ευρών ένα τάφον, εμβήκεν εις αυτόν, και εκεί διεπέρασεν όλον τον καιρόν της ζωής του, τρώγωντας μεν ψωμί μόνον και τούτο όχι κάθε ημέραν, αλλά εις κάθε δύω ημέρας, πίνωντας δε και νερόν απλούν.

Μετά ταύτα ήλθεν ένας δαιμονισμένος εις αυτόν, Δανιήλ ονομαζόμενος. Ο δε Όσιος προσευχηθείς, ηλευθέρωσεν αυτόν από την ενέργειαν του δαίμονος. Ελευθερωθείς δε ο άνθρωπος, έμεινεν εις το εξής με τον Όσιον, και υπηρέτει αυτόν, προσφέρωντας την υπηρεσίαν, ωσάν μισθόν της ιατρείας οπού έλαβεν. Ούτος ο Όσιος ιάτρευσεν και την ευλαβεστάτην μητέρα του μακαρίου Θεοδωρήτου Επισκόπου Κύρου, (ο οποίος και τον Βίον του Οσίου τούτου συνέγραψεν εν τω ενάτω αριθμώ της Φιλοθέου ιστορίας, από τον οποίον ερανίσθη και το παρόν Συναξάριον) η οποία είχεν ένα πάθος εις τον οφθαλμόν, το οποίον ενίκησεν κάθε επιστήμην των ιατρών, και τινάς δεν εδύνατο να το ιατρεύση. Ο δε Όσιος ούτος το ιάτρευσε με μόνην την προσευχήν του, επιθέσας την χείρα του επάνω εις τον οφθαλμόν της, και τον τύπον ποιήσας του τιμίου Σταυρού (4). Άλλοτε δε πάλιν ιάτρευσε τον δούλον της αυτής μητρός του Θεοδωρήτου, ο οποίος ενωχλείτο από δαιμόνιον, προστάξας πρώτον τον δαίμονα να ειπή, δια ποίαν αιτίαν έλαβεν εξουσίαν κατά του ανθρώπου, το οποίον και εποίησεν ο δαίμων, αναγκασθείς από τον φόβον δια να ειπή την αλήθειαν.

Ομοίως και άλλον δαιμονισμένον ιάτρευσε, και τον στρατηγόν της πόλεως, όστις εβουλήθη να βιάση μίαν παρθένον μονάζουσαν, εμπόδισεν ο Όσιος από το κίνημα τούτο, με το να ετύφλωσε τους οφθαλμούς του. Αλλά και την προρρηθείσαν μητέρα του Θεοδωρήτου, ήτις ησθένησεν, όταν εγέννησε τον Θεοδώρητον, και εκινδύνευσε να αποθάνη, ηλευθέρωσεν αυτήν από τον θάνατον. Και άλλα δε μυρία τοιαύτα θαύματα εποίησεν ο μακάριος. Τούτου του Οσίου και μόνη η αφή και ο πλησιασμός των φορεμάτων, ενήργει θαύματα, παρομοίως με τα φορέματα του Αποστόλου Παύλου. Και τούτο γίνεται φανερόν από το ακόλουθον θαύμα. Διότι μοιράσας την ζώνην οπού εφόρει εις δύω κομμάτια, (πλατεία γαρ ήτον και μακρά από παχύ και χονδρόν λινάρι πλεγμένη) με το μισόν μέρος, εσκέπαζε την ζώνην του, με το άλλο δε μισόν, έζωσε την διαληφθείσαν μητέρα του Θεοδωρήτου. Η μήτηρ δε πάλιν του Θεοδωρήτου, βαλούσα ταύτην επάνω εις τον υιόν της Θεοδώρητον, και εις τον πατέρα του, ασθενούντας, εδίωξεν από αυτούς την ασθένειαν. Αλλά και όταν ετύχεινε να ασθενήση τινάς άλλος, εμεταχειρίζετο η αυτή ωσάν ιατρικόν, την ιδίαν ζώνην του Οσίου και τους ιάτρευεν. Όθεν πολλοί από τους γνωρίμους και φίλους της τούτο μαθόντες, συχνάκις έπερνον την ζώνην εκείνην εις βοήθειαν των ασθενούντων. Με τοιαύτα έργα λάμψας ο θαυμάσιος Πέτρος, και με τας ακτίνας των θαυμάτων του φωτίσας την Αντιόχειαν, ευγήκεν έξω από τους αγώνας της παρούσης ζωής, και αναμένει εν Ουρανοίς τον τέλειον στέφανον, τον φυλαττόμενον εν εκείνη τη ημέρα εις τους νικηφόρους Μάρτυρας, ζήσας χρόνους ολοκλήρους εννενηνταεννέα.

(3) Τα λόγια του Παύλου, α γράφει προς τους Γαλάτας, με τα οποία επαρακινήθη ο Όσιος ούτος εις την άσκησιν, ίσως είναι ταύτα· «Ζω δε ουκ έτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», και άλλα όμοια.

(4) Προσθέττει δε ο Θεοδώρητος, ότι όχι μόνον κατά το σώμα ο Όσιος εθεράπευσε την μητέρα του, αλλά και κατά ψυχήν. Εκείνη γαρ, με το να ήτον νέα, ήτον και στολισμένη με χρυσά και μεταξωτά ιμάτια, και με περιδέρραια. Ο δε Όσιος με ένα παράδειγμα οπού είπε προς αυτήν, την έπεισε να απορρίψη όλα εκείνα. Είπε γαρ εις αυτήν, ότι, καθώς ένας ζωγράφος άριστος οπού κατασκευάση μίαν τεχνικήν εικόνα, εάν ιδή άλλον άτεχνον ζωγράφον να βάλη άλλα χρώματα εις την εικόνα, οργίζεται, τοιουτοτρόπως και ο της ανθρωπίνης φύσεως Πλάστης και ζωγράφος Θεός οργίζεται, όταν αι γυναίκες βάλλουσιν άλλα χρώματα εις το πρόσωπον αυτών, και στολίζουν το σώμα των με τα μάταια και σιγχαμερά στολίδια. Κατηγορούσι γαρ με τούτο τον Θεόν, πως είναι αμαθής και άτεχνος, και δεν ήξευρε να τας δημιουργήση ευμόρφους και ωραίας. Και δεν στοχάζονται τα ανόητα γύναια, πως ο Θεός πάντα όσα θέλει και ποιεί. Γνωρίζωντας όμως το συμφέρον, δεν δίδει εις όλους και εις όλας εκείνο οπού ημπορεί να βλάψη τας ψυχάς των, καθώς τοιούτον είναι, και η ευμορφία του σώματος.

*

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Βενδιμιανού.

Βενδιμιανός δένδρον αρετής μέγα,
Φυτευθέν εις γην και μεταχθέν εις πόλον.

Ούτος έγινε μαθητής του Αγίου Αυξεντίου. Αφ’ ου δε ο Αυξέντιος εκοιμήθη, ευρών ούτος μίαν πέτραν σχισμένην, και κτίσας μέσα εις αυτήν ένα μικρόν κελλάκι, εκεί υπέμεινε χρόνους τεσσαράκοντα δύω, ποιήσας μεγάλους αγώνας και νίκας κατά δαιμόνων. Όταν δε έμελλε να απέλθη προς Κύριον, εγονάτισεν εις την γην, και παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις τον νέον Παράδεισον (5).)

(5) Ο ελληνικός Βίος τούτου σώζεται εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Το έαρ φιλούσιν».

*

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ορμωμένου εκ της Αθηνών πόλεως.

Ορθώς λαόν σον Βασίλειε ποιμάνας,
Όντως εβασίλευσας εκ των πραγμάτων.

*

Ο Άγιος Τιμόθεος ο Ομολογητής εν ειρήνη τελειούται.

Τιμόθεος μετέσχε τιμής της άνω,
Μη προκρίνας τι της Θεού τιμής κάτω.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Θεΐων, μετά δύω Παίδων, ξίφει τελειούνται.

Θνήσκουσι παισίν, ευπροθύμως εκ ξίφους,
Όλη Θεΐων, είπετο προθυμία.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Καρίων, την γλώτταν εκτμηθείς, τελειούται.

Φωνής στερήσει, γλωττότμητος Καρίων,
Γλωσσών πλάνων έπαυσεν υθλοφωνίαν.

*

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Περπετούας, και των συν αυτή Σατύρου, Ρευκάτου, Σατορνίλου, Σεκούνδου, και Φιλικητάτης.

Την των σφαγέντων, Περπετούα πεντάδα,
Ήμειψε συσφαγείσα, προς την εξάδα.

Η Αγία Μάρτυς Περπετούα ήτον από μίαν πόλιν της Αφρικής, Θουβρίτανα ονομαζομένην, επιάσθη δε ως Χριστιανή από τους απίστους, και εφέρθη εις τον χιλίαρχον με τους ειρημένους νεανίσκους, τον Σάτυρον λέγω, τον Ρευκάτον, τον Σατορνίλον, τον Σεκούνδον, και την Φιλικητάτην, οίτινες ήτον κατηχούμενοι. Επειδή δε αυτοί όλοι ωμολόγησαν παρρησία τον Χριστόν, δια τούτο, εις μεν την Αγίαν Περπετούαν και Φιλικητάτην, άφησαν μίαν αγρίαν δάμαλην, η οποία ορμήσασα κατ’ επάνω των, κατεξέσχισεν αυτάς. Οι δε άλλοι τέσσαρες Μάρτυρες, εθανατώθησαν με μαχαίρας από τον λαόν των απίστων, και έτζι έλαβον όλοι ομού τους στεφάνους του μαρτυρίου.

*

Ο Άγιος Νεομάρτυς Αναστάσιος ο Ναυπλοιώτης, ο εν τω Ναυπλοίω μαρτυρήσας εν έτει ͵αχνε’ [1655], εις λεπτά τμηθείς τελειούται (6).

Αναστάσιος συγκοπείς σαρκός μέλη,
Άρτιος έσται εσχάτη Αναστάσει.

(6) Το Μαρτύριον αυτού όρα εις το Νέον Μαρτυρολόγιον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιος ΤρύφωνΕἰς τὴν Α΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Τρύφωνος.

Σὺ δὲ Τρύφων τί; τὸ ξίφος θνήσκω φθάσας.
Καιρὸς δὲ τίς σου τοῦ τέλους; νουμηνία.

Ἐν Φευρουαρίοιο Τρύφων πρὸ τομῆς θάνε πρώτῃ.

Οὗτος ὁ Ἅγιος ἦτον ἀπὸ ἕνα χωρίον τῆς Φρυγίας, Λάμψακον ὀνομαζόμενον, κατὰ τοὺς χρόνους Γορδιανοῦ βασιλέως, ὕστερα ἀπὸ τὴν βασιλείαν τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου, χρόνους διακοσίους ἐννενηνταπέντε, ἤτοι ἐν ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ σλθ΄ [239]. Οὗτος λοιπὸν ὁ Ἅγιος εἰς καιρὸν ὁποῦ ἦτον πολλὰ νέος, ἐμεταχειρίζετο καὶ μίαν τέχνην ἁρμοδίαν εἰς τὴν ἡλικίαν του, χῆνας γὰρ ἔβοσκε. Καὶ ἐν τῇ εὐτελεῖ ὅμως τέχνῃ ταύτῃ εὑρισκόμενος, ἐνεπλήσθη ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ὅθεν δι’ αὐτῆς ἰάτρευε κάθε ἀσθένειαν, καὶ δαίμονας ἐδίωκεν. Αὐτὸς ἰάτρευσε καὶ τὴν θυγατέρα τοῦ βασιλέως Γορδιανοῦ, βασανιζομένην ἀπὸ δαιμόνιον, τὸ ὁποῖον ἐπρόσταξε, καὶ ἐφάνη εἰς τοὺς παρεστῶτας ὡσὰν μαῦρος σκύλος, καὶ ἐφανέρωσε τὰ πονηρὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα παρακινεῖ τοὺς ἀνθρώπους καὶ κάμνουσι. Μὲ τὸ θαῦμα δὲ τοῦτο, πολλοὺς ἀπίστους ἐτράβιξεν εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν.

Κατὰ δὲ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Δεκίου, ὅστις ἔγινε διάδοχος τοῦ βασιλέως Φιλίππου τοῦ Ἄραβος, ἐν ἔτει σνς΄ [256], ἐδιαβάλθη ὁ θεῖος οὗτος Τρύφων εἰς τὸν ἔπαρχον τῆς Ἀνατολῆς Ἀκυλῖνον, ὅτι εἶναι Χριστιανός, καὶ ὅτι δὲν προσκυνεῖ τὰ εἴδωλα. Ὅθεν ἐφέρθη πρὸς αὐτὸν ὁ Ἅγιος, ἐν τῇ Νικαίᾳ εὑρισκόμενον, καὶ ὁμολογήσας τὸν Χριστόν, πρῶτον μέν, δέρνεται μὲ ξυλίνας σπάθας, ἔπειτα δέ, δένεται εἰς ἄλογα, τὰ δὲ ἄλογα διωκόμενα, ἔτρεξαν ἐν καιρῷ χειμῶνος μέσα εἰς τόπους δυσβάτους καὶ κρημνώδεις, σύροντα τὸν Ἅγιον. Μετὰ ταῦτα, σύρουσιν αὐτὸν γυμνὸν ἐπάνω εἰς σιδηρᾶ καρφία. Εἶτα δέρνουσιν αὐτόν, καὶ μὲ λαμπάδας πυρὸς τὰς πλευρὰς αὐτοῦ καίουσι. Καὶ τελευταῖον, ἀπεφασίσθη ὁ Ἅγιος διὰ νὰ ἀποκεφαλισθῇ μὲ τὸ ξίφος. Πρὸ τοῦ ὅμως νὰ ἀποκεφαλισθῇ, παρέδωκε τὴν ἁγίαν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ. Τελεῖται δὲ ἡ αὐτοῦ Σύναξις εἰς τὸν μαρτυρικόν του Ναόν, τὸν εὑρισκόμενον μέσα εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Ἀποστόλου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, κοντὰ εἰς τὴν ἁγιωτάτην μεγάλην Ἐκκλησίαν. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον τούτου ὅρα εἰς τὸν Νέον Παράδεισον (2).)

(1) Σημείωσαι, ὅτι Φευρουάριος ὁ μὴν οὗτος ὠνομάσθη, ἐκ τοῦ φεμπρουάρε, τὸ ὁποῖον δηλοῖ κάθαρσιν, κοντὰ εἰς τοὺς Ῥωμάνους Σαβίνους. Διατὶ κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον ἐκαθάριζον τὴν πόλιν καὶ τὰ χωράφιά των οἱ παλαιοὶ Ῥωμάνοι, λιτανεύοντες εἰς διάστημα δώδεκα ἡμερῶν, καὶ θυσιάζοντες.

(2) Σημειοῦμεν, ὅτι τοῦ Ἁγίου τούτου Τρύφωνος ἡ ἐμὴ ἀδυναμία ἀνεπλήρωσε τὴν Ἀκολουθίαν, τελείαν ταύτην ποιήσασα μετὰ νέου κανόνος, καὶ ἐγκώμιον εἰς αὐτὸν ἐφιλοπόνησα, καὶ παρακλητικὸν Κανόνα εἰς τὴν ἁγίαν κάραν αὐτοῦ, καὶ εὐχὴν ἱκετήριον. Ἅτινα πᾶντα εὑρίσκονται εἰς τὸ Κοινόβιον τοῦ Ξενοφῶντος. Τὴν ἱκετήριον εὐχὴν πρὸς τὸν Ἅγιον, ἥτις λέγεται, ὅταν συμβῇ βλάπτεσθαι τὰ χωράφια καὶ τοὺς κήπους ὑπὸ ἀκρίδων καὶ ἑρπετῶν, ἐτυπώσαμεν ἐν τῷ τέλει τοῦ παρόντος Φευρουαρίου, καὶ ὅρα αὐτήν. [Σ.τ.ε.: Παρατίθεται εἰς τὸ τέλος τοῦ τρίτου τόμου τῆς παρούσης ἐκδόσεως.] Τὸν δὲ ἑλληνικὸν Βίον τούτου συνέγραψεν ὁ Μεταφραστής, οὗ ἡ ἀρχή· «Τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». (Σῴζεται ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις.) Ἐν δὲ τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ, σώζεται καὶ ἄλλος Βίος τούτου, οὗ ἡ ἀρχή· «Ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Τρύφωνος».

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Πέτρου τοῦ ἐν Γαλατίᾳ.

Ἤσκει τελευτῆς, Πέτρος ἄχρι Γαλάτης,
Λόγοις ἀλειφθείς, Παύλου τοῖς πρὸς Γαλάτας (3).

Οὗτος ὁ μακάριος Πέτρος, ἐκατάγετο ἀπὸ τὴν Γαλατίαν, τὴν λεγομένην Γαλλογραικίαν, τουρκιστὶ δὲ καλουμένην Γελάς. Ἑπτὰ δὲ μόνους χρόνους ἀνατραφεὶς κοντὰ εἰς τοὺς γονεῖς του, τὸ ἐπίλοιπον ὅλον διάστημα τῆς ζωῆς του, ἐπέρασεν εἰς τοὺς ἀγῶνας τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ ἀσκήσεως. Καὶ πρῶτον μέν, ἀσκήτευσεν ἐν τῇ Γαλατίᾳ τῇ πατρίδι του, ἔπειτα δέ, ἐπῆγεν εἰς τὴν Παλαιστίνην, καὶ ἀφ’ οὗ ἐκεῖ ἀπόλαυσεν ὅσα ἐπόθει, ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν. Βλέπωντας δὲ τὴν φιλόθεον καὶ φιλόχριστον γνώμην τῶν Ἀντιοχέων, ἐπρόκρινε καλλίτερα νὰ κατοικήσῃ ἐκεῖ εἰς τὴν ξενιτείαν, παρὰ εἰς τὴν πατρίδα του. Ὅθεν εὑρὼν ἕνα τάφον, ἐμβῆκεν εἰς αὐτόν, καὶ ἐκεῖ διεπέρασεν ὅλον τὸν καιρὸν τῆς ζωῆς του, τρώγωντας μὲν ψωμὶ μόνον καὶ τοῦτο ὄχι κάθε ἡμέραν, ἀλλὰ εἰς κάθε δύω ἡμέρας, πίνωντας δὲ καὶ νερὸν ἁπλοῦν.

Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ἕνας δαιμονισμένος εἰς αὐτόν, Δανιὴλ ὀνομαζόμενος. Ὁ δὲ Ὅσιος προσευχηθείς, ἠλευθέρωσεν αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τοῦ δαίμονος. Ἐλευθερωθεὶς δὲ ὁ ἄνθρωπος, ἔμεινεν εἰς τὸ ἑξῆς μὲ τὸν Ὅσιον, καὶ ὑπηρέτει αὐτόν, προσφέρωντας τὴν ὑπηρεσίαν, ὡσὰν μισθὸν τῆς ἰατρείας ὁποῦ ἔλαβεν. Οὗτος ὁ Ὅσιος ἰάτρευσεν καὶ τὴν εὐλαβεστάτην μητέρα τοῦ μακαρίου Θεοδωρήτου Ἐπισκόπου Κύρου, (ὁ ὁποῖος καὶ τὸν Βίον τοῦ Ὁσίου τούτου συνέγραψεν ἐν τῷ ἐνάτῳ ἀριθμῷ τῆς Φιλοθέου ἱστορίας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐρανίσθη καὶ τὸ παρὸν Συναξάριον) ἡ ὁποία εἶχεν ἕνα πάθος εἰς τὸν ὀφθαλμόν, τὸ ὁποῖον ἐνίκησεν κάθε ἐπιστήμην τῶν ἰατρῶν, καὶ τινὰς δὲν ἐδύνατο νὰ τὸ ἰατρεύσῃ. Ὁ δὲ Ὅσιος οὗτος τὸ ἰάτρευσε μὲ μόνην τὴν προσευχήν του, ἐπιθέσας τὴν χεῖρά του ἐπάνω εἰς τὸν ὀφθαλμόν της, καὶ τὸν τύπον ποιήσας τοῦ τιμίου Σταυροῦ (4). Ἄλλοτε δὲ πάλιν ἰάτρευσε τὸν δοῦλον τῆς αὐτῆς μητρὸς τοῦ Θεοδωρήτου, ὁ ὁποῖος ἐνωχλεῖτο ἀπὸ δαιμόνιον, προστάξας πρῶτον τὸν δαίμονα νὰ εἰπῇ, διὰ ποίαν αἰτίαν ἔλαβεν ἐξουσίαν κατὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐποίησεν ὁ δαίμων, ἀναγκασθεὶς ἀπὸ τὸν φόβον διὰ νὰ εἰπῇ τὴν ἀλήθειαν.

Ὁμοίως καὶ ἄλλον δαιμονισμένον ἰάτρευσε, καὶ τὸν στρατηγὸν τῆς πόλεως, ὅστις ἐβουλήθη νὰ βιάσῃ μίαν παρθένον μονάζουσαν, ἐμπόδισεν ὁ Ὅσιος ἀπὸ τὸ κίνημα τοῦτο, μὲ τὸ νὰ ἐτύφλωσε τοὺς ὀφθαλμούς του. Ἀλλὰ καὶ τὴν προρρηθεῖσαν μητέρα τοῦ Θεοδωρήτου, ἥτις ἠσθένησεν, ὅταν ἐγέννησε τὸν Θεοδώρητον, καὶ ἐκινδύνευσε νὰ ἀποθάνῃ, ἠλευθέρωσεν αὐτὴν ἀπὸ τὸν θάνατον. Καὶ ἄλλα δὲ μυρία τοιαῦτα θαύματα ἐποίησεν ὁ μακάριος. Τούτου τοῦ Ὁσίου καὶ μόνη ἡ ἁφὴ καὶ ὁ πλησιασμὸς τῶν φορεμάτων, ἐνήργει θαύματα, παρομοίως μὲ τὰ φορέματα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Καὶ τοῦτο γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὸ ἀκόλουθον θαῦμα. Διότι μοιράσας τὴν ζώνην ὁποῦ ἐφόρει εἰς δύω κομμάτια, (πλατεῖα γὰρ ἦτον καὶ μακρὰ ἀπὸ παχὺ καὶ χονδρὸν λινάρι πλεγμένη) μὲ τὸ μισὸν μέρος, ἐσκέπαζε τὴν ζώνην του, μὲ τὸ ἄλλο δὲ μισόν, ἔζωσε τὴν διαληφθεῖσαν μητέρα τοῦ Θεοδωρήτου. Ἡ μήτηρ δὲ πάλιν τοῦ Θεοδωρήτου, βαλοῦσα ταύτην ἐπάνω εἰς τὸν υἱόν της Θεοδώρητον, καὶ εἰς τὸν πατέρα του, ἀσθενοῦντας, ἐδίωξεν ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἀσθένειαν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐτύχεινε νὰ ἀσθενήσῃ τινὰς ἄλλος, ἐμεταχειρίζετο ἡ αὐτὴ ὡσὰν ἰατρικόν, τὴν ἰδίαν ζώνην τοῦ Ὁσίου καὶ τοὺς ἰάτρευεν. Ὅθεν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς γνωρίμους καὶ φίλους της τοῦτο μαθόντες, συχνάκις ἔπερνον τὴν ζώνην ἐκείνην εἰς βοήθειαν τῶν ἀσθενούντων. Μὲ τοιαῦτα ἔργα λάμψας ὁ θαυμάσιος Πέτρος, καὶ μὲ τὰς ἀκτῖνας τῶν θαυμάτων του φωτίσας τὴν Ἀντιόχειαν, εὐγῆκεν ἔξω ἀπὸ τοὺς ἀγῶνας τῆς παρούσης ζωῆς, καὶ ἀναμένει ἐν Οὐρανοῖς τὸν τέλειον στέφανον, τὸν φυλαττόμενον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ εἰς τοὺς νικηφόρους Μάρτυρας, ζήσας χρόνους ὁλοκλήρους ἐννενηνταεννέα.

(3) Τὰ λόγια τοῦ Παύλου, ἃ γράφει πρὸς τοὺς Γαλάτας, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπαρακινήθη ὁ Ὅσιος οὗτος εἰς τὴν ἄσκησιν, ἴσως εἶναι ταῦτα· «Ζῶ δὲ οὐκ ἔτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός», καὶ ἄλλα ὅμοια.

(4) Προσθέττει δὲ ὁ Θεοδώρητος, ὅτι ὄχι μόνον κατὰ τὸ σῶμα ὁ Ὅσιος ἐθεράπευσε τὴν μητέρα του, ἀλλὰ καὶ κατὰ ψυχήν. Ἐκείνη γάρ, μὲ τὸ νὰ ἦτον νέα, ἦτον καὶ στολισμένη μὲ χρυσᾶ καὶ μεταξωτὰ ἱμάτια, καὶ μὲ περιδέρραια. Ὁ δὲ Ὅσιος μὲ ἕνα παράδειγμα ὁποῦ εἶπε πρὸς αὐτήν, τὴν ἔπεισε νὰ ἀπορρίψῃ ὅλα ἐκεῖνα. Εἶπε γὰρ εἰς αὐτήν, ὅτι, καθὼς ἕνας ζωγράφος ἄριστος ὁποῦ κατασκευάσῃ μίαν τεχνικὴν εἰκόνα, ἐὰν ἰδῇ ἄλλον ἄτεχνον ζωγράφον νὰ βάλῃ ἄλλα χρώματα εἰς τὴν εἰκόνα, ὀργίζεται, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως Πλάστης καὶ ζωγράφος Θεὸς ὀργίζεται, ὅταν αἱ γυναῖκες βάλλουσιν ἄλλα χρώματα εἰς τὸ πρόσωπον αὐτῶν, καὶ στολίζουν τὸ σῶμά των μὲ τὰ μάταια καὶ σιγχαμερὰ στολίδια. Κατηγοροῦσι γὰρ μὲ τοῦτο τὸν Θεόν, πῶς εἶναι ἀμαθὴς καὶ ἄτεχνος, καὶ δὲν ἤξευρε νὰ τὰς δημιουργήσῃ εὐμόρφους καὶ ὡραίας. Καὶ δὲν στοχάζονται τὰ ἀνόητα γύναια, πῶς ὁ Θεὸς πᾶντα ὅσα θέλει καὶ ποιεῖ. Γνωρίζωντας ὅμως τὸ συμφέρον, δὲν δίδει εἰς ὅλους καὶ εἰς ὅλας ἐκεῖνο ὁποῦ ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ τὰς ψυχάς των, καθὼς τοιοῦτον εἶναι, καὶ ἡ εὐμορφία τοῦ σώματος.

*

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Βενδιμιανοῦ.

Βενδιμιανὸς δένδρον ἀρετῆς μέγα,
Φυτευθὲν εἰς γῆν καὶ μεταχθὲν εἰς πόλον.

Οὗτος ἔγινε μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου. Ἀφ’ οὗ δὲ ὁ Αὐξέντιος ἐκοιμήθη, εὑρὼν οὗτος μίαν πέτραν σχισμένην, καὶ κτίσας μέσα εἰς αὐτὴν ἕνα μικρὸν κελλάκι, ἐκεῖ ὑπέμεινε χρόνους τεσσαράκοντα δύω, ποιήσας μεγάλους ἀγῶνας καὶ νίκας κατὰ δαιμόνων. Ὅταν δὲ ἔμελλε νὰ ἀπέλθῃ πρὸς Κύριον, ἐγονάτισεν εἰς τὴν γῆν, καὶ παρέδωκε τὴν ἁγίαν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον αὐτοῦ ὅρα εἰς τὸν νέον Παράδεισον (5).)

(5) Ὁ ἑλληνικὸς Βίος τούτου σῴζεται ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις, οὗ ἡ ἀρχή· «Τὸ ἔαρ φιλοῦσιν».

*

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Βασιλείου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ὁρμωμένου ἐκ τῆς Ἀθηνῶν πόλεως.

Ὀρθῶς λαὸν σὸν Βασίλειε ποιμάνας,
Ὄντως ἐβασίλευσας ἐκ τῶν πραγμάτων.

*

Ὁ Ἅγιος Τιμόθεος ὁ Ὁμολογητὴς ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Τιμόθεος μετέσχε τιμῆς τῆς ἄνω,
Μὴ προκρίνας τι τῆς Θεοῦ τιμῆς κάτω.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεΐων, μετὰ δύω Παίδων, ξίφει τελειοῦνται.

Θνήσκουσι παισίν, εὐπροθύμως ἐκ ξίφους,
Ὅλῃ Θεΐων, εἵπετο προθυμίᾳ.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Καρίων, τὴν γλῶτταν ἐκτμηθείς, τελειοῦται.

Φωνῆς στερήσει, γλωττότμητος Καρίων,
Γλωσσῶν πλάνων ἔπαυσεν ὑθλοφωνίαν.

*

Μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Περπετούας, καὶ τῶν σὺν αὐτῇ Σατύρου, Ῥευκάτου, Σατορνίλου, Σεκούνδου, καὶ Φιλικητάτης.

Τὴν τῶν σφαγέντων, Περπετούα πεντάδα,
Ἤμειψε συσφαγεῖσα, πρὸς τὴν ἑξάδα.

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Περπετούα ἦτον ἀπὸ μίαν πόλιν τῆς Ἀφρικῆς, Θουβρίτανα ὀνομαζομένην, ἐπιάσθη δὲ ὡς Χριστιανὴ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, καὶ ἐφέρθη εἰς τὸν χιλίαρχον μὲ τοὺς εἰρημένους νεανίσκους, τὸν Σάτυρον λέγω, τὸν Ῥευκάτον, τὸν Σατορνῖλον, τὸν Σεκοῦνδον, καὶ τὴν Φιλικητάτην, οἵτινες ἦτον κατηχούμενοι. Ἐπειδὴ δὲ αὐτοὶ ὅλοι ὡμολόγησαν παρρησίᾳ τὸν Χριστόν, διὰ τοῦτο, εἰς μὲν τὴν Ἁγίαν Περπετούαν καὶ Φιλικητάτην, ἄφησαν μίαν ἀγρίαν δάμαλην, ἡ ὁποία ὁρμήσασα κατ’ ἐπάνω των, κατεξέσχισεν αὐτάς. Οἱ δὲ ἄλλοι τέσσαρες Μάρτυρες, ἐθανατώθησαν μὲ μαχαίρας ἀπὸ τὸν λαὸν τῶν ἀπίστων, καὶ ἔτζι ἔλαβον ὅλοι ὁμοῦ τοὺς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.

*

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀναστάσιος ὁ Ναυπλοιώτης, ὁ ἐν τῷ Ναυπλοίῳ μαρτυρήσας ἐν ἔτει ͵αχνε΄ [1655], εἰς λεπτὰ τμηθεὶς τελειοῦται (6).

Ἀναστάσιος συγκοπεὶς σαρκὸς μέλη,
Ἄρτιος ἔσται ἐσχάτῃ Ἀναστάσει.

(6) Τὸ Μαρτύριον αὐτοῦ ὅρα εἰς τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Τρύφωνος, Πέτρου του εν Γαλατία, Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Περπετούας και των συν αυτή κ.ά.

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.