Κάποιας νέας, που λεγόταν Ταϊσία, πέθαναν οι γονείς και έμεινε ορφανή. Αυτή τότε μετέτρεψε το σπίτι της σε ξενώνα των πατέρων της Σκήτης και για πολύν καιρό τους δεχόταν και τους φιλοξενούσε. Όταν όμως ξόδεψε όσα είχε, άρχισε να στερείται. […]
Η ευχαριστία εκείνου που δέχεται δώρα παρακινεί αυτόν που τα δίνει να δώσει μεγαλύτερα από τα προηγούμενα, ενώ εκείνος που δεν ευχαριστεί στα πολύ μικρά είναι πανούργος και άδικος και στα μεγαλύτερα. Αυτός που είναι άρρωστος και γνωρίζει την αρρώστια του ευκολύνει τη θεραπεία του, και αυτός που ομολογεί τον πόνο του είναι κοντά στη θεραπεία του. Στη σκληρή καρδιά πληθύνουν οι πόνοι και στον άρρωστο που αντιδρά στον γιατρό αυξάνει ο παιδεμός. Δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη παρά η αμετανόητη, και δεν μένει δώρο χωρίς προσθήκη παρά αυτό που στερείται από ευχαριστία· η μερίδα που έλαβε ο ανόητος άνθρωπος του... Διαβάστε τη συνέχεια

