Ένας αδελφός που είχε αδικηθεί από άλλον αδελφό πήγε στον αββά Σισώη και του είπε: «Κάποιος αδελφός με αδίκησε και θέλω να βρω το δίκιο μου». Ο γέροντας τον παρακαλούσε: «Μη, παιδί μου· καλύτερα άφησε την υπεράσπισή σου στον Θεό». Εκείνος επέμενε: «Δεν θα σταματήσω μέχρι να βρω το δίκιο μου». Είπε τότε ο γέροντας: «Ας προσευχηθούμε, αδελφέ», και αφού σηκώθηκε είπε: «Θεέ, δεν έχουμε πια την ανάγκη της φροντίδας σου, γιατί εμείς μόνοι μας βρίσκουμε το δίκιο μας». Όταν το άκουσε αυτό ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του γέροντα και είπε: «Δεν αντιδικώ άλλο με τον αδελφό· συγχώρησέ με, αββά».
![]()
Πολλές φορές έλεγε στον αββά Σισώη ο μαθητής του: «Αββά, σήκω να φάμε», και εκείνος τον ρωτούσε: «Δεν φάγαμε, παιδί μου;» «Όχι, πάτερ», αποκρινόταν ο μαθητής, και έλεγε ο γέροντας: «Αν δεν φάγαμε, φέρε να φάμε».
![]()
Τρεις γέροντες άκουσαν για τον αββά Σισώη και πήγαν να τον δουν. Τον ρώτησε ο πρώτος: «Πάτερ, πώς μπορώ να σωθώ από τον πύρινο ποταμό;» Ο γέροντας δεν του απάντησε. «Πάτερ», τον ρώτησε ο δεύτερος, «πώς μπορώ να σωθώ από το τρίξιμο των δοντιών και από το ακοίμητο σκουλήκι;» Τον ρώτησε και ο τρίτος: «Πάτερ, τι να κάνω που η μνήμη του εξωτέρου σκότους με σκοτώνει;» Τότε ο γέροντας τους είπε: «Εγώ τίποτε από αυτά δεν σκέφτομαι. Ελπίζω ότι ο Θεός, που είναι σπλαχνικός, θα με ελεήσει».
Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια οι γέροντες έφυγαν λυπημένοι. Ο γέροντας όμως, μη θέλοντας να τους αφήσει να φύγουν λυπημένοι, τους κάλεσε πίσω και είπε: «Είστε μακάριοι, αδελφοί· σας ζήλεψα. Γιατί ο πρώτος από εσάς είπε για τον πύρινο ποταμό, ο δεύτερος για τα τάρταρα και ο τρίτος για το εξώτερο σκότος· αν λοιπόν ο νους σας θυμάται διαρκώς αυτά τα πράγματα, είναι αδύνατο να αμαρτήσετε. Τι θα κάνω όμως εγώ ο σκληρόκαρδος, που ούτε βάζω στον νου μου ότι υπάρχει κόλαση για τους ανθρώπους και γι’ αυτό όλη την ώρα αμαρτάνω;» Οι γέροντες τότε του έβαλαν μετάνοια και είπαν: «Όπως ακούσαμε, έτσι και είδαμε».
Από το βιβλίο: Το Γεροντικό, τόμος Α’, μετάφραση. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 309 (Αββάς Σισώης 1, 4, 19).

