Ο όσιος πατέρας μας Ιωάννης που ασκήτευε στη Λυκώ μάς διηγήθηκε και το εξής.
Ήταν, λέει, σε μια πόλη κάποιος νεαρός που είχε κάνει πάρα πολλές και βαριές αμαρτίες. Αυτός με τη χάρη του Θεού ήρθε σε κατάνυξη για τις πολλές του αμαρτίες· πήγε λοιπόν στους τάφους, κλείστηκε μέσα σε έναν από αυτούς και θρηνούσε την προηγούμενη ζωή του, πεσμένος μπρούμυτα και στενάζοντας αδιάκοπα από τα βάθη της καρδιάς του.
![]()
Όταν πέρασε έτσι μία εβδομάδα, ήρθαν τη νύχτα οι δαίμονες, οι οποίοι είχαν πρωτύτερα διαστρέψει τη ζωή του, και φώναζαν λέγοντας: «Πού είναι εκείνος ο σιχαμερός, που είχε για πολύν καιρό δοθεί στις ακολασίες; Τώρα ξαφνικά μας παρουσιάστηκε όψιμος εγκρατής και καλός. Τώρα, που δεν μπορεί πια, θέλει να είναι χριστιανός και καθωσπρέπει. Και τι καλό περιμένει για τον εαυτό του, αφού χόρτασε τα δικά μας κακά;
»Δεν θα σηκωθείς γρήγορα από εκεί; Δεν θα έρθεις μαζί μας για τα συνηθισμένα; Σε περιμένουν οι πόρνες και οι ταβερνιάρηδες· δεν θα έρθεις να απολαύσεις τις επιθυμίες σου; Καθώς χάθηκε για εσένα κάθε άλλη ελπίδα, θα έρθει γρήγορα η κρίση σου, έτσι που σκοτώνεις τον εαυτό σου. Και γιατί βιάζεσαι να λάβεις την τιμωρία, άθλιε; Γιατί πασχίζεις να σου έρθει πιο γρήγορα η καταδίκη; Έκανες κάθε ανομία, έγινες χρεώστης για όλα σ’ εμάς και τολμάς να μας ξεφύγεις; Δεν απαντάς; Δεν συμφωνείς; Δεν θα έρθεις μαζί μας;»
Αυτός όμως, αφοσιωμένος στο πένθος, δεν απαντούσε, ούτε καν τους άκουγε. Και εκείνοι, καθώς δεν κατάφεραν τίποτε, τον άρπαξαν και τον χτυπούσαν φοβερά· και αφού καταπλήγωσαν όλο το σώμα του με τα χτυπήματα, τον άφησαν μισοπεθαμένο και έφυγαν. Αυτός πάλι, στενάζοντας με ανυποχώρητη μετάνοια, παρέμενε ακίνητος.
![]()
Στο μεταξύ, τον αναζήτησαν οι συγγενείς του και, όταν τον βρήκαν και έμαθαν την αιτία της συμφοράς του, επέμεναν να τον πάρουν στο σπίτι, αλλά αυτός δεν δέχτηκε.
Την επόμενη νύχτα ξαναήρθαν οι δαίμονες και του έδωσαν χειρότερα χτυπήματα. Και καθώς ήρθαν πάλι οι συγγενείς του, αλλά δεν τον έπεισαν να φύγει από τον τόπο εκείνο, γιατί έλεγε ότι θεωρεί καλύτερο να πεθάνει, παρά να ξαναπέσει στην προηγούμενη ασωτεία, την τρίτη νύχτα οι δαίμονες παραλίγο να τον θανατώσουν χυμώντας επάνω του και χτυπώντας τον αλύπητα. Βλέποντάς τον όμως αλύγιστο, υποχώρησαν φωνάζοντας: «Νίκησες, νίκησες, νίκησες!» Και πλέον δεν του συνέβη κανένα κακό, αλλά άσκησε με καθαρότητα τις αρετές, κατοικώντας στον τάφο ως το τέλος της ζωής του, και τιμήθηκε από τον Θεό με το χάρισμα των θαυμάτων.
Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Α’, Υπόθεση Α’, Του Παλλαδίου. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 21.
Ο νεαρός με την ανυποχώρητη μετάνοια

