Η αποκάλυψη περί Θεού μας λέγει ότι, αφού δημιούργησε αυτό τον κόσμο με όλα τα άλλα πράγματα και τα ζώα, ο Θεός είπε: «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» (Γεν. 1:26). Έτσι η εικόνα Του ζει μέσα μας, όπως γίνεται και με την ίδια την γέννησή μας. Αλλά τι σημαίνει «καθ’ ομοίωσιν»; Το «καθ’ ομοίωσιν» είναι ήδη ο σκοπός μας. Και ποια ομοίωση; Μία ομοίωση μόνο μερική; Ή μήπως βαθειά, μεγάλη και αιώνια; Αναντιρρήτως η δεύτερη υπόθεση είναι η ορθή. Ο άνθρωπος πλάσθηκε για να είναι μαζί με τον Θεό, σε ενότητα ζωής μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Να, λοιπόν, αυτό που συνιστά το θέμα της εσχάτης και βαθύτερης θεολογίας μας, αλλά το οποίο δυστυχώς έχασαν οι άνθρωποι: το περιεχόμενο της έννοιας «καθ’ ομοίωσιν».
Πώς αντιδρά η υπόσταση αυτή, η οποία είναι κατ’ εικόνα της Υποστάσεως του ενσαρκωθέντος Υιού του Θεού; Πού διαμένει, ημέρα και νύκτα, το πνεύμα ενός τέτοιου ανθρώπου, οποιαδήποτε και αν είναι η δραστηριότητά του; Πώς φθάνει κάποιος στη γνώση αυτού του περιεχομένου της ομοιώσεως με τον Θεό;
Όταν γινόμαστε όμοιοι μέχρι ταυτότητος με τον Θεό, δεχόμαστε την αιώνια ζωή που είναι εν Αυτώ. Και η αιώνια ζωή που είναι εν τω Θεώ είναι ο ίδιος ο Θεός. Η ζωή Του γίνεται ζωή μας.
![]()
Ο Κύριος απεκαλύφθη στον Μωυσή: «Εγώ ειμί ο Ων» (Έξ. 3:14). Με τις λέξεις αυτές πρέπει να εννοήσουμε ότι ο Θεός μόνος υπήρχε προτού να εμφανισθεί η κοσμική ζωή, η οποία εκτίσθη από τον άναρχο αυτόν Θεό. Βεβαίως – και είναι φυσικό – μας καταλαμβάνει μία φρίκη: Πώς εμείς δημιουργημένοι από το «μηδέν», εκτεθειμένοι σ’ όλες τις ασθένειες, μπορούμε να γίνουμε οι κάτοχοι, οι φορείς της αιωνίου και ανάρχου ζωής της θεότητας; Καμία ανθρώπινη λογική δεν μας επιτρέπει να το πιστέψουμε.
Αλλά, ακριβώς εν Χριστώ ευρίσκεται η αποκάλυψη που δεχόμαστε. Όταν λοιπόν Αυτός λέγει: «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν…», κατανοούμε το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο. Για μας τους Χριστιανούς ο ενσαρκωθείς Υιός του Θεού μάς αποκαλύπτει την αιώνια βουλή του Θεού για τον άνθρωπο.
![]()
Η απόσταση που χωρίζει εμάς, που γεννηθήκαμε μέσα στην αμαρτία, από τον άγιο και άναρχο Θεό είναι τόσο μεγάλη, ώστε ακόμη και οι αστρονόμοι, οι οποίοι ζουν το κοσμικό είναι με τις τόσο τρομακτικές του διαστάσεις, δεν μπορούν να την συλλάβουν… Πώς μπορούμε εμείς να διανύσουμε την άβυσσο αυτή; Εάν ερχόμαστε στην ύπαρξη εν χρόνω, τότε σύμφωνα με την φυσική λογική οφείλουμε και να πεθάνουμε. Αλλά να που ο Κύριος λέγει: «Θέλω ίνα όπου ειμί εγώ και ο διάκονος ο εμός έσται» (Ιω. 12:26). Αυτός, όμως, είναι ο άναρχος Θεός.
Έτσι, αγαπητοί μου αδελφοί, επανέρχομαι στο εξής: η ψυχή μου δεν θα ήθελε να μιλήσει για τίποτε άλλο, παρά μόνο για την αρχή αυτού του προσώπου, της εν Θεώ υποστάσεως, και να ευφράνει την καρδιά και το πνεύμα μας με το όραμα αυτό, με την αποκάλυψη αυτή. Αλλά τώρα θα στρέψουμε την προσοχή μας, όχι προς την αρχή αυτή, αλλά προς τα μέσα για να φθάσουμε σ’ αυτήν.
Πώς θα την φθάσουμε; Λογικώς είναι αδύνατον. Η μαθηματική λογική λέγει ότι οποιαδήποτε και αν είναι η ποσότητα των μηδενικών, τα οποία προσθέτει κάποιος σ’ ένα δεδομένο αριθμό, αυτός δεν θα μπορέσει παρ’ όλα αυτά να φθάσει ποτέ το άπειρο. Εμείς όμως ομιλούμε γι’ αυτό ακριβώς: για το ότι διανύουμε την άβυσσο αυτή και ότι είμαστε αληθώς δημιουργημένοι για να φέρουμε μέσα μας τον αιώνιο αυτόν Θεό.
![]()
Αφού λοιπόν δώσαμε το διάγραμμα αυτό της πιο υψηλής θεολογίας, ας μεταβούμε στην πρακτική μας ζωή. Τι μπορούμε να κάνουμε στην καθημερινή μας ζωή, για να προσεγγίσουμε τον στόχο αυτό, την αιώνια θεία ζωή;
Από ποιο πράγμα αρχίζουμε την μοναχική μας ζωή; Από τούτο: κάθε ημέρα, η πρώτη μας μέριμνα οφείλει να είναι το να μη διαπράξουμε αμαρτία. Με τον ασκητικό αυτόν αγώνα – να μη διαπράξουμε αμαρτία – καθαρίζουμε τον νου μας, την καρδιά μας και όλο το είναι μας από το σκότος της αμαρτίας. Και ο άνθρωπος καθίσταται ικανός να αντιληφθεί χωρίς μεσολαβητή εκείνο που προέρχεται από τον Θεό.
Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 19 (1994), άρθρο: «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», σελ. 26, 29 (αποσπάσματα).

