Κάποτε –έλεγε ο Γέροντας Ιάκωβος– ήρθε εδώ στο Μοναστήρι ένας νέος (ο οποίος) ήθελε να καλογερέψη, να αφιερωθή και να υπηρετήση την Μονή του Οσίου Δαυΐδ, όμως ήταν σπανός, δεν είχε καθόλου γένεια. Πώς θα γινόταν καλόγερος; Αυτό τον στενοχωρούσε, […]
Το 1948 πήγαν να επισκεφθούν τον όσιο Γέροντα μία βαφτιστικιά του με τον εξάδελφό της. Ο δάσκαλος του παραπλήσιου χωριού της Σίψας του είπε ότι του πηγαίνει κάποιους γνωστούς του και θέλει δώρο. Ο όσιος του είπε: «Γιατί θέλεις δώρο, επειδή μου φέρνεις τη βαφτιστικιά μου, την τσιγγάνα;» (αστειευόμενος το είπε, γιατί ήταν μελαχροινή). Όταν μπήκαν στην εκκλησία, η γυναίκα είδε ένα πολύ ωραίο μαξιλάρι πάνω στον δεσποτικό θρόνο και το επεθύμησε. Όταν κάθησαν στο κελλί του, έφερε ο όσιος και έστρωσε μπροστά τους τρία όμορφα χαλάκια. Το ένα πολύ άρεσε στη γυναίκα και μονολόγησε μέσα της: «Αχ και να... Διαβάστε τη συνέχεια

