Μαρτυρία και διδαχή

Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα αποτελεί συνέχεια του Ευαγγελίου των Χριστουγέννων. Αν και ξαναδιαβάστηκε τη δεύτερη μέρα μετά τη μεγάλη εορτή, το ακούσαμε και σήμερα, προφανώς διότι κάνει λόγο για τον άγιο Ιωσήφ τον Μνήστορα, του οποίου τη μνήμη, μαζί με την του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου και του αγίου προφητάνακτος Δαβίδ, η Εκκλησία μας τιμώντας εορτάζει σήμερα.

Στο πρώτο μέρος του σημερινού Ευαγγελίου ο ευαγγελιστής Ματθαίος μας μίλησε για τη φυγή στην Αίγυπτο, στο δεύτερο για τη σφαγή των νηπίων και στο τρίτο για την επάνοδο του Κυρίου από την Αίγυπτο και την εγκατάστασή του στη Ναζαρέτ.

Κεντρικό πρόσωπο σε όλο το Ευαγγέλιο είναι ο Χριστός, που είναι ο δημιουργός και Σωτήρας μας, και κοντά σ’ αυτό πολλές φορές προβάλλει το πρόσωπο της Παναγίας Μητέρας του, από την οποία πήρε την ανθρώπινη φύση, την θέωσε και έτσι την έσωσε. Κοντά σε αυτά όμως, ιδιαίτερα τις μέρες αυτές, προβάλλεται και ένα άλλο πρόσωπο το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο. Είναι του αγίου Ιωσήφ, στον οποίο ανατέθηκε το έργο του φύλακα και προστάτου, βεβαίως κατά το ανθρώπινο, της Παναγίας αλλά και του Χριστού.

Τι ήταν όμως εκείνο που έκανε τον Θεό να του εμπιστευτεί και να του αναθέσει ένα τέτοιο υψηλό και σοβαρό έργο; Τι θα μπορούσε να πει και σε μας σήμερα το παράδειγμά του;

Όπως τονίζει ο ευαγγελιστής, αναφέρει δε και ο συναξαριστής, ο Ιωσήφ ήταν δίκαιος. Δίκαιος κατά την αγία Γραφή δεν είναι αυτός που απλώς θέλει το σωστό, το δίκαιο, όπως το εννοούμε συνήθως, αλλά δίκαιος είναι αυτός που ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ο άνθρωπος της αρετής και μάλιστα της αγάπης. Τέτοιος ήταν και ο Ιωσήφ. Ενάρετος σε όλα, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Ιδιαίτερα δε ήταν επιεικής. Από πού φαίνεται αυτό;

Είχε αρραβωνιαστεί την Μαριάμ. Και ο αρραβώνας τότε ήταν πολύ σοβαρότερος θεσμός από ό,τι σήμερα. Όταν κατάλαβε ότι κυοφορούσε, μη ξέροντας ότι τούτο ήταν έργο θεϊκό, τη θεώρησε μοιχαλίδα. Σύμφωνα δε με το Μωσαϊκό Νόμο θα έπρεπε να την οδηγήσει στο δικαστήριο και να της επιβληθεί η ποινή του θανάτου. Αλλά ο Ιωσήφ, καθώς τονίζει ο χρυσορρήμων άγιος, όχι μόνο να την τιμωρήσει δεν ήθελε αλλά ούτε καν να την ντροπιάσει. Έτσι αποφάσισε να την διώξει μυστικά. Και αυτή η επιείκεια, η μεγαλοκαρδία, πρέπει να χαρακτηρίζει όλους μας.

Συνήθως είμαστε ασυμπαθείς προς τους άλλους και κρίνουμε αυστηρά τις πράξεις τους. Γιατί;

Πρώτον, διότι δεν έχουμε αγάπη και συγκαταβατικότητα. Δεν σκεπτόμαστε ότι και ο άλλος είναι άνθρωπος, άνθρωπος αδύνατος, που είναι τόσο εύκολο να κάνει λάθη και αμαρτίες. Η αγάπη όμως εμπνέει μια πολύ διαφορετική στάση. Διότι, όπως μας λέει ο απόστολος Παύλος, η αγάπη μακροθυμεί, είναι ανεκτική, δεν θυμώνει, δεν σκέπτεται το κακό· σκεπάζει τα στραβά τού άλλου και δεν τον εκθέτει, πάντα ελπίζει ότι θα διορθωθεί, πάντα τον υπομένει.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο είμαστε σκληροί προς τους συνανθρώπους μας είναι το ότι δεν έχουμε ταπείνωση. Έχουμε καλή ή και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας. Νομίζουμε ότι κάτι σπουδαίο είμαστε και μη τυχόν μας θίξουν, μας κοιτάξουν τάχα περιφρονητικά ή μας μιλήσουν κάπως προσβλητικά. Αμέσως στενοχωρούμαστε ή θυμώνουμε και εξαγριωνόμαστε.

Αντίθετα οι άγιοι, που είχαν Πνεύμα Θεού, είχαν και την επιείκεια του Χριστού. Έτσι ο απόστολος Παύλος έλεγε για τον εαυτό του προς τους Κορινθίους: «παρακαλώ υμάς δια της πραότητος και επιεικείας του Χριστού». Τους Φιλιππησίους προέτρεπε: «η επιείκειά σας ας γίνει γνωστή σε όλους τους ανθρώπους». Στους Κολασσαείς έγραφε: «σας παρακαλώ να πορεύεστε στη ζωή σας με κάθε ταπεινοφροσύνη και πραότητα και μακροθυμία, ανεχόμενοι ό ένας τον άλλο με αγάπη», τον δε απόστολο Τίτο συμβούλευε: «θύμιζε τους χριστιανούς να μη κακολογούν κανένα, να μη φιλονικούν, να είναι επιεικείς, δείχνοντας κάθε πραότητα προς όλους τους ανθρώπους».

Το δεύτερο που θα μπορούσε να προσέξει κάποιος στον δίκαιο και άγιο Ιωσήφ είναι η πρόθυμη υπακοή του στο θέλημα του Θεού.

Προαναφέραμε ότι, όταν αντελήφθη ότι η Παναγία μας κυοφορούσε, αποφάσισε «λάθρα απολύσαι αυτήν». Όταν όμως του παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου και του είπε να μη διστάσει να πάρει στο σπίτι του την Μαριάμ, διότι το παιδί ήταν εκ Πνεύματος Αγίου, πίστεψε και έκανε ό,τι του υποδείχθηκε. Και μετά, όταν ο Ηρώδης θέλησε να σκοτώσει τον Ιησού και ο άγγελος ξαναπαρουσιάστηκε και του είπε να φύγουν στην Αίγυπτο, αυτός αμέσως σηκώθηκε και βράδυ ξεκίνησε για τον ξένο τόπο. Από εκεί επέστρεψε μόνον όταν ο άγγελος τον προέτρεψε προς τούτο, και τελικά εγκαταστάθηκε εκεί όπου του υποδείχθηκε.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι ο Ιωσήφ γνώριζε να υποτάσσει πλήρως τη γνώμη και το θέλημά του στον Θεό και έτσι αποδείχθηκε τέλειο όργανο στα χέρια του. Με την υπακοή του αγίασε αλλά και υπηρέτησε το θείο σχέδιο για τη σωτηρία των ανθρώπων. Εάν δε οι πρωτόπλαστοι έχασαν τον παράδεισο διότι δεν έκαναν υπακοή στο θέλημα του Θεού, είναι προφανές ότι εμείς χρειάζεται να μιμηθούμε τον δίκαιο Ιωσήφ στη μεγάλη και βασική αυτή αρετή. Και αν εκείνος είχε ως όργανα εξαγγελίας του θείου θελήματος αγγέλους, εμείς μπορούμε και πρέπει να έχουμε ως τέτοια, τους απλανείς πνευματικούς μας οδηγούς, στους οποίους με πίστη και αγάπη να υπακούμε και δι’ αυτών στο Θεό.

Μόνον όταν έτσι παραιτούμαστε από τα δικά μας, τη δική μας γνώμη και το δικό μας θέλημα, είναι δυνατόν να γεμίζουμε με τα του Θεού, και κατ’ αυτόν τον τρόπο να αγιαζόμαστε, ενδεχομένως δε και να συμβάλλουμε στον αγιασμό του περιβάλλοντός μας, προς δόξαν του αγίου Τριαδικού Θεού. Αμήν.

 

 

 

 

 

 

 

Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.