Γέροντες

Ο Γέρο-Γεώργιος Λαζάρ στην πόλη Πιάτρα Νεάμτς
Ο Γέρο-Γεώργιος Λαζάρ στην πόλη Πιάτρα Νεάμτς

Περίπου το έτος 1895 ο Γέρο-Γεώργιος ακούγοντας ότι υπάρχουν πολλά μοναστήρια στην Μολδαβία, όπου διατηρούνταν μία μακραίωνη πνευματική ζωή, το Άγιο Πνεύμα τον προέτρεψε να πάει προς εκείνα τα μέρη. Εγκαταστάθηκε στην πόλη Πιάτρα Νεάμτς. Από τώρα αρχίζει μία καινούργια εποχή που είναι και η τελευταία της ζωής του. Εδώ άρχισε να επισκέπτεται όλες τις εκκλησίες της πόλεως και των περιχώρων. Έγινε γνωστός σ’ όλους τους ιερείς, μοναχούς και ευσεβείς χριστιανούς, οι οποίοι τον τιμούσαν σαν ένα όσιο του Θεού. Η πόλη Πιάτρα του νομού Νεάμτς θα παραμένει έκτοτε δεμένη με το όνομα και τους αγώνες αυτού του εκλεκτού σκεύους του Θεού.

Από την πρώτη κιόλας χρονιά εγκαταστάθηκε δίπλα στην εκκλησία του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που είναι κτιτορικό έργο του αγίου ηγεμόνα Στεφάνου του Μεγάλου. Ο ιερέας είχε κατανοήσει τον αγώνα του και του έδωσε ευλογία να κατοικήσει στο καμπαναριό της εκκλησίας, όπου υπήρχε ένα δωμάτιο για τον εκκλησιαστικό. Ακόμη του έδωσε και το κλειδί της εκκλησίας για να μπορεί τις νύκτες να κατεβαίνει και να προσεύχεται μέσα στην εκκλησία, κατά την συνήθειά του.

Ο Γέρο-Γεώργιος αισθανόταν πολύ ευτυχισμένος εκεί. Δεν του έλειπε τίποτε. Είχε δίπλα την εκκλησία, το κελλάκι μέσα στο καμπαναριό, την ησυχία του, τον Πνευματικό του. Δεν ζητούσε τίποτε άλλο. Στην εκκλησία αυτή έζησε ο καλός αγωνιστής του Χριστού 12 χρόνια. Και σ’ όλο αυτό το διάστημα δεν άλλαξε καθόλου το τυπικό τής ασκήσεώς του.

Κάθε νύκτα πήγαινε μέχρι το πρωί στην εκκλησία για την αδιάκοπη προσευχή του και αισθανόταν μεγάλη πνευματική χαρά. Στεκόταν όρθιος και ξυπόλυτος επάνω στο παγερό δάπεδο επί τρεις ώρες και με τα χέρια υψωμένα προσευχόταν. Κατόπιν έκανε μετάνοιες επί μία ώρα, επικαλούμενος τους αγίους του συναξαρίου της ημέρας. Έτσι συνέχιζε από τις 12 τα μεσάνυκτα μέχρι τις 4 το πρωί. Όταν άρχιζε να ξημερώνει, έβγαινε μυστικά και αθόρυβα από την εκκλησία και ανέβαινε στον πύργο, ξεκουραζόταν μία ώρα και ξυπνούσε κατόπιν μαζί με όλο τον κόσμο. Κανείς, εκτός από μερικούς, δεν γνώριζε την άσκηση του Γέρο-Γεωργίου.

Το πρωί έλεγε μερικές προσευχές, κατόπιν έπαιρνε το Ψαλτήρι στην μασχάλη του και ξεκινούσε μέσα στα μονοπάτια ξυπόλυτος και ασκεπής απαγγέλλοντας τους ψαλμούς από στήθους. Πήγαινε σε άλλες εκκλησίες, όπου τον προέτρεπε το Άγιο Πνεύμα. Πήγαινε και σε οικογένειες που τον καλούσαν και σε μερικούς ιερείς. Και δεν επέστρεφε στον πύργο, μέχρις ότου τελειώσει την απαγγελία του Ψαλτηρίου.

«Και τώρα ας αρχίσουμε, αγαπητοί μου, με την προσευχή του πρώτου Καθίσματος», έλεγε ο Γέροντας με πραεία φωνή. Τους έλεγε με κατάνυξη, αργά αργά και λίγο μελωδικά και με ίσον. Και οι ψαλμοί γίνονταν στο στόμα του μία διαρκής αγγελική ψαλμωδία. Ενώνονταν με την ψυχή του! Γίνονταν ένα με το πνεύμα του!

Σχεδόν πάντοτε απήγγελλε το ψαλτήρι με υψωμένη την φωνή, διότι τον ακολουθούσαν πάντοτε παιδιά, νέοι, περαστικοί χριστιανοί, ακόμη και εβραίοι. Μερικοί ήθελαν να τον δουν και να ασπασθούν το Ψαλτήριο. Άλλοι να τον ακούσουν πώς προσευχόταν. Ενώ άλλοι τον πλησίαζαν για να ακουμπήσουν έστω με το χέρι τους τον γελέκο του. Και συμπεριφέρονταν έτσι, διότι είχε επάνω του το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό όλοι τον σέβονταν, τον καλούσαν στα σπίτια τους για ευλογία, του ζητούσαν συμβουλές και άκουγαν τους αγιασμένους λόγους του.

Τον σέβονταν ακόμη και τα σκυλιά, διότι δεν γαύγιζαν πίσω του, όσο άγρια και να ήσαν. Όταν περνούσε μέσα από τα καλντερίμια και ανάμεσα στα χωριά, τα σκυλιά βουβαίνονταν, τα παιδιά σταματούσαν να παίζουν, οι νέοι έτρεχαν να ασπασθούν το βιβλίο του Ψαλτηρίου, ενώ οι γέροντες στην ηλικία στέκονταν στις πόρτες με ευλάβεια.

– Σωπάτε, διότι να, έρχεται ο ασκητής Γέρο-Γεώργιος!

Ήταν μία αληθινή πνευματική πομπή, μία χαρούμενη ημέρα, το πέρασμα του Γέρο-Γεωργίου από κάποια περιοχή. Έτσι τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν παντού όλοι οι πιστοί.

Όταν τελείωνε το ένα Κάθισμα, έλεγε: «Τώρα αρχίζουμε, αγαπητοί μου, την προσευχή του δευτέρου Καθίσματος!» Και έτσι προχωρούσε μέχρι το τέλος του Ψαλτηρίου. Το απήγγελλε δυνατά για να τον ακούνε όσοι τον ακολουθούσαν, ενώ, όταν ήταν μόνος, το διάβαζε μέσα του, από την καρδιά του.

Στον δρόμο, στις γωνίες της πόλεως, παντού έτρεχαν Χριστιανοί να του δώσουν κάποιο νόμισμα για να έλθει ευλογία στα σπίτια τους.

– Προσευχήσου, Γέρο-Γεώργιε, για μένα, τη σύζυγο και τα παιδιά μου.

Εάν του έδιναν περισσότερο από ένα νόμισμα, δεν το δεχόταν.

– Αγαπητέ μου, δος το στους φτωχούς, όπως μας παραγγέλλει ο Χριστός μας.

Και ένα θαυμαστό γεγονός. Αυτός ουδέποτε έγραφε τα ονόματα αυτών που ελεούσε. Και τη νύχτα, αφού τελείωνε τη μυστική προσευχή του, πρόσθετε και μία ώρα γι’ αυτούς που την ημέρα ελεούσε, μνημονεύοντας εκατοντάδες ονόματα, έτσι όπως του ζητούσαν.

Αφού τελείωνε την απαγγελία του Ψαλτηρίου επέστρεφε στο καμπαναριό του. Κάποτε στον δρόμο σταμάτησε σ’ ένα φούρνο και με τα χρήματα που του έδωσαν αγόρασε ένα σακκί ψωμιά. Κάποιος του το έφερε στον πύργο. Εκεί δεκάδες ζητιάνοι από την πόλη, φτωχοί, χήρες, άνθρωποι βασανισμένοι συγκεντρώνονταν κάποια συγκεκριμένη ώρα έξω από το καμπαναριό της εκκλησίας και τον περίμεναν να γυρίσει από την πόλη. Όλοι τον περίμεναν να τους ελεήσει. Και ο καλός στρατιώτης του Χριστού, σαν ένας καλός Σαμαρείτης, άνοιγε τον σάκκο με τα ψωμιά, τα έκοβε κομμάτια και τα μοίραζε σε όλους. Ποτέ δεν απέμενε ψωμί περισσότερο ή λιγότερο. Σαν να ήταν από πριν μετρημένο. Οι πιο φτωχοί του ζητούσαν και χρήματα. Κάποια γυναίκα τον παρεκάλεσε:

– Γέρο-Γεώργιε, είμαι χήρα και έχω πέντε παιδιά στο σχολείο και…

– Από τι έχεις ανάγκη; Την ερώτησε ο Γέροντας με πραεία φωνή.

– Από 100 λέϊ…

Αμέσως έβαζε το χέρι του στο σακκουλάκι και έβγαζε, όσα έπιανε το χέρι του. Της τα έδινε, χωρίς να τα μετράει. Διότι ποτέ δεν μετρούσε πόσα χρήματα του έδωσαν οι Χριστιανοί και πόσα μοίραζε στους φτωχούς κάθε μέρα.

– Δωρεάν ελάβαμε, δωρεάν πρέπει και να δώσουμε», επαναλάμβανε κι αυτός.

Τίποτε δεν έκανε με τσιγκουνιά, τίποτε με απληστία, τίποτε με εμπάθεια, ούτε μετρούσε, ούτε ήξερε τι έδινε. Και πόση χαρά ένοιωθε αυτός ο φτωχός ανάμεσα στους φτωχούς, ο πεινασμένος ανάμεσα στους πεινασμένους, ο γυμνός ανάμεσα στους γυμνούς!

Όταν μοίραζε τα ψωμιά, έμπαινε στον πύργο του μόνο με ένα ψωμί, το οποίο έτρωγε το βράδυ. Εάν ήταν Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή, δεν έτρωγε τίποτε μέχρι την επόμενη ημέρα.

 

Από το βιβλίο: Μητροπολίτου Κραγιόβας Νέστορος, αρχιμ. π. Ιωαννίκιου Μπαλάν, πρωτ. π. Κωνσταντίνου Γαλερίου, Ιεροσολύμας μοναχής, «Αγιασμένες μορφές της Ορθοδόξου Ρουμανικής Εκκλησίας». Μετάφραση – επιμέλεια υπό αδελφών Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους Άθω, 2002 (αποσπάσματα).

 

 

 

 

 

 

 

Ο Γέρο-Γεώργιος Λαζάρ στην πόλη Πιάτρα Νεάμτς

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.