Γέροντες

Ηγούμενος Ανδρέας Αγιοπαυλίτης (Δ’)

Ο Ηγούμενος Ανδρέας ήταν κλασσικός, πρακτικός αγιορείτης. Συμβούλευε τους πατέρες να μην αφήνουν τον κανόνα τους, να κάνουν καθαρή εξομολόγηση και ήταν υπέρ της συχνής θείας Μεταλήψεως. Έλεγε: «Ο κοινοβιάτης, αν κάνη υπακοή, είναι φιλακόλουθος, αν κάνη καθαρή εξομολόγηση και δεν κατακρίνη, είναι για τον παράδεισο». Κατήργησε το τριήμερο χωρίς λάδι πριν από την θεία Κοινωνία και έβαλε Πέμπτη και Σάββατο θεία Μετάληψη.

Ήταν ο πρώτος Αγιοπαυλίτης Ηγούμενος που άρχισε να δέχεται πατέρες για εξομολόγηση. Κάθε μέρα 1.30-3.00 μ.μ. δεχόταν στο Ηγουμενείο. Την εξομολόγηση την άκουγε ήρεμα. Αν του έλεγε κάποιος, «Γέροντα, έπεσα εκεί», απαντούσε: «Τι να κάνουμε; Στο έλεος του Θεού να αποβλέπουμε». Αλλά αν του έλεγε κάποιος ότι κατακρίνει, τότε γινόταν πολύ αυστηρός. Του έλεγε έντονα: «Έγινες Θεός; Δεν ντρέπεσαι;», και ύστερα με ήρεμα λόγια ωδηγούσε τον μοναχό σε μετάνοια. Είχε πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στον παπα-Διονύσιο τον Μικραγιαννανίτη, στον οποίον και εξωμολογείτο, αν και ήταν κατά πολύ νεώτερός του.

 

Η αγάπη του για τους πατέρες ήταν απεριόριστη, χωρίς να ξεχωρίζη καλούς από κακούς. Ήταν πολύ ελεήμων. Αν και τα χρόνια τότε ήταν δύσκολα και τα υλικά αγαθά λιγοστά, αυτός έδινε απλόχερα. Του ζητούσε κάποιος ένα ζευγάρι κάλτσες, δύο του έδινε, ένα παντελόνι, δύο έδινε. «Αν πλύνης το ένα, να φοράς το άλλο», έλεγε. Έδωσε ευλογία στον τραπεζάρη να δίνη ελεύθερα ελεημοσύνη σε γνωστούς και αγνώστους πατέρες. «Διότι», πρόσθεσε, «όταν έχουν ανάγκη πού θα βρουν; Θα ζητήσουν από τους κατά σάρκα συγγενείς ή θα τρέχουν από δω και από κει;».

Ήταν ευγενής, τιμούσε τους άλλους και ήθελε να τους βοηθά. Ρωτούσε, πριν του ζητήσουν: «Σου λείπει κάτι, μάτια μου;». Η συνήθης έκφρασή του ήταν η λέξη «παιδάκι μου» και μ’ αυτήν εξέφραζε όλη την εσωτερική του διάθεση προς τους πατέρες. Είχε πολλή αγάπη και οικονομούσε τους πατέρες. Όπου όμως δεν έπρεπε, γινόταν αυστηρός, αλλά αυτή η αυστηρότητά του έβγαινε από την αγάπη του και το ενδιαφέρον του για να βοηθήση τους πατέρες. Αν άκουγε αργολογίες στο μαγειρείο, πλησίαζε και με αυστηρότητα έλεγε να σταματήσουν. Δεν πίστευε εύκολα σε φώτα και Αγγέλους, αν δεν εξακρίβωνε καλά.

Έλεγε για την μνήμη του Θεού: «Η οσία Μαρία η Αιγυπτία είδε μία φορά την εικόνα της Παναγίας που δεν την επέτρεψε να μπη στο ναό, και αυτή η μνήμη της εικόνας την ενίσχυσε για σαράντα χρόνια μόνη της στην έρημο. Εμείς θέλουμε να δούμε και το ένα και το άλλο και πάλι δεν έχουμε μνήμη του Θεού».

Την Σαρακοστή του 1970 είχε πάθει γαστρορραγία. Ο π. Δημόκλητος, ο γιατρός, του είπε ότι είναι πολύ σοβαρά και πρέπει να πάη έξω. Αυτή την ασθένεια πρέπει να την αντιμετωπίση η επιστήμη. «Επιστήμη είναι η Παναγία. Εγώ δεν βγαίνω από το Άγιον Όρος». Είχε τριάντα έξι χρόνια στην καλογερική και δεν είχε βγη ποτέ. Του λέει ο γιατρός:

–Εμείς πρέπει να σε κάνουμε υπακοή εφ’ όρου ζωής και συ να μας κάνης αυτήν την ώρα. Αν δεν πάμε στο γιατρό δεν υπάρχει προοπτική.

–Για την υπακοή σας είμαι στα χέρια σας. Ό,τι νομίζετε εσείς θα κάνω.

Τον πήγαν στην Θεσσαλονίκη, εγχειρήθηκε και επέστρεψε υγιής.

 

Από το βιβλίο: Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορειτική παράδοση, Άγιον Όρος 2011, σελ. 207.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ηγούμενος Ανδρέας Αγιοπαυλίτης (Δ’)

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.