Ο άγιος Ιωάννης ήταν ένας ευσεβής νέος δεκαοχτώ ετών, με ωραίο παρουσιαστικό· ασκούσε το επάγγελμα του χρυσοχόου στην πόλη Σούμνα της Βουλγαρίας. Το όνομά του στην βουλγαρική διάλεκτο ήταν Ράικο.
Απέναντι στο εργαστήριό του ζούσε ένας Τούρκος, η θυγατέρα του οποίου κυριεύθηκε από ασελγή πόθο για τον νέο χριστιανό. Μία ημέρα, τον παρέσυρε δόλια στο σπίτι της, με το πρόσχημα ότι ήθελε να του παραγγείλει ένα χρυσό δαχτυλίδι. Ο Ιωάννης αντιστάθηκε στις προτάσεις της και εγκατέλειψε το σπίτι, και τότε η ύπουλη κόρη έβαλε τις φωνές, ότι δήθεν θέλησε να την ατιμάσει. Οι Τούρκοι της γειτονιάς συνέλαβαν αμέσως τον νέο αυτό Ιωσήφ (Γεν. κεφ. 39) και τον οδήγησαν στον δικαστή, ο οποίος τον έθεσε προ του διλήμματος: είτε να παντρευθεί την κόρη και να μεταστραφεί είτε να πεθάνει με βασανιστήρια. Ο Ιωάννης αποκρίθηκε ότι προτιμούσε χίλιες φορές τον θάνατο από το να αρνηθεί τον Χριστό.
Τον χτύπησαν τότε στα πόδια μέχρι που να του πέσουν τα νύχια και τον κρέμασαν κατόπιν από ένα σχοινί περασμένο κάτω από τις μασχάλες του. Το βράδυ τον έριξαν κρυφά σε ένα μπουντρούμι, όπου υπέμεινε τρομερά βασανιστήρια, δίχως, ωστόσο, να λυγίσει ούτε στιγμή. Οι δήμιοί του του έκοψαν τότε μία λουρίδα δέρμα από τον ομφαλό έως τον λαιμό και πέρασαν δαυλούς πάνω από την πληγή, αφού την πασπάλισαν με αλάτι. Εν συνεχεία στερέωσαν στους κροτάφους του δύο κότσια που τα συγκρατούσε σχοινί, το οποίο έσφιγγαν στρέφοντας δύο ράβδους, μέχρι την στιγμή που έφθασε η εντολή να θανατωθεί ο άγιος.
Αποκεφαλίσθηκε λαμβάνοντας τον διπλό στέφανο του μαρτυρίου και της παρθενίας, την 14η Μαΐου 1802.
Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος ένατος, Μάιος, σελ. 169. Ίνδικτος, Αθήναι 2007.

