Ο Ηγούμενος Ανδρέας Αγιοπαυλίτης γεννήθηκε στον Αγκώνα Κεφαλληνίας στις 22 Ιανουαρίου το έτος 1904. Οι γονείς του Γρηγόριος Ευαγγελάτος και Βασιλική Παναγουλάτου στην βάπτιση του έδωσαν το όνομα Άγγελος. Δεν έμειναν πολύ στο χωριό που γεννήθηκε, αλλά μετώκησαν πιο Νότια.
Ο Άγγελος ήταν ευλαβής και η ζωή του πολύ προσεκτική. Είχε πόθο να γίνη καλόγερος και να αφιερωθή στον Θεό. Ως λαϊκός ήξερε τους χαιρετισμούς της Παναγίας απ’ έξω και τους έλεγε κάθε μέρα. Ήταν αδύνατο να κοιμηθή, όση δουλειά κι αν είχε, όσο κουρασμένος και αν ήταν, χωρίς να πη τους Χαιρετισμούς. Όταν ενηλικιώθηκε έγινε Αστυνομικός. Αγαπούσε πολύ την Εκκλησία και την προσευχή. Απεφάσισε πλέον να γίνη μοναχός και το πραγματοποίησε.
Αν και η Κεφαλλονιά είχε Μοναστήρια, αυτός προτιμούσε να μονάση μακρυά για λόγους ξενητείας, για να μην τον ξέρουν και τον ενοχλούν οι δικοί του. Άκουσε ότι υπάρχει ένα μεγάλο Μοναστήρι στη Λειβαδιά, του οσίου Λουκά. Απεφάσισε να πάη εκεί. Δεν ήξερε ακριβώς πού είναι, αλλά ήταν αποφασισμένος την Δευτέρα να φύγη για την Λειβαδιά. Την προηγούμενη μέρα, την Κυριακή, λειτουργήθηκε στο Ληξούρι σε μία Εκκλησία. Πήγε από νωρίς. Μόλις μπήκε στο ναό βλέπει ένα νέο ψηλό με ρωμαλέο σώμα. Είχε στρατιωτική ενδυμασία με χλαμύδα σαν αρχαίος. Δεν περιεργάστηκε ποιός είναι αυτός ο νέος, αλλά εκείνος του έκανε νόημα να πάη κοντά του. Δεν έδωσε σημασία. Έφυγε ο νέος, πήγε πίσω από την Αγία Τράπεζα και του ξανάκανε νόημα να πλησιάση. Ο Άγγελος πάλι δεν έδωσε σημασία και δεν μπήκε στο Ιερό. Κάθησε στην θέση του και όταν τελείωσε η Λειτουργία πήγε σπίτι του.
![]()
Την Δευτέρα ξεκίνησε για την Λειβαδιά. Πήγε πρώτα στην Πάτρα και από κει στην Αθήνα. Στην Πάτρα συνάντησε έναν καλόγερο, τον χαιρέτησε και του εκμυστηρεύτηκε τον σκοπό του, ότι δηλαδή πάει και αυτός να γίνη μοναχός στον όσιο Λουκά Λειβαδιάς. Ο καλόγερος του είπε: «Τι θα κάνεις εκεί; Έλα στο Άγιον Όρος, στο Περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος ένα είναι». Του είπε διάφορα ο καλόγερος και άλλαξε γνώμη. Έτσι απεφάσισε να πάη μαζί του στο Άγιον Όρος. Έφθασαν στον Πειραιά, με καράβι στην Θεσσαλονίκη και από κει στην Δάφνη. Ο καλόγερος ήταν από του Εσφιγμένου. Ο Άγγελος πήγε να προσκυνήση στην Σιμωνόπετρα. Ρώτησε αν έχη άλλο μοναστήρι κοντά και πήγε στου Γρηγορίου, και από κει Διονυσίου και εν συνεχεία Αγίου Παύλου. Όλα αυτά τα προσκύνησε σε μία μέρα με τα πόδια. Ήταν Σεπτέμβριος του 1934.
Στον Άγιο Παύλο έφθασε την ώρα του Εσπερινού. Μπήκε στην Εκκλησία να προσκυνήση και βλέπει την εικόνα του αγίου Γεωργίου στο τέμπλο δεξιά. Κοιτάει προσεκτικά, ξανακοιτάει, αναρωτιέται: «Πού την είδα αυτήν την εικόνα;». Θυμάται. «Την εικόνα δεν την είδα, αλλά αυτό το παλληκάρι, (τον άγιο Γεώργιο) το είδα! Αυτός ήταν στην Εκκλησία, στον Παντοκράτορα στο Ληξούρι. Αυτός ήταν! Δεν θα φύγω. Εδώ θα μείνω». Έτσι έμεινε και έβαλε μετάνοια για δόκιμος.
![]()
Ηγούμενος τότε ήταν ο Σεραφείμ. Βλέποντας την ωριμότητά του, την ευλάβεια, την πρόθυμη υπακοή και τον αγωνιστικό του ζήλο, μετά από τέσσερις μήνες, στις 16 Ιανουαρίου 1935, τον έκαναν ρασοφόρο και στις 25 του αυτού μηνός τον έκριναν άξιο να λάβη το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα με το όνομα Ανδρέας. Μετά από ένα μήνα τον έκαναν διάκο και σε έξι μήνες, στις 28 Ιουλίου, τον χειροτόνησαν ιερέα. Μέσα σε δέκα μήνες έγιναν όλα και ήταν τότε ο ιερομόναχος Ανδρέας 31 ετών. Τότε κατάλαβε γιατί ο άγιος Γεώργιος τον καλούσε κοντά του. Πρώτα τον κάλεσε στο Μοναστήρι του και μετά μέσα στο Άγιο Βήμα (εννοούσε την ιερωσύνη). Όλα είχαν έναν προϊδεασμό.
Από το βιβλίο: Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορειτική παράδοση, Άγιον Όρος 2011, σελ. 197.
Ηγούμενος Ανδρέας Αγιοπαυλίτης – το κάλεσμα του αγίου Γεωργίου

