«Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν
εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιω. 4:24)
Πρωτοφανείς για την εποχή εκείνη οι σκέψεις που είπε στη Σαμαρείτιδα ο Κύριος Ιησούς. «Πνεύμα ο Θεός». Γι’ αυτό ούτε σε ορισμένους χώρους ούτε σε ορισμένες περιοχές μπορεί να περιοριστεί η λατρεία Του. Ήταν προφητικά τότε τα λόγια πως ο αληθινός Θεός θα λατρευόταν σε κάθε τόπο. Στα πέρατα της οικουμένης θα χτίζονταν οι ναοί Του. Αλλά και σε κάθε μέρος, σε κάθε σημείο, όπου και αν βρισκόταν ο άνθρωπος, θα μπορούσε να λατρεύει το Θεό. Να επικοινωνεί και να ενώνεται μαζί Του. Πόσο ευεργετικό αυτό! Να νιώθει καθένας την παρουσία του Κυρίου όπου και αν πορεύεται. Να έχει την ευχέρεια να επικοινωνεί μ’ Αυτόν «εν παντί καιρώ και πάση ώρα». Να Τον προσκυνεί «εν πνεύματι και αληθεία». Εσωτερικά, προσωπικά ο καθένας, να πλησιάζει το Θεό. Μεγάλο το προνόμιο αυτής της μυστικής σχέσεως με τον Κύριο.
Εντούτοις, αυτή η ανυπολόγιστης αξίας αλήθεια παρεξηγήθηκε και παρερμηνεύτηκε ίσως όσο καμιά άλλη. Ενώ ειπώθηκε για να βοηθήσει στην επικοινωνία την άμεση και προσωπική με τον Κύριο, για πολλούς έγινε αφορμή να ξεμακρύνουν από Αυτόν. Γιατί νόμισαν πως η υψηλή αυτή διδασκαλία του Κυρίου έδινε το ελεύθερο να καταργήσει κανείς τα πάντα. «Μετά απ’ αυτό, είπαν, τι χρειάζονται οι Ναοί, οι εικόνες, τα σταυροκοπήματα; Τι αξία έχουν πια οι τύποι; Αυτοί θα μας σώσουν; Αυτό που αξίζει είναι η ουσία. Το πνεύμα. Μην κοιτάς πώς φαίνομαι, λένε. Ό,τι έχω μέσα στην καρδιά μου έχει αξία. Εγώ πιστεύω. Πιστεύω στο Θεό περισσότερο από εκείνους που φαίνονται πιστοί. Δεν τους βλέπεις άλλωστε»; Κι αρχίζουν ένα αμείλικτο κατηγορητήριο εναντίον εκείνων που τηρούν τους τύπους και τις εξωτερικές εκδηλώσεις της θρησκευτικότητας αλλά, κατά τη γνώμη τους, δε συμφωνεί η ζωή τους. Θέλοντας να κατηγορήσουν τους άλλους για υποκρισία γίνονται οι ίδιοι ταυτόχρονα υποκριτές. Δικαιώνουν τον εαυτό τους. Προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους τον ίδιο και τους άλλους πως αυτοί είναι οι γνήσιοι χριστιανοί. Πάνε έτσι να κατασιγάσουν τη συνείδησή τους και να καλύψουν στα ίδια τους τα μάτια την πραγματικότητα που δεν τους δικαιώνει.
![]()
Βέβαια δε λείπουν από κάθε εποχή οι υποκριτές. Πολλοί καλύπτουν μια ζωή αμαρτωλή κάτω από την τήρηση ορισμένων θρησκευτικών εκδηλώσεων. Εκκλησιάζονται, κάνουν αγιασμό στο σπίτι τους, προσφέρουν όσο τους είναι δυνατόν σε έργα ιερά, ελεούν και βοηθούν σε κάθε φιλανθρωπική προσπάθεια. Δεν εννοούν όμως να γίνουν δικαιότεροι, να συγχωρέσουν, να αγωνιστούν για να απαλλαγούν από τα πάθη που τους κατατρύχουν. Ίσως ακόμη να υποθάλπουν ή να δικαιολογούν την ανηθικότητα. Είναι αυτοί που «διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλον». Υπολογίζουν επιφανειακές λεπτομέρειες και αποκρούουν το Χριστό από τον εσωτερικό τους κόσμο. Εξομολογούνται ίσως για το καλό. Αλλά δε λυπούνται για τα παραπτώματά τους. Ούτε καν, το πιο σημαντικό, τα αναφέρουν στην εξομολόγηση. Μπαίνουν δηλαδή στο Εξομολογητήριο, παίρνουν την ευχή αλλά δε μετανοούν. Ουσιαστικά δεν εξομολογούνται. Περιπαίζουν έτσι τον εαυτό τους και το Θεό. Εκκλησιάζονται αλλά δεν προσεύχονται. Φαίνονται πως προσεύχονται αλλά περιαυτολογούν.
Άλλοι πάλι ξεγελούν τον εαυτό τους πως με την τήρηση ορισμένων τύπων εξιλεώνονται. Πως είναι τακτοποιημένοι απέναντι στο Θεό. Πιστεύουν πως μόνο το άναμμα της λαμπάδας, η προσφορά ενός αναθήματος, το να δώσουν στον ιερέα να κάμει μια λειτουργία, με τις μετάνοιες που θα κάμουν ή με το λάδι που θα πάνε στην εκκλησία εξοφλούν το χρέος τους. Για όλους αυτούς ο Κύριος λέει: «ο λαός ούτος τοις χείλεσί με τιμά, η δε καρδία αυτού πόρρω απέχει απ’ εμού» (Μαρκ. 7:6).
![]()
Εδώ ακριβώς πιάνονται και στηρίζονται οι άλλοι. «Εμείς δε στεκόμαστε στους τύπους, λένε, ούτε λέμε πως είμαστε θρησκευτικοί. Η καρδιά μας όμως είναι χριστιανική. Στην ουσία προσέχουμε. Ας μη φαινόμαστε. Μην κοιτάς που δείχνω με τούτη ή εκείνη τη συμπεριφορά μου διαφορετικά». Αλλά έτσι είναι; Έχει το θάρρος ν’ ατενίσει κατευθείαν στην ψυχή του μέσα ο άνθρωπος που μιλά μ’ αυτόν τον τρόπο; Από γνήσια πίστη παραλείπει τα τυπικά λεγόμενα καθήκοντά του; Τον βοηθεί αυτό να πλησιάζει πιο πολύ τον Κύριο; Ή τα λόγια του αυτά είναι επίφαση για να δικαιολογήσει την αμέλειά του, τις αταξίες, τις παραβάσεις του; Πόσοι προσπαθούν με τέτοιες θεωρίες να κατασιγάσουν τις τύψεις τους! Σαν οι τύποι, οι εξωτερικές θρησκευτικές εκδηλώσεις, να τους γίνονται εμπόδιο στην πίστη.
Δεν μπορούν να εννοήσουν ίσως πως αυτοί οι τύποι είναι το ξεχείλισμα ενός πλούσιου εσωτερικού κόσμου. Και το κερί και η μετάνοια και ο σταυρός έχουν τη θέση τους. Και οι εικόνες εμπνέουν. Βοηθούν στη δημιουργία κατανυκτικότερης ατμόσφαιρας τα καντήλια. Ο Αγιασμός, το Ευχέλαιο, η Παράκληση είναι απαραίτητα. Καταντούν τύποι, όταν κανείς δε συμμετέχει ούτε με τη σκέψη ούτε με την καρδιά κατά την τέλεσή τους. Τότε και τα πιο ιερά καθήκοντα και τα πιο προσωπικά θρησκευτικά βιώματα γίνονται τυπικά. Απλώς για να γίνουν. Για να φύγει από τη μέση μια υποχρέωση. Για να τηρηθεί μια συνήθεια.
![]()
Ποιος όμως είπε πως είναι τύποι αυτά; Τύπος ξερός και ανούσιος είναι ο εκκλησιασμός; Μα τότε δε μένει τίποτε στις σχέσεις μας με το Θεό. Μόνον όποιος έχει νιώσει αυτό το λούσιμο στη χάρη του Θεού, αυτό το γέμισμα, το πλημμύρισμα της καρδιάς με υπερούσια ικανοποίηση και αγαλλίαση που χαρίζει η μυστηριακή ένωση με το Θεό, μπορεί να το διαβεβαιώσει πως κάθε άλλο παρά τύπος ξερός είναι η συμμετοχή στο ιερότατο Μυστήριο. Καθε άλλο παρά τύπος είναι η προσευχή. Καθε άλλο παρά τυπική πράξη είναι η επίκληση της ευλογίας του Θεού και η εξάρτηση της ζωής μας, των αποφάσεών μας, των ονείρων μας από τον Κύριο. Ένας αγιασμός ή μια παράκληση ανακουφίζει. Γεμίζει με εμπιστοσύνη την ψυχή. Δίνει δύναμη και αποφασιστικότητα. Πολύ περισσότερο δεν είναι απλή τήρηση τύπων η Βάπτιση, ο Γάμος, η Θεία Κοινωνία. Αν νοσεί η ζωή μερικών, η προσωπική ή η κοινωνική, είναι γιατί αντιμετωπίζουν αυτά τα Ιερά Μυστήρια σαν κάτι τυπικό. Χωρίς ουσία. Χωρίς συναίσθηση της ιερότητας και της σημασίας τους. Τα αντιμετωπίζουν, χωρίς να συμμετέχουν, χωρίς να συγκλονίζονται στις σχετικές τελετές.
Έχουν λοιπόν, αδερφοί μου, στη ζωή μας σημασία θεμελιώδη και πρωταρχική όλα αυτά. Κι όταν τα ζήσουμε, θα τα χαρούμε και θα δοκιμάσουμε την απόλαυση που δίνει η βίωσή τους. Τότε θα πάρουν θέση στην καρδιά μας και όλοι οι τύποι – που πολλοί τους υποτιμούν – σαν ακτινοβόλημα και εξωτερική εκδήλωση των πόθων και των αναγκαιοτητών που μας συνέχουν. Θα είναι το στόλισμα και η συνέπεια μιας ολοκληρωτικά κυριαρχημένης από τη ζωτικότητα και το δυναμισμό αλλά και πλούσια ευγενικά συναισθήματα υπάρξεως. Μιας υπάρξεως που θα πορεύεται το δρόμο της προόδου και της εξυψώσεως, της ομοιώσεως προς το Θεό, πόθο που με την άπειρη αγάπη Του ενστάλαξε στην ψυχή μας ο Πανάγιος Δημιουργός μας.
Από το βιβλίο: Πολυκάρπου Βαγενά, Μητροπολίτου Κερκύρας, «Ελθέτω η βασιλεία σου», τ. Α’.

