Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου9 Φεβρουαρίου

Των Αγίων Νικηφόρου, Ρωμανού του Κίλικος, Μαρκέλλου Επισκόπου Σικελίας, Φιλαγρίου Επισκόπου Κύπρου, Παγκρατίου Επισκόπου Ταυρομενίου κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιος ΝικηφόροςΤω αυτώ μηνί Θ’, του Αγίου Μάρτυρος Νικηφόρου.

Τον εκ παλαιού, κλητικόν Νικηφόρον,
Τμηθέντα γνώθι, πρακτικόν Νικηφόρον.

Φασγάνω αμφ’ ενάτη Νικηφόρε δειροτομήθης.

Ούτος ο Άγιος Μάρτυς Νικηφόρος ήτον κατά τους χρόνους Ουαλλεριανού και Γαληΐνου των βασιλέων, εν έτει σξ’ [260], ιδιώτης κατά την τύχην. Ούτος λοιπόν είχε φιλίαν υπερβολικήν με κάποιον Σαπρίκιον Ιερέα της εν Αντιοχεία Εκκλησίας. Ο οποίος ύστερον εξ αιτίας τινός, μάλλον δε εκ διαβολικής ενεργείας, εμίσησε τον Άγιον, και εχθρός αυτού έγινεν αφιλίωτος. Όθεν ο Άγιος Νικηφόρος πολλαίς φοραίς εμεταχειρίσθη μεσίτας, και έβαλε διαλλακτάς εις αυτόν, ζητών συγχώρησιν, και την παλαιάν φιλίαν ανακαλούμενος. Ο δε Σαπρίκιος τελείως δεν ήθελε να συγχωρήση τον φίλον του, αλλ’ εφύλαττε την έχθραν και την μνησικακίαν εις την καρδίαν του. Μίαν φοράν δε επιάσθη ο Σαπρίκιος από τους ειδωλολάτρας, ως Χριστιανός και ως Ιερεύς των Χριστιανών, και εφέρετο εις το να βασανισθή. Τότε ο θείος Νικηφόρος στοχασθείς, ότι ήτον καιρός αρμόδιος δια να ελευθερώση τον Σαπρίκιον από την έχθραν, έτρεξε και έπεσεν εις τους πόδας του, παρακαλώντας δια να τον συγχωρήση, και μόλον οπού αυτός ο ευλογημένος δεν ήτον αίτιος της τοιαύτης έχθρας. Επειδή όμως δεν εισηκούετο, δια τούτο πολλαίς φοραίς επρόφθαινεν ο αοίδιμος εις τον δρόμον, και έπιπτεν εις τους πόδας του, ζητώντας συγχώρησιν. Ο δε σαπρός Σαπρίκιος, αδυσώπητος εστέκετο, και να καμφθή δεν εβούλετο.

Αφ’ ου δε εδοκίμασε πολλά βάσανα δια την αγάπην του Χριστού, και δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, τέλος πάντων εκαταδικάσθη να αποκεφαλισθή. Εφέρνετο λοιπόν ο δυστυχής Σαπρίκιος εις τον τόπον της καταδίκης, και επλησίαζεν εις το να λάβη τον στέφανον του μαρτυρίου. Τότε ο καλός Νικηφόρος, φοβηθείς, μήπως το μαρτύριον του Σαπρικίου γένη απρόσδεκτον εις τον Θεόν, δια το πάθος της οργής και της μνησικακίας οπού είχε, δια τούτο κάθε τρόπον έκαμνε δια να τον καταπείση να διαλύση την έχθραν, ίνα γένη το μαρτύριόν του ακατηγόρητον. Ο δε Σαπρίκιος, ουδέ τότε άφησε την οργήν και την μνησικακίαν. Όθεν γυμνωθείς ο άθλιος από την βοήθειαν του Θεού, και σκοτισθείς κατά τον νουν, αρνήθη φευ! τον Χριστόν. Και μαζί με την αγάπην του πλησίον, έχασε και την αγάπην του Θεού (1). Τούτο δε θεωρήσας ο μακάριος Νικηφόρος, αμέτρως ελυπήθη. Όθεν πολλά δάκρυα έχυσε, και πολλά παρεκάλεσε τον Σαπρίκιον, να μην εκπέση τελείως από τον Χριστόν, και να γένη παίγνιον εις τους ορατούς και αοράτους εχθρούς, τυράννους ομού και δαίμονας.

Επειδή δε έλεγε τα λόγιά του εις κωφόν, κατά την κοινήν παροιμίαν, δια τούτο αντί του αρνηθέντος Σαπρικίου, εμβήκεν ο τρισόλβιος Νικηφόρος εις τον αγώνα του μαρτυρίου, και ωμολόγησε παρρησία τον Χριστόν. Όθεν κατά προσταγήν του ηγεμόνος, απεκεφαλίσθη ο αοίδιμος, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. (Όρα το Μαρτύριον τούτο πλατύτερον εις το Εκλόγιον. Το δε ελληνικόν αυτού Μαρτύριον σώζεται εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Ουδέν έοικεν αγάπης είναι μακαριώτερον». Εν δε τη Μεγίστη Λαύρα σώζεται και άλλο Μαρτύριον αυτού, ου η αρχή· «Ην τις Πρεσβύτερος ονόματι Σαπρίκιος».)

(1) Εύκαιρον είναι ενταύθα να ειπούμεν τα του θείου Χρυσορρήμονος λόγια· «Αγάπης ουδέν, ούτε μείζον, ούτε ίσον εστίν, ουδέ αυτό το μαρτύριον, ο πάντων εστί κεφάλαιον των αγαθών. Και πώς; άκουσον. Αγάπη μεν, και χωρίς μαρτυρίου ποιεί μαθητάς του Χριστού. Μαρτύριον δε χωρίς αγάπης, ουκ αν ισχύσειε τούτο εργάσασθαι». (Λογ. εις τον Μεγαλομάρτυρα Ρωμανόν.) Και πάλιν ερμηνεύων το «Επί πάσι δε τούτοις την αγάπην, ήτις εστί σύνδεσμος της τελειότητος», λέγει, «ο δε θέλει ειπείν, τούτο εστίν, ότι πάντα εκείνα αύτη συσφίγγει, όπερ αν είπης αγαθόν, ταύτης απούσης, ουδέν εστιν, αλλά διαρρεί. Οία γαρ εάν τις έχη κατορθώματα, πάντα φρούδα, αγάπης μη ούσης». (Λογ. η’, εις την προς Κολασσαείς.) Και πάλιν λέγει ο αυτός, ότι ουδέ τους απίστους πρέπει να μισούμεν, αλλά τα πονηρά αυτών δόγματα. «Τι ούν φησιν, αν εχθροί ώσι και Έλληνες, ου δει μισείν; μισείν μεν, ουκ εκείνους δε, αλλά το δόγμα, ου τον άνθρωπον, αλλά την πονηράν πράξιν, την διεφθαρμένην γνώμην. Ο μεν γαρ άνθρωπος, έργον Θεού. Η δε πλάνη, έργον του Διαβόλου. Μη τοίνυν αναμίξης τα του Θεού και τα του Διαβόλου». (Λογ. λγ’, εις την α’ προς Κορινθίους.) Αρμόδιον είναι να αναφέρωμεν εδώ και εκείνο οπού γράφει ο Ευεργετινός, σελ. 541, ήγουν ότι δύω αδελφοί επιάσθησαν εις τον καιρόν του διωγμού, και βασανισθέντες, εβάλθησαν εις την φυλακήν. Επειδή δε ηκολούθησε μεταξύ αυτών κάποιος παροξυσμός και λογοτριβή, ο μεν ένας, μετανοήσας δια τούτο, έβαλε μετάνοιαν ογλίγωρα εις τον αδελφόν, λέγων. Ακολουθεί εις ημάς αύριον να τελειωθώμεν με το μαρτύριον. Όθεν ας διαλύσωμεν την έχθραν και ας κάμωμεν αγάπην. Ο δε άλλος, δεν επείθετο. Εις δε την ερχομένην ημέραν, εφέρθησαν και οι δύω εις το κριτήριον και εβασανίσθησαν. Και εκείνος οπού δεν ηθέλησε να λύση την έχθραν, ευθύς με την πρώτην δοκιμήν των βασάνων ενικήθη, και αρνήθη τον Χριστόν. Όθεν ερώτησεν αυτόν ο άρχων, διατί εχθές με τόσα βάσανα οπού εδοκίμασες, δεν αρνήθης, τώρα δε τόσον ογλίγωρα ενικήθης; Ο δε απεκρίθη. Διατί εχθές μεν είχον αγάπην με τον αδελφόν μου, δια τούτο και η χάρις του Θεού με ενεδυνάμονε και υπέμεινα τα βάσανα. Τώρα δε, επειδή εμνησικάκησα εις τον αδελφόν μου, δια τούτο εγυμνώθηκα από την σκέπην του Θεού και παρηγορίαν και δύναμιν.

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ρωμανού του Κίλικος και Θαυματουργού.

Λήθην βαθείαν, είχε και ζων του βίου,
Ρωμανός ούτος, ος μετέστη του βίου.

Ούτος ο Όσιος Ρωμανός ήτον από μίαν πόλιν της Κιλικίας Ρώσον ονομαζομένην, εις την Αντιόχειαν δε ηγωνίσατο τους υπέρ της αρετής αγώνας και άθλους. Έξω γαρ από τα τείχη της Αντιοχείας κτίσας μικρόν κελλίον, κοντά εις την ποδίαν του εκείσε βουνού, μέσα εις αυτό ασκητικώς ηγωνίζετο ο αοίδιμος, χωρίς να ανάπτη φωτίαν, και χωρίς να έχη φως λύχνου. Η τροφή του ήτον, ψωμί και αλάτι, το δε πιοτόν του ήτον, το νερόν της βρύσεως. Φόρεμα δε είχε τραχύ, υφασμένον από γηδίσσας τρίχας. Τα δε μαλλία της κεφαλής του έφθαναν έως εις τα ποδάριά του. Εφόρει δε έσωθεν και βαρέα σίδηρα, εις τον λαιμόν, εις τας χείρας, και εις την μέσην. Όθεν δια τους αγώνας τούτους, εδόθη εις αυτόν πολλή χάρις παρά Θεού. Από πολλούς γαρ ανθρώπους εδίωξε πολλαίς φοραίς χαλεπάς ασθενείας, και εις πολλάς στείρας γυναίκας εχάρισε τέκνα δια των προσευχών του. Με τοιαύτα λοιπόν θαύματα, διαλάμψας ο μακάριος, εν ειρήνη εκοιμήθη (2).

(2) Τούτου του Οσίου τον Βίον γράφει ο Θεοδώρητος εν αριθμώ ενδεκάτω της Φιλοθέου Ιστορίας, αφ’ ου και ερανίσθη το παρόν Συναξάριον. Προσθέττει δε εκεί ο Θεοδώρητος ότι ο Όσιος ούτος επλεονέκτει ήθους απλότητι, και πραότητι τρόπων, και φρονήματος μετριότητι. Και τούτου ένεκα της θείας χάριτος ηφίει την αίγλην. «Επί τίνα γαρ, φησίν, επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον πράον και ησύχιον και τρέμοντά μου τους λόγους; όθεν και τοσαύτην παρά του θείου Πνεύματος δεξάμενος δύναμιν, πτωχόν εαυτόν και προσαίτην ωνόμαζε. Διο και πάντας τους παρ’ αυτώ φοιτώντας, και φαινόμενος, και φθεγγόμενος, ωφελείας πληρών, τον άπαντα διετέλεσε βίον».

*

Μνήμη των Αγίων Ιερομαρτύρων, Μαρκέλλου Επισκόπου Σικελίας, Φιλαγρίου Επισκόπου Κύπρου, και Παγκρατίου Επισκόπου Ταυρομενίου.

Λυθέντες άνδρες σαρκικών τρεις αμμάτων (ήτοι δεσμών και σχοινίων),
Των της Εδέμ μετέσχον εντρυφημάτων.

Ούτοι οι Άγιοι έγιναν μαθηταί του Αγίου Αποστόλου και Κορυφαίου Πέτρου. Ο μεν γαρ Άγιος Μάρκελλος, ο κατά σάρκα πατήρ του Αγίου Παγκρατίου, εις καιρόν οπού ακόμη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έζη σωματικώς επί της γης και εθαυματούργει, ακούσας δι’ αυτόν και δια τας θαυματουργίας του, επήρε τον υιόν του Παγκράτιον, και επήγε με αυτόν από την Αντιόχειαν εις την Ιερουσαλήμ δια να ιδούν τον Κύριον. Ο Παγκράτιος λοιπόν από τότε έγινε γνώριμος εις τον Απόστολον Πέτρον, και αφ’ ου ανελήφθη ο Κύριος, ηκολούθει οπίσω του Αποστόλου. Όθεν και εχειροτονήθη από αυτόν Επίσκοπος Ταυρομενίου, ήτις ήτον πόλις της Σικελίας, τιμημένη με θρόνον Επισκόπου και με λιμένα, κοινώς καλουμένη Ταορμίνα. Όθεν εκήρυττε το όνομα του Χριστού, δια τούτο και εφονεύθη κρυφίως από τους Μοντανιστάς (3). Ο δε Μάρκελλος ο τούτου πατήρ κατά σάρκα, εχειροτονήθη της Σικελίας Επίσκοπος, και πολλούς των Ελλήνων επιστρέψας προς Κύριον, ετελειώθη εν ειρήνη. Ομοίως δε και ο Φιλάγριος γενόμενος της Κύπρου Επίσκοπος, εδίδασκε και αυτός και εκήρυττε το όνομα του Κυρίου. Όθεν πολλούς υπομείνας πειρασμούς δια την αληθή πίστιν, προς Κύριον εξεδήμησεν.

(3) Ο Άγιος ούτος Παγκράτιος εορτάζεται μόνος κατά την ενάτην του Ιουλίου.

*

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Πέτρος ο Δαμασκηνός ξίφει τελειούται.

Ο εξελέγξας τους παραπλήγας Πέτρος,
Θνήσκει μονοπλήξ, τω δια ξίφους τέλει (4).

(4) Ο Ιερομάρτυς ούτος Πέτρος, τινές μεν λέγουσι πιθανώτερον, ότι είναι ο της Δαμασκού Επίσκοπος, ο επί του Δαμασκηνού Ιωάννου ζων και επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου εν έτει ψοε’ [775], ο και μαρτυρικού τέλους αξιωθείς. Την γαρ των Αράβων και Μανιχαίων διελέγχων κακόδοξον αίρεσιν, υπό Ουαλίδ υιού του των Αράβων αρχηγού Ισήμ, εκόπη την γλώσσαν, και εξωρίσθη εις την Ευδαίμονα Αραβίαν, ένθα καθαρώς λαλών και ιερουργών, ετελεύτησεν. Άλλοι δε λέγουν, ότι ούτος εστίν ο Δαμασκηνός Πέτρος, ο την νηπτικήν βίβλον συγγράψας την εν τη Φιλοκαλία περιεχομένην. Αντιλέγουσιν όμως εις τούτο τινές, δικαιολογούμενοι, ότι ο την νηπτικήν βίβλον συγγράψας, άλλος εστίν από τον ανωτέρω, καθότι αναφέρει Συμεώνα τον Μεταφραστήν, τον υστερινόν όντα κατά τους χρόνους εκείνου. Πλην ο αναφερόμενος εδώ παρά του Συναξαριστού, ίσως είναι ο την νηπτικήν βίβλον συγγράψας, ον μαρτυρεί, ότι ήτον Ιερεύς, και ότι ξίφει ετελειώθη, του επί του Ιωάννου του Δαμασκηνού Πέτρου εκείνου, μη ξίφει τελειωθέντος.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιος ΝικηφόροςΤῷ αὐτῷ μηνὶ Θ΄, τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νικηφόρου.

Τὸν ἐκ παλαιοῦ, κλητικὸν Νικηφόρον,
Τμηθέντα γνῶθι, πρακτικὸν Νικηφόρον.

Φασγάνῳ ἀμφ’ ἐνάτῃ Νικηφόρε δειροτομήθης.

Οὗτος ὁ Ἅγιος Μάρτυς Νικηφόρος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους Οὐαλλεριανοῦ καὶ Γαληΐνου τῶν βασιλέων, ἐν ἔτει σξ΄ [260], ἰδιώτης κατὰ τὴν τύχην. Οὗτος λοιπὸν εἶχε φιλίαν ὑπερβολικὴν μὲ κᾄποιον Σαπρίκιον Ἱερέα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Ἐκκλησίας. Ὁ ὁποῖος ὕστερον ἐξ αἰτίας τινός, μᾶλλον δὲ ἐκ διαβολικῆς ἐνεργείας, ἐμίσησε τὸν Ἅγιον, καὶ ἐχθρὸς αὐτοῦ ἔγινεν ἀφιλίωτος. Ὅθεν ὁ Ἅγιος Νικηφόρος πολλαῖς φοραῖς ἐμεταχειρίσθη μεσίτας, καὶ ἔβαλε διαλλακτὰς εἰς αὐτόν, ζητῶν συγχώρησιν, καὶ τὴν παλαιὰν φιλίαν ἀνακαλούμενος. Ὁ δὲ Σαπρίκιος τελείως δὲν ἤθελε νὰ συγχωρήσῃ τὸν φίλον του, ἀλλ’ ἐφύλαττε τὴν ἔχθραν καὶ τὴν μνησικακίαν εἰς τὴν καρδίαν του. Μίαν φορὰν δὲ ἐπιάσθη ὁ Σαπρίκιος ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρας, ὡς Χριστιανὸς καὶ ὡς Ἱερεὺς τῶν Χριστιανῶν, καὶ ἐφέρετο εἰς τὸ νὰ βασανισθῇ. Τότε ὁ θεῖος Νικηφόρος στοχασθείς, ὅτι ἦτον καιρὸς ἁρμόδιος διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν Σαπρίκιον ἀπὸ τὴν ἔχθραν, ἔτρεξε καὶ ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας του, παρακαλῶντας διὰ νὰ τὸν συγχωρήσῃ, καὶ μὅλον ὁποῦ αὐτὸς ὁ εὐλογημένος δὲν ἦτον αἴτιος τῆς τοιαύτης ἔχθρας. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἰσηκούετο, διὰ τοῦτο πολλαῖς φοραῖς ἐπρόφθαινεν ὁ ἀοίδιμος εἰς τὸν δρόμον, καὶ ἔπιπτεν εἰς τοὺς πόδας του, ζητῶντας συγχώρησιν. Ὁ δὲ σαπρὸς Σαπρίκιος, ἀδυσώπητος ἐστέκετο, καὶ νὰ καμφθῇ δὲν ἐβούλετο.

Ἀφ’ οὗ δὲ ἐδοκίμασε πολλὰ βάσανα διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, καὶ δὲν ἐπείσθη νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα, τέλος πάντων ἐκαταδικάσθη νὰ ἀποκεφαλισθῇ. Ἐφέρνετο λοιπὸν ὁ δυστυχὴς Σαπρίκιος εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης, καὶ ἐπλησίαζεν εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὸν στέφανον τοῦ μαρτυρίου. Τότε ὁ καλὸς Νικηφόρος, φοβηθείς, μήπως τὸ μαρτύριον τοῦ Σαπρικίου γένῃ ἀπρόσδεκτον εἰς τὸν Θεόν, διὰ τὸ πάθος τῆς ὀργῆς καὶ τῆς μνησικακίας ὁποῦ εἶχε, διὰ τοῦτο κάθε τρόπον ἔκαμνε διὰ νὰ τὸν καταπείσῃ νὰ διαλύσῃ τὴν ἔχθραν, ἵνα γένῃ τὸ μαρτύριόν του ἀκατηγόρητον. Ὁ δὲ Σαπρίκιος, οὐδὲ τότε ἄφησε τὴν ὀργὴν καὶ τὴν μνησικακίαν. Ὅθεν γυμνωθεὶς ὁ ἄθλιος ἀπὸ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, καὶ σκοτισθεὶς κατὰ τὸν νοῦν, ἀρνήθη φεῦ! τὸν Χριστόν. Καὶ μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπην τοῦ πλησίον, ἔχασε καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ (1). Τοῦτο δὲ θεωρήσας ὁ μακάριος Νικηφόρος, ἀμέτρως ἐλυπήθη. Ὅθεν πολλὰ δάκρυα ἔχυσε, καὶ πολλὰ παρεκάλεσε τὸν Σαπρίκιον, νὰ μὴν ἐκπέσῃ τελείως ἀπὸ τὸν Χριστόν, καὶ νὰ γένῃ παίγνιον εἰς τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους ἐχθρούς, τυράννους ὁμοῦ καὶ δαίμονας.

Ἐπειδὴ δὲ ἔλεγε τὰ λόγιά του εἰς κωφόν, κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, διὰ τοῦτο ἀντὶ τοῦ ἀρνηθέντος Σαπρικίου, ἐμβῆκεν ὁ τρισόλβιος Νικηφόρος εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου, καὶ ὡμολόγησε παρρησίᾳ τὸν Χριστόν. Ὅθεν κατὰ προσταγὴν τοῦ ἡγεμόνος, ἀπεκεφαλίσθη ὁ ἀοίδιμος, καὶ ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον. (Ὅρα τὸ Μαρτύριον τοῦτο πλατύτερον εἰς τὸ Ἐκλόγιον. Τὸ δὲ ἑλληνικὸν αὐτοῦ Μαρτύριον σῴζεται ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις, οὗ ἡ ἀρχή· «Οὐδὲν ἔοικεν ἀγάπης εἶναι μακαριώτερον». Ἐν δὲ τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ σῴζεται καὶ ἄλλο Μαρτύριον αὐτοῦ, οὗ ἡ ἀρχή· «Ἦν τις Πρεσβύτερος ὀνόματι Σαπρίκιος».)

(1) Εὔκαιρον εἶναι ἐνταῦθα νὰ εἰποῦμεν τὰ τοῦ θείου Χρυσορρήμονος λόγια· «Ἀγάπης οὐδέν, οὔτε μεῖζον, οὔτε ἶσόν ἐστιν, οὐδὲ αὐτὸ τὸ μαρτύριον, ὃ πάντων ἐστὶ κεφάλαιον τῶν ἀγαθῶν. Καὶ πῶς; ἄκουσον. Ἀγάπη μέν, καὶ χωρὶς μαρτυρίου ποιεῖ μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ. Μαρτύριον δὲ χωρὶς ἀγάπης, οὐκ ἂν ἰσχύσειε τοῦτο ἐργάσασθαι». (Λόγ. εἰς τὸν Μεγαλομάρτυρα Ῥωμανόν.) Καὶ πάλιν ἑρμηνεύων τὸ «Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος», λέγει, «ὃ δὲ θέλει εἰπεῖν, τοῦτό ἐστιν, ὅτι πᾶντα ἐκεῖνα αὕτη συσφίγγει, ὅπερ ἂν εἴπῃς ἀγαθόν, ταύτης ἀπούσης, οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ διαρρεῖ. Οἷα γὰρ ἐάν τις ἔχῃ κατορθώματα, πᾶντα φροῦδα, ἀγάπης μὴ οὔσης». (Λόγ. η΄, εἰς τὴν πρὸς Κολασσαεῖς.) Καὶ πάλιν λέγει ὁ αὐτός, ὅτι οὐδὲ τοὺς ἀπίστους πρέπει νὰ μισοῦμεν, ἀλλὰ τὰ πονηρὰ αὐτῶν δόγματα. «Τί οὖν φησιν, ἂν ἐχθροὶ ὦσι καὶ Ἕλληνες, οὐ δεῖ μισεῖν; μισεῖν μέν, οὐκ ἐκείνους δέ, ἀλλὰ τὸ δόγμα, οὐ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὴν πονηρὰν πρᾶξιν, τὴν διεφθαρμένην γνώμην. Ὁ μὲν γὰρ ἄνθρωπος, ἔργον Θεοῦ. Ἡ δὲ πλάνη, ἔργον τοῦ Διαβόλου. Μὴ τοίνυν ἀναμίξῃς τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ τοῦ Διαβόλου». (Λόγ. λγ΄, εἰς τὴν α΄ πρὸς Κορινθίους.) Ἁρμόδιον εἶναι νὰ ἀναφέρωμεν ἐδῶ καὶ ἐκεῖνο ὁποῦ γράφει ὁ Εὐεργετινός, σελ. 541, ἤγουν ὅτι δύω ἀδελφοὶ ἐπιάσθησαν εἰς τὸν καιρὸν τοῦ διωγμοῦ, καὶ βασανισθέντες, ἐβάλθησαν εἰς τὴν φυλακήν. Ἐπειδὴ δὲ ἠκολούθησε μεταξὺ αὐτῶν κᾄποιος παροξυσμὸς καὶ λογοτριβή, ὁ μὲν ἕνας, μετανοήσας διὰ τοῦτο, ἔβαλε μετάνοιαν ὀγλίγωρα εἰς τὸν ἀδελφόν, λέγων. Ἀκολουθεῖ εἰς ἡμᾶς αὔριον νὰ τελειωθῶμεν μὲ τὸ μαρτύριον. Ὅθεν ἂς διαλύσωμεν τὴν ἔχθραν καὶ ἂς κάμωμεν ἀγάπην. Ὁ δὲ ἄλλος, δὲν ἐπείθετο. Εἰς δὲ τὴν ἐρχομένην ἡμέραν, ἐφέρθησαν καὶ οἱ δύω εἰς τὸ κριτήριον καὶ ἐβασανίσθησαν. Καὶ ἐκεῖνος ὁποῦ δὲν ἠθέλησε νὰ λύσῃ τὴν ἔχθραν, εὐθὺς μὲ τὴν πρώτην δοκιμὴν τῶν βασάνων ἐνικήθη, καὶ ἀρνήθη τὸν Χριστόν. Ὅθεν ἐρώτησεν αὐτὸν ὁ ἄρχων, διατί ἐχθὲς μὲ τόσα βάσανα ὁποῦ ἐδοκίμασες, δὲν ἀρνήθης, τώρα δὲ τόσον ὀγλίγωρα ἐνικήθης; Ὁ δὲ ἀπεκρίθη. Διατὶ ἐχθὲς μὲν εἶχον ἀγάπην μὲ τὸν ἀδελφόν μου, διὰ τοῦτο καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μὲ ἐνεδυνάμονε καὶ ὑπέμεινα τὰ βάσανα. Τώρα δέ, ἐπειδὴ ἐμνησικάκησα εἰς τὸν ἀδελφόν μου, διὰ τοῦτο ἐγυμνώθηκα ἀπὸ τὴν σκέπην τοῦ Θεοῦ καὶ παρηγορίαν καὶ δύναμιν.

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ῥωμανοῦ τοῦ Κίλικος καὶ Θαυματουργοῦ.

Λήθην βαθεῖαν, εἶχε καὶ ζῶν τοῦ βίου,
Ῥωμανὸς οὗτος, ὃς μετέστη τοῦ βίου.

Οὗτος ὁ Ὅσιος Ῥωμανὸς ἦτον ἀπὸ μίαν πόλιν τῆς Κιλικίας Ῥῶσον ὀνομαζομένην, εἰς τὴν Ἀντιόχειαν δὲ ἠγωνίσατο τοὺς ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς ἀγῶνας καὶ ἄθλους. Ἔξω γὰρ ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἀντιοχείας κτίσας μικρὸν κελλίον, κοντὰ εἰς τὴν ποδίαν τοῦ ἐκεῖσε βουνοῦ, μέσα εἰς αὐτὸ ἀσκητικῶς ἠγωνίζετο ὁ ἀοίδιμος, χωρὶς νὰ ἀνάπτῃ φωτίαν, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ φῶς λύχνου. Ἡ τροφή του ἦτον, ψωμὶ καὶ ἁλάτι, τὸ δὲ πιοτόν του ἦτον, τὸ νερὸν τῆς βρύσεως. Φόρεμα δὲ εἶχε τραχύ, ὑφασμένον ἀπὸ γηδίσσας τρίχας. Τὰ δὲ μαλλία τῆς κεφαλῆς του ἔφθαναν ἕως εἰς τὰ ποδάριά του. Ἐφόρει δὲ ἔσωθεν καὶ βαρέα σίδηρα, εἰς τὸν λαιμόν, εἰς τὰς χεῖρας, καὶ εἰς τὴν μέσην. Ὅθεν διὰ τοὺς ἀγῶνας τούτους, ἐδόθη εἰς αὐτὸν πολλὴ χάρις παρὰ Θεοῦ. Ἀπὸ πολλοὺς γὰρ ἀνθρώπους ἐδίωξε πολλαῖς φοραῖς χαλεπὰς ἀσθενείας, καὶ εἰς πολλὰς στείρας γυναῖκας ἐχάρισε τέκνα διὰ τῶν προσευχῶν του. Μὲ τοιαῦτα λοιπὸν θαύματα, διαλάμψας ὁ μακάριος, ἐν εἰρήνῃ ἐκοιμήθη (2).

(2) Τούτου τοῦ Ὁσίου τὸν Βίον γράφει ὁ Θεοδώρητος ἐν ἀριθμῷ ἑνδεκάτῳ τῆς Φιλοθέου Ἱστορίας, ἀφ’ οὗ καὶ ἐρανίσθη τὸ παρὸν Συναξάριον. Προσθέττει δὲ ἐκεῖ ὁ Θεοδώρητος ὅτι ὁ Ὅσιος οὗτος ἐπλεονέκτει ἤθους ἁπλότητι, καὶ πρᾳότητι τρόπων, καὶ φρονήματος μετριότητι. Καὶ τούτου ἕνεκα τῆς θείας χάριτος ἠφίει τὴν αἴγλην. «Ἐπὶ τίνα γάρ, φησίν, ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἢ ἐπὶ τὸν πρᾷον καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους; ὅθεν καὶ τοσαύτην παρὰ τοῦ θείου Πνεύματος δεξάμενος δύναμιν, πτωχὸν ἑαυτὸν καὶ προσαίτην ὠνόμαζε. Διὸ καὶ πᾶντας τοὺς παρ’ αὐτῷ φοιτῶντας, καὶ φαινόμενος, καὶ φθεγγόμενος, ὠφελείας πληρῶν, τὸν ἅπαντα διετέλεσε βίον».

*

Μνήμη τῶν Ἁγίων Ἱερομαρτύρων, Μαρκέλλου Ἐπισκόπου Σικελίας, Φιλαγρίου Ἐπισκόπου Κύπρου, καὶ Παγκρατίου Ἐπισκόπου Ταυρομενίου.

Λυθέντες ἄνδρες σαρκικῶν τρεῖς ἁμμάτων (ἤτοι δεσμῶν καὶ σχοινίων),
Τῶν τῆς Ἐδὲμ μετέσχον ἐντρυφημάτων.

Οὗτοι οἱ Ἅγιοι ἔγιναν μαθηταὶ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Κορυφαίου Πέτρου. Ὁ μὲν γὰρ Ἅγιος Μάρκελλος, ὁ κατὰ σάρκα πατὴρ τοῦ Ἁγίου Παγκρατίου, εἰς καιρὸν ὁποῦ ἀκόμη ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἔζη σωματικῶς ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐθαυματούργει, ἀκούσας δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τὰς θαυματουργίας του, ἐπῆρε τὸν υἱόν του Παγκράτιον, καὶ ἐπῆγε μὲ αὐτὸν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν Κύριον. Ὁ Παγκράτιος λοιπὸν ἀπὸ τότε ἔγινε γνώριμος εἰς τὸν Ἀπόστολον Πέτρον, καὶ ἀφ’ οὗ ἀνελήφθη ὁ Κύριος, ἠκολούθει ὀπίσω τοῦ Ἀποστόλου. Ὅθεν καὶ ἐχειροτονήθη ἀπὸ αὐτὸν Ἐπίσκοπος Ταυρομενίου, ἥτις ἦτον πόλις τῆς Σικελίας, τιμημένη μὲ θρόνον Ἐπισκόπου καὶ μὲ λιμένα, κοινῶς καλουμένη Ταορμίνα. Ὅθεν ἐκήρυττε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦτο καὶ ἐφονεύθη κρυφίως ἀπὸ τοὺς Μοντανιστάς (3). Ὁ δὲ Μάρκελλος ὁ τούτου πατὴρ κατὰ σάρκα, ἐχειροτονήθη τῆς Σικελίας Ἐπίσκοπος, καὶ πολλοὺς τῶν Ἑλλήνων ἐπιστρέψας πρὸς Κύριον, ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ. Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ Φιλάγριος γενόμενος τῆς Κύπρου Ἐπίσκοπος, ἐδίδασκε καὶ αὐτὸς καὶ ἐκήρυττε τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅθεν πολλοὺς ὑπομείνας πειρασμοὺς διὰ τὴν ἀληθῆ πίστιν, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησεν.

(3) Ὁ Ἅγιος οὗτος Παγκράτιος ἑορτάζεται μόνος κατὰ τὴν ἐνάτην τοῦ Ἰουλίου.

*

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πέτρος ὁ Δαμασκηνὸς ξίφει τελειοῦται.

Ὁ ἐξελέγξας τοὺς παραπλῆγας Πέτρος,
Θνήσκει μονοπλήξ, τῷ διὰ ξίφους τέλει (4).

(4) Ὁ Ἱερομάρτυς οὗτος Πέτρος, τινὲς μὲν λέγουσι πιθανώτερον, ὅτι εἶναι ὁ τῆς Δαμασκοῦ Ἐπίσκοπος, ὁ ἐπὶ τοῦ Δαμασκηνοῦ Ἰωάννου ζῶν καὶ ἐπὶ τῆς βασιλείας Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου ἐν ἔτει ψοε΄ [775], ὁ καὶ μαρτυρικοῦ τέλους ἀξιωθείς. Τὴν γὰρ τῶν Ἀράβων καὶ Μανιχαίων διελέγχων κακόδοξον αἵρεσιν, ὑπὸ Οὐαλὶδ υἱοῦ τοῦ τῶν Ἀράβων ἀρχηγοῦ Ἰσήμ, ἐκόπη τὴν γλῶσσαν, καὶ ἐξωρίσθη εἰς τὴν Εὐδαίμονα Ἀραβίαν, ἔνθα καθαρῶς λαλῶν καὶ ἱερουργῶν, ἐτελεύτησεν. Ἄλλοι δὲ λέγουν, ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Δαμασκηνὸς Πέτρος, ὁ τὴν νηπτικὴν βίβλον συγγράψας τὴν ἐν τῇ Φιλοκαλίᾳ περιεχομένην. Ἀντιλέγουσιν ὅμως εἰς τοῦτο τινές, δικαιολογούμενοι, ὅτι ὁ τὴν νηπτικὴν βίβλον συγγράψας, ἄλλος ἐστὶν ἀπὸ τὸν ἀνωτέρω, καθότι ἀναφέρει Συμεῶνα τὸν Μεταφραστήν, τὸν ὑστερινὸν ὄντα κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνου. Πλὴν ὁ ἀναφερόμενος ἐδῶ παρὰ τοῦ Συναξαριστοῦ, ἴσως εἶναι ὁ τὴν νηπτικὴν βίβλον συγγράψας, ὃν μαρτυρεῖ, ὅτι ἦτον Ἱερεύς, καὶ ὅτι ξίφει ἐτελειώθη, τοῦ ἐπὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ Πέτρου ἐκείνου, μὴ ξίφει τελειωθέντος.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Νικηφόρου, Ρωμανού του Κίλικος, Μαρκέλλου Επισκόπου Σικελίας, Φιλαγρίου Επισκόπου Κύπρου, Παγκρατίου Επισκόπου Ταυρομενίου κ.ά.

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.