Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου3 Δεκεμβρίου

Των Αγίων Σοφονίου Προφήτου, Θεοδώρου Αλεξανδρείας, Αγγελή του εν Χίω κ.ά.

 Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιος Προφήτης ΣοφονίαςΤω αυτώ μηνί Γ’, μνήμη του Αγίου Προφήτου Σοφονίου.

Ο πριν βοήσας τη Σιών χαίρε σφόδρα,
Χαίρει παραστάς τω Θεώ Σοφονίας.

Φαίδιμος εν τριτάτη Σοφονίας ήτορ αφήκεν.

Ούτος ήτον υιός Χουσί, καταγόμενος από την φυλήν του Πατριάρχου Συμεών υιού Ιακώβ, εκ του αγρού, ήτοι τζεφτιλικίου Σαβάραθα, ων προ Χριστού έτη χ’ [600]. Εδέχθη δε χάρισμα προφητείας και επροφήτευσε δια την άλωσιν της Ιερουσαλήμ και δια το τέλος και την καταστροφήν των Ιουδαίων. Και ότι ο εξ εθνών λαός θέλει γένη λαός περιούσιος του Θεού. Και τούτο μέλλει να ήναι, αισχύνη μεν των ασεβών, δόξα δε των δικαίων. Και ότι έχει να γένη Χριστός ο Κύριος, Κριτής κάθε πνοής λογικής. Και θέλει ανταποδώσει εις τον καθένα κατά τα έργα του. Αποθανών λοιπόν ούτος, ετάφη εις το εδικόν του τζεφτιλίκιον, προσμένωντας την υστερινήν και παγκόσμιον ανάστασιν. Σοφονίας δε θέλει να ειπή, σκοπιά Κυρίου, ή συνιείς κρυπτά. Ήτον δε όμοιος κατά τον χαρακτήρα του προσώπου, με τον Θεολόγον Ιωάννην, έχωντας το γένειον ολίγον τι στρογγυλώτερον από το εκείνου (1).

(1) Περί του Προφήτου ταύτα λέγει ο Αλέξανδρος εις τα Ιουδαϊκά, ότι ήτον κατά τους χρόνους Ιωσίου του βασιλέως, καταγόμενος από τον Λευϊτικόν δήμον, ήτοι εκ του ιερατικού τάγματος και εκ του προφητικού χορού. Όστις εδίδαξε τον βασιλέα Ιωσίαν, όταν ήτον ακόμη μειράκιον, να έχη σέβας προς τον Θεόν, σεμνότητα περί τα ήθη και χρηστότητα. Και τρόπον τινά ετοίμασε τας ακοάς του εις το να δεχθούν ευκόλως εκείνα, οπού έμελλε να ειπή εις αυτόν ο Προφήτης Ιερεμίας. Και κάθε πόθον και γλυκύτητα αρετής εις την ψυχήν του ενέσταξεν. Εις τρία δε κεφάλαια μοιράζεται η προφητεία του. Εν τω τελευταίω δε, προφητεύσας περί της μυστικής Ιερουσαλήμ, ήτοι της Εκκλησίας, προείπε την έλευσιν του Σωτήρος ημών. Λέγει δε και ο Κανόνικος Κλήμης, ότι ο Σοφονίας ήτον σύγχρονος με τον Αββακούμ και Ιερεμίαν. Άλλος δέ φησιν, ότι υψηλά λαλεί και μεγαλοπρεπή.

*

Τη αυτή ημέρα του Αγίου Ιερομάρτυρος Θεοδώρου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας.

Εν Πατριάρχαις και Θεόδωρος μέγας,
Καν τοις αθληταίς τοις δια ξίφους μέγας.

Οι άνθρωποι οπού κατοικούν εις την Αλεξάνδρειαν της Αιγύπτου, και μάλιστα οι άπιστοι και Έλληνες, εστάθησαν πάντοτε εναντίον εις τους Αγίους πικροί και απάνθρωποι. Δια τούτο και πολλούς εποίησαν Μάρτυρας. Ένας από τους οποίους είναι και ο μέγας ούτος Θεόδωρος. Μαθών γαρ ο λαός της Αλεξανδρείας, ότι ούτος ομολογεί τον Χριστόν, και πιστεύει εις αυτόν και προς τούτοις ότι διδάσκει τους Έλληνας να σέβωνται αυτόν, ως Θεόν· δια τούτο με πολύν θυμόν και κακίαν έτρεξαν κατ’ επάνω του. Και πρώτον μεν, τον ετιμώρησαν δυνατά. Έπειτα δε πλέξαντες στέφανον από ακάνθας, εστεφάνωσαν αυτόν, καθώς και τον Κύριον. Και εκτύπουν εις τα ομμάτιά του, περιγελώντες και περιπαίζοντες αυτόν. Έπειτα έρριψαν αυτόν εις την θάλασσαν, από την οποίαν ευγαίνωντας αβλαβής, απεκεφαλίσθη κατά προσταγήν του άρχοντος. Και η μεν αγία αυτού ψυχή ανήλθεν εις τους Ουρανούς. Το δε τίμιον αυτού λείψανον, ενταφιάσθη εις την εδικήν του πόλιν της Αλεξανδρείας.

*

Ο Όσιος Πατήρ ημών Θεόδουλος ο Κύπριος εν ειρήνη τελειούται.

Κύπρου το κλήμα Θεόδουλος κυπρίσαν,
Και σταφυλήν ποιήσαν ήλθεν εις τρύγην.

Ούτος εκατάγετο από την νήσον Κύπρον. Εκ νεότητος δε αφήσας τον κόσμον και τον Χριστόν αγαπήσας από καρδίας, έγινε Μοναχός. Και πολλά ηγάπησε την ακτημοσύνην ο τρισμακάριος, ώστε οπού, αντί να έχη εις την κλίνην του στρώματα απαλά, είχε πέτρας, και επάνω εις αυτάς ανεπαύετο. Από την πολλήν δε εγκράτειαν και χαμευνίαν οπού εμεταχειρίζετο, εφωτίσθη η ψυχή του, και έγινε δοχείον των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Όθεν προεγίνωσκε τους λογισμούς των ανθρώπων. Δια τούτο ανίσως ήρχετό τινας εις αυτόν, και έλεγεν άλλα αντί άλλων, ήλεγχεν αυτόν ο Άγιος και εφανέρονε τους κρυφούς λογισμούς της ψυχής του. Ύστερον δε εσχηματίσθη ότι είναι σαλός. Και έτζι διαπεράσας την ζωήν του, και πολλούς σώσας με το παράδειγμά του και με την διδασκαλίαν του, εκοιμήθη εν ειρήνη, πολλάς ιατρείας και μετά θάνατον χαριζόμενος, εις τους προσερχομένους τω τάφω αυτού μετά πίστεως.

*

Μνήμη ετέρου Θεοδούλου Οσίου του από Επάρχων.

Επαρχίαν γης Ουρανών επαρχίας,
Ο Θεόδουλος αντέδωκεν εμφρόνως.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μεγάλου εν έτει τοθ’ [379], πατρίκιος και έπαρχος πραιτωρίων κατά το αξίωμα. Αυτός λοιπόν, και μόλον οπού ήτον συνεζευγμένος με γυναίκα νόμιμον, έζη όμως ζωήν ακατηγόρητον. Όθεν βλέπωντας τας αρπαγάς και πλεονεξίας οπού έκαμναν οι ευρισκόμενοι κοντά εις τον βασιλέα, απεστράφη το αξίωμα οπού είχε. Και επειδή η γυνή του απέθανε, διεμοίρασεν εις τους πτωχούς όλην την περιουσίαν του, ήτις ήτον πολλή έως πεντακοσίων πενήντα λιτρών χρυσίου. Αναχωρήσας δε από την Κωνσταντινούπολιν, επήγεν εις την Έδεσσαν, ήτις κοινώς τώρα ονομάζεται Οουρφά, ή Ορροά, πρότερον δε εκαλείτο Αντιόχεια και Καλιρρόη, και Ιουστινούπολις, τετιμημένη με θρόνον Μητροπολίτου. Εκεί λοιπόν γενόμενος Μοναχός, ανέβη επάνω εις ένα στύλον, και έμεινεν εις αυτόν τριάκοντα ολοκλήρους χρόνους. Όθεν εκ τούτου ηξιώθη ο αοίδιμος να λάβη χαρίσματα εκ Θεού. Διότι δεν έτρωγε φαγητόν σωματικόν, αλλά μόνον κάθε Κυριακήν μετελάμβανε το σώμα και αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Έτρωγε δε και από το καλούμενον αντίδωρον και όχι άλλο τι.

Μετά ταύτα ενωχλήθη από λογισμούς, και επαρακάλει τον Θεόν δια να του δείξη, με ποίον είναι ίσος και όμοιος εις την αρετήν. Όθεν ήκουσε φωνήν θείαν λέγουσαν, ότι είναι όμοιος με τον Κορνήλιον τον Μίμον, ο οποίος εκατοίκει εις την Δαμασκόν (ήτοι το νυν λεγόμενον Σαμ), και ωνομάζετο Πανδούρος. Αύτη η παρομοίωσις έβαλε τον Όσιον, όχι εις ολίγην ταραχήν, κατά προσβολήν βέβαια του Διαβόλου του εχθρού των ψυχών μας. Και λοιπόν εσηκώθη και επήγεν εις την Δαμασκόν. Και ευρών τον ρηθέντα Κορνήλιον, έπεσεν εις τους πόδας του, ζητώντας να μάθη την πολιτείαν του. Ο δε Κορνήλιος έλεγεν, ότι είναι άνθρωπος αμαρτωλός, οπού δεν έχει καμμίαν αρετήν. Επειδή δε ο γέρων επεφορτίζετο αυτόν, παρακαλώντας, δια τούτο αναγκάσθη ο Κορνήλιος και είπεν. Εγώ Πάτερ, εκ νεαράς μου ηλικίας, συναναστρεφόμενος με τους μίμους και χορευτάς, εποριζόμην τα προς το ζην αναγκαία από την κατηγορημένην τέχνην αυτήν. Μόλις δε εις όλον το ύστερον ελθών εις έννοιαν των πολλών μου αμαρτιών, και συλλογισθείς την ανταπόδοσιν της μελλούσης κρίσεως, αφέθηκα από τα συνειθισμένα μου κακά, και επιμελούμην κατά το δυνατόν την καθαράν ζωήν, και την προς τους πτωχούς ελεημοσύνην. Και τούτο μόνον ηξεύρω εις τον εαυτόν μου.

Επειδή δε ο γέρων επέμενε, πάλιν παρακαλών και ορκίζων αυτόν να του ειπή και τας λοιπάς του αρετάς, δια τούτο απεκρίθη εκείνος. Προ ολίγου καιρού, Πάτερ Άγιε, μία γυναίκα περιφανής, λάμπουσα από δόξαν και πλούτον και σωφροσύνην, συνεζεύχθη δια γάμου με ένα άνδρα, ο οποίος, επειδή και ήτον ακρατής και άσωτος, όχι μόνον εξώδευσε την περιουσίαν της γυναικός και την εδικήν του, αλλά και άλλα πολλά άσπρα εδανείσθη και τα κατέφαγε. Δια τούτο και ριφθείς εις την φυλακήν, επροξένησεν εις την γυναίκα λύπην απαρηγόρητον. Η οποία βλέπουσα τον ελεεινόν εκείνον άνδρα της, κινδυνεύοντα να αποθάνη υπό της πείνας εν τη φυλακή, και μη έχουσα τι να κάμη, άρχισε να ζητά με εντροπήν. Και όχι μόνον τούτο, αλλά και εκρέμετο ωσάν επάνω εις ζυγαρίαν, και εκινδύνευε να πέση και εις μοιχείαν, με το να ήτον πολλά ωραία.

Ταύτην λοιπόν εγώ απαντήσας, και μαθών την αιτίαν, δια την οποίαν περιπλανάται εδώ και εκεί, ελυπήθην κατάκαρδα. Και δακρύσας, είπον εις αυτήν. Πόσον, ω γύναι, χρέος έχετε; Η δε απεκρίθη. Τετρακόσια νομίσματα αυθέντα μου. Εγώ δε λογαριάσας τα πράγματά μου, ευρέθην ότι είχον νομίσματα διακόσια τριάκοντα. Και επειδή αυτά δεν ήτον αρκετά δια να πληρωθή όλον το χρέος της, επώλησα κάποια τινά στολίδια οπού είχον. Προς τούτοις δε και τα κάλλιστα φορέματά μου. Και έτζι συνάξας την ποσότητα των τετρακοσίων νομισμάτων, έδωκα αυτά εις τας χείρας της γυναικός, ειπών εις αυτήν. Λάβε ταύτα, γύναι, και πήγαινε εν ειρήνη δια να ελευθερώσης τον άνδρα σου από την φυλακήν. Παρακάλει δε τον φιλάνθρωπον Κύριον εξ όλης καρδίας, δια να ελεήση και εμέ τον αμαρτωλόν εν τη ημέρα της κρίσεως.

Ταύτα ακούσας ο Θεόδουλος, ευχαρίστησε τον Θεόν. Και γυρίσας πάλιν ανέβη επάνω εις τον στύλον. Ζήσας δε μετά ταύτα ολίγον καιρόν, με καλάς ελπίδας απήλθε προς Κύριον.

*

Ο Όσιος Πατήρ ημών Ιωάννης, Επίσκοπος Κολωνίας ο Ησυχαστής, εν ειρήνη τελειούται.

Ουχ’ ησυχάζω. Και θανόντα γαρ στέφω,
Τον ησυχαστήν Ιωάννην τοις λόγοις.

Κατά τον τέταρτον χρόνον της βασιλείας Μαρκιανού του ευσεβεστάτου βασιλέως, ήτοι εν έτει υνδ’ [454], εγεννήθη ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Ιωάννης ούτος, εν Νικοπόλει της Αρμενίας. Μαθών δε τα ιερά γράμματα, αφ’ ου οι γονείς του απέθανον, εμοίρασε τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς, και έκτισεν ένα Ναόν εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον, και ησύχαζεν εις αυτόν ομού με άλλους δέκα Μοναχούς. Επειδή λοιπόν έγινε περιβόητος κατά την αρετήν, δια τούτο εχειροτονήθη Επίσκοπος Κολωνίας (2). Αφ’ ου δε εις εννέα χρόνους εσύστησε τα πράγματα της επαρχίας του, και ετελείωσεν, όσα ήτον κατά τον σκοπόν του, διαπερνά το προς τα Ιεροσόλυμα μακρόν πέλαγος. Και φθάσας εις τους Αγίους Τόπους και προσκυνήσας αυτούς, επήγεν εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα.

Όθεν εδέχθη αυτόν ο Άγιος Σάββας, χωρίς να γνωρίση ποίος είναι (ο Θεός γαρ δεν το απεκάλυψεν εις αυτόν). Θέλωντας δε να δοκιμάση την υπακοήν και υπομονήν του, έβαλεν αυτόν εις το ξενοδοχείον: ήτοι εις το νυν λεγόμενον αρχονταρίκιον. Έπειτα έβαλεν αυτόν εις το μαγειρείον. Επειδή δε και εις τα δύω αυτά διακονήματα εφάνη ευδόκιμος, δια τούτο επρόσταξεν αυτόν να ησυχάζη εις αναχωρητικόν κελλίον κατά τας πέντε ημέρας της εβδομάδος, χωρίς να τον βλέπη τινάς, και χωρίς να τρώγη, ή να πίνη κανένα φαγητόν, ή πιοτόν. Την δε Κυριακήν και το Σάββατον, εδιώρισεν αυτόν να πηγαίνη εις τας κοινάς ακολουθίας, δια να συμψάλλη και να συντρώγη μαζί με τους άλλους αδελφούς.

Τούτον λοιπόν βλέπωντας ο μέγας Σάββας προκόπτοντα κατά Θεόν, επήγεν ομού με αυτόν εις τον αγιώτατον Πατριάρχην των Ιεροσολύμων, Ηλίαν ονόματι, παρακαλών αυτόν δια να τιμήση τον Ιωάννην με το της ιερωσύνης αξίωμα. Ο δε Ιωάννης, άφες ολίγον, είπε προς τον Πατριάρχην, ω Δέσποτα. Πρέπει γαρ πρώτον να γνωρίσης τας πράξεις μου, και τότε αν είμαι άξιος της ιερωσύνης, ποίησον εκείνο οπού σοι φαίνεται. Όταν λοιπόν επήγαν κατ’ ιδίαν, έρριψε τον εαυτόν του ο Όσιος εις τους πόδας του Πατριάρχου, ορκίζωντας αυτόν να μη φανερώση εκείνο, οπού μέλλει να του ειπή. Ο δε Πατριάρχης εις τούτο εσυγκατένευσε, νομίζωντας ότι έχει να ακούση κανένα άτοπον έργον. Όταν δε ήκουσεν, ότι αυτός έγινε Κολωνίας Επίσκοπος, εξεπλάγη, και προς τον μακάριον είπε Σάββαν. Μη ενοχλήσης πλέον αυτόν περί ιερωσύνης, διατί ο Ιωάννης Πρεσβύτερος δεν γίνεται.

Ούτος ο Όσιος περιπατώντας μίαν φοράν εις την στράταν και κοπιάσας, ελειποθύμησε. Προσευχηθείς δε, αρπάχθη εις τον αέρα μετέωρος, και ευρέθη εις το κελλίον του το οποίον απείχεν από τον τόπον εκείνον μίλια πέντε. Ένα καιρόν ήλθον Πέρσαι και εκρήμνισαν τα κελλία των Μοναχών, επήγαν δε και εις το κελλίον του Οσίου τούτου δια να κάμουν το ίδιον. Εφάνη όμως εκεί αιφνιδίως ένα λεοντάρι. Το οποίον, εδίωξε μεν τους βαρβάρους, το δε κελλίον του Οσίου αβλαβές διεφύλαξεν. Ένας Χριστιανός Ορθόδοξος επήγε μίαν φοράν εις τον Άγιον, πέρνωντας μαζί του και ένα ετερόδοξον Μονοφυσίτην, ζητώντας να δώση και εις τους δύω την ευλογίαν του. Ο δε Όσιος, εις εσένα, είπεν, ως εις ευσεβή και Ορθόδοξον δίδω την ευλογίαν μου. Εις τούτον δε, ευλογίαν δεν δίδω, έως ου να επιστρέψη από την αίρεσιν του Σεβήρου. Ταύτα ακούσας ο Ορθόδοξος εκείνος, εξεπλάγη δια το διορατικόν και προορατικόν χάρισμα του Αγίου. Ο δε ετερόδοξος Μονοφυσίτης, έγινεν ωσάν εκστατικός, και άλλος εξ άλλου. Όθεν οψέποτε ελθών εις τον εαυτόν του, έπεσεν εις τους πόδας του Οσίου, παρακαλών αυτόν να τον διδάξη, τι να πράξη. Ο δε Άγιος σηκώσας αυτόν επάνω, και διδάξας τα πρέποντα, τον εκατάπεισε, να αναθεματίση μεν κάθε αίρεσιν, και αυτήν την του Μονοφυσίτου Σεβήρου, από την οποίαν εκρατείτο, να προσέλθη δε εις την καθολικήν Εκκλησίαν. Και έμπροσθεν πάντων να ποιήση τον αναθεματισμόν αυτόν των αιρέσεων, και ούτω να διαμένη αχώριστος εις αυτήν. Αφ’ ου δε ταύτα είπεν, ευλόγησε και τους δύω, και τους ασπάσθη με φίλημα άγιον και προσευχηθείς δι’ αυτούς, απέστειλε και τους δύω εις τους οίκους των χαίροντας.

Τούτου του Αγίου μία συγγένισσα μαθούσα τα περί αυτού, εβουλεύθη να μετασχηματίση τον εαυτόν της εις είδος άλλης τινός γυναικός, ίνα με τούτον τον τρόπον αγνώριστος θεωρήση τον Άγιον. Ο δε Άγιος γνωρίσας με το διορατικόν χάρισμα τον λογισμόν οπού εμελέτησεν η γυνή, εμήνυσεν εις αυτήν λέγων έτζι. Ανίσως δεν έλθης εδώ, εγώ θέλω φανερωθώ εις εσένα, και θέλεις μάθης εκείνα, οπού μοι απεκάλυψεν ο Θεός. Μετά ολίγον δε καιρόν εφάνη εις το όνειρόν της, και την εσυμβούλευσε τα πρέποντα, εκείνα δηλαδή οπού και αυτή επεθύμει να μάθη. Ερωτήσασα δε αυτόν και δι’ άλλα τινά, και διδαχθείσα ταύτα καλώς παρ’ αυτού, αυτή μεν, ευχαρίστει τον Άγιον δια την ευεργεσίαν ταύτην. Ο δε μακάριος Ιωάννης, άφαντος έγινεν από τους νοητούς οφθαλμούς της.

Ούτος ο Άγιος μίαν φοράν πέρνωντας ένα ξηρόν σύκον, το έβαλε κοντά εις μίαν άνικμον πέτραν, και λέγει εις τους μετ’ αυτόν όντας αδελφούς. Ανίσως το ξηρόν τούτο σύκον βλαστήση, να ηξεύρετε, αδελφοί ότι ο Θεός θέλει δώσει εις εμένα τόπον αναπαύσεως εκεί εις τον μέλλοντα αιώνα. Και ω του θαύματος! το ξηρόν εκείνο σύκον, ευθύς εφυτεύθη, ευθύς ερριζώθη, ευθύς έγινε συκή και ευθύς εβλάστησε, και εποίησε καρπόν τρία σύκα. Τα οποία καταφιλήσας ο Όσιος, και ευχαριστήσας τον Κύριον, τα έφαγε μαζί με τους αδελφούς. Ούτος έγινεν Επίσκοπος όταν ήτον εικοσιοκτώ χρόνων και εν τω θρόνω αυτού έλαμψε χρόνους δέκα. Εις δε την έρημον του Ρουβάν έκαμε χρόνους εξ. Και εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, χρόνους σαρανταοκτώ. Ώστε οπού όλοι οι χρόνοι της ζωής του συμποσούνται εκατόν τέσσαρες. Και έτζι εν Κυρίω εκοιμήθη ο τρισόλβιος.

(2) Η Κολωνία αύτη φαίνεται να ήτον η εν τη Ελλησπόντω ευρισκομένη (ήτοι εν τη του Μαρμαρά θαλάσση) από την οποίαν εκατάγετο ο Άγιος Μάρτυς Μένιγνος ο Κναφεύς, ο κατά την εικοστήν δευτέραν του Νοεμβρίου εορταζόμενος. Εισί δε και άλλαι επισκοπαί εν τη Καστορία και Γερμανία και Ισπανία ευρισκόμεναι, Κολωνίαι λεγόμεναι.

*

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αγάπιος, Σέλευκος, και Μάμας, ξίφει τελειούνται.

Τρεις άνδρες Αγάπιος Σέλευκος Μάμας,
Πόθω πλάσαντος ηγάπησαν και ξίφος.

*

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Γαβριήλ, του Γάνου μεν όντος πρότερον Επισκόπου, ύστερον δε εν Προύση μαρτυρήσαντος κατά το ͵αχνθ’ [1659] έτος.

Έληφε διπλούν Γαβριήλ νέος στέφος,
Ως Ιεράρχης και αθλητής Κυρίου (3).

(3) Το Μαρτύριον τούτου όρα εις το Νέον Μαρτυρολόγιον.

*

Του Αγίου Νεομάρτυρος Αγγελή, του εν Χίω αθλήσαντος εν έτει ͵αωιγ’ [1813] (4).

(4) Το Μαρτύριον αυτού όρα εις το Νέον Λειμωνάριον.

 Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

Άγιος Προφήτης ΣοφονίαςΤῷ αὐτῷ μηνὶ Γ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Σοφονίου.

Ὁ πρὶν βοήσας τῇ Σιὼν χαῖρε σφόδρα,
Χαίρει παραστὰς τῷ Θεῷ Σοφονίας.

Φαίδιμος ἐν τριτάτῃ Σοφονίας ἦτορ ἀφῆκεν.

Οὗτος ἦτον υἱὸς Χουσί, καταγόμενος ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Πατριάρχου Συμεὼν υἱοῦ Ἰακώβ, ἐκ τοῦ ἀγροῦ, ἤτοι τζεφτιλικίου Σαβάραθα, ὢν πρὸ Χριστοῦ ἔτη χ΄ [600]. Ἐδέχθη δὲ χάρισμα προφητείας καὶ ἐπροφήτευσε διὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ διὰ τὸ τέλος καὶ τὴν καταστροφὴν τῶν Ἰουδαίων. Καὶ ὅτι ὁ ἐξ ἐθνῶν λαὸς θέλει γένῃ λαὸς περιούσιος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τοῦτο μέλλει νὰ ᾖναι, αἰσχύνη μὲν τῶν ἀσεβῶν, δόξα δὲ τῶν δικαίων. Καὶ ὅτι ἔχει νὰ γένῃ Χριστὸς ὁ Κύριος, Κριτὴς κάθε πνοῆς λογικῆς. Καὶ θέλει ἀνταποδώσει εἰς τὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του. Ἀποθανὼν λοιπὸν οὗτος, ἐτάφη εἰς τὸ ἐδικόν του τζεφτιλίκιον, προσμένωντας τὴν ὑστερινὴν καὶ παγκόσμιον ἀνάστασιν. Σοφονίας δὲ θέλει νὰ εἰπῇ, σκοπιὰ Κυρίου, ἢ συνιεὶς κρυπτά. Ἦτον δὲ ὅμοιος κατὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ προσώπου, μὲ τὸν Θεολόγον Ἰωάννην, ἔχωντας τὸ γένειον ὀλίγον τι στρογγυλώτερον ἀπὸ τὸ ἐκείνου (1).

(1) Περὶ τοῦ Προφήτου ταῦτα λέγει ὁ Ἀλέξανδρος εἰς τὰ Ἰουδαϊκά, ὅτι ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους Ἰωσίου τοῦ βασιλέως, καταγόμενος ἀπὸ τὸν Λευϊτικὸν δῆμον, ἤτοι ἐκ τοῦ ἱερατικοῦ τάγματος καὶ ἐκ τοῦ προφητικοῦ χοροῦ. Ὅστις ἐδίδαξε τὸν βασιλέα Ἰωσίαν, ὅταν ἦτον ἀκόμη μειράκιον, νὰ ἔχῃ σέβας πρὸς τὸν Θεόν, σεμνότητα περὶ τὰ ἤθη καὶ χρηστότητα. Καὶ τρόπον τινα ἑτοίμασε τὰς ἀκοάς του εἰς τὸ νὰ δεχθοῦν εὐκόλως ἐκεῖνα, ὁποῦ ἔμελλε νὰ εἰπῇ εἰς αὐτὸν ὁ Προφήτης Ἱερεμίας. Καὶ κάθε πόθον καὶ γλυκύτητα ἀρετῆς εἰς τὴν ψυχήν του ἐνέσταξεν. Εἰς τρία δὲ κεφάλαια μοιράζεται ἡ προφητεία του. Ἐν τῷ τελευταίῳ δέ, προφητεύσας περὶ τῆς μυστικῆς Ἱερουσαλήμ, ἤτοι τῆς Ἐκκλησίας, προεῖπε τὴν ἔλευσιν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν. Λέγει δὲ καὶ ὁ Κανόνικος Κλήμης, ὅτι ὁ Σοφονίας ἦτον σύγχρονος μὲ τὸν Ἀββακοὺμ καὶ Ἱερεμίαν. Ἄλλος δέ φησιν, ὅτι ὑψηλὰ λαλεῖ καὶ μεγαλοπρεπῆ.

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Θεοδώρου Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.

Ἐν Πατριάρχαις καὶ Θεόδωρος μέγας,
Κᾂν τοῖς ἀθληταῖς τοῖς διὰ ξίφους μέγας.

Οἱ ἄνθρωποι ὁποῦ κατοικοῦν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν τῆς Αἰγύπτου, καὶ μάλιστα οἱ ἄπιστοι καὶ Ἕλληνες, ἐστάθησαν πάντοτε ἐναντίον εἰς τοὺς Ἁγίους πικροὶ καὶ ἀπάνθρωποι. Διὰ τοῦτο καὶ πολλοὺς ἐποίησαν Μάρτυρας. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι καὶ ὁ μέγας οὗτος Θεόδωρος. Μαθὼν γὰρ ὁ λαὸς τῆς Ἀλεξανδρείας, ὅτι οὗτος ὁμολογεῖ τὸν Χριστόν, καὶ πιστεύει εἰς αὐτὸν καὶ πρὸς τούτοις ὅτι διδάσκει τοὺς Ἕλληνας νὰ σέβωνται αὐτόν, ὡς Θεόν· διὰ τοῦτο μὲ πολὺν θυμὸν καὶ κακίαν ἔτρεξαν κατ’ ἐπάνω του. Καὶ πρῶτον μέν, τὸν ἐτιμώρησαν δυνατά. Ἔπειτα δὲ πλέξαντες στέφανον ἀπὸ ἀκάνθας, ἐστεφάνωσαν αὐτόν, καθὼς καὶ τὸν Κύριον. Καὶ ἐκτύπουν εἰς τὰ ὀμμάτιά του, περιγελῶντες καὶ περιπαίζοντες αὐτόν. Ἔπειτα ἔρριψαν αὐτὸν εἰς τὴν θάλασσαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εὐγαίνωντας ἀβλαβής, ἀπεκεφαλίσθη κατὰ προσταγὴν τοῦ ἄρχοντος. Καὶ ἡ μὲν ἁγία αὐτοῦ ψυχὴ ἀνῆλθεν εἰς τοὺς Οὐρανούς. Τὸ δὲ τίμιον αὐτοῦ λείψανον, ἐνταφιάσθη εἰς τὴν ἐδικήν του πόλιν τῆς Ἀλεξανδρείας.

*

Ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Θεόδουλος ὁ Κύπριος ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Κύπρου τὸ κλῆμα Θεόδουλος κυπρίσαν,
Καὶ σταφυλὴν ποιῆσαν ἦλθεν εἰς τρύγην.

Οὗτος ἐκατάγετο ἀπὸ τὴν νῆσον Κύπρον. Ἐκ νεότητος δὲ ἀφήσας τὸν κόσμον καὶ τὸν Χριστὸν ἀγαπήσας ἀπὸ καρδίας, ἔγινε Μοναχός. Καὶ πολλὰ ἠγάπησε τὴν ἀκτημοσύνην ὁ τρισμακάριος, ὥστε ὁποῦ, ἀντὶ νὰ ἔχῃ εἰς τὴν κλίνην του στρώματα ἁπαλά, εἶχε πέτρας, καὶ ἐπάνω εἰς αὐτὰς ἀνεπαύετο. Ἀπὸ τὴν πολλὴν δὲ ἐγκράτειαν καὶ χαμευνίαν ὁποῦ ἐμεταχειρίζετο, ἐφωτίσθη ἡ ψυχή του, καὶ ἔγινε δοχεῖον τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅθεν προεγίνωσκε τοὺς λογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τοῦτο ἀνίσως ἤρχετό τινας εἰς αὐτόν, καὶ ἔλεγεν ἄλλα ἀντὶ ἄλλων, ἤλεγχεν αὐτὸν ὁ Ἅγιος καὶ ἐφανέρονε τοὺς κρυφοὺς λογισμοὺς τῆς ψυχῆς του. Ὕστερον δὲ ἐσχηματίσθη ὅτι εἶναι σαλός. Καὶ ἔτζι διαπεράσας τὴν ζωήν του, καὶ πολλοὺς σώσας μὲ τὸ παράδειγμά του καὶ μὲ τὴν διδασκαλίαν του, ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ, πολλὰς ἰατρείας καὶ μετὰ θάνατον χαριζόμενος, εἰς τοὺς προσερχομένους τῷ τάφῳ αὐτοῦ μετὰ πίστεως.

*

Μνήμη ἑτέρου Θεοδούλου Ὁσίου τοῦ ἀπὸ Ἐπάρχων.

Ἐπαρχίαν γῆς Οὐρανῶν ἐπαρχίας,
Ὁ Θεόδουλος ἀντέδωκεν ἐμφρόνως.

Οὗτος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου ἐν ἔτει τοθ΄ [379], πατρίκιος καὶ ἔπαρχος πραιτωρίων κατὰ τὸ ἀξίωμα. Αὐτὸς λοιπόν, καὶ μὅλον ὁποῦ ἦτον συνεζευγμένος μὲ γυναῖκα νόμιμον, ἔζη ὅμως ζωὴν ἀκατηγόρητον. Ὅθεν βλέπωντας τὰς ἁρπαγὰς καὶ πλεονεξίας ὁποῦ ἔκαμναν οἱ εὑρισκόμενοι κοντὰ εἰς τὸν βασιλέα, ἀπεστράφη τὸ ἀξίωμα ὁποῦ εἶχε. Καὶ ἐπειδὴ ἡ γυνή του ἀπέθανε, διεμοίρασεν εἰς τοὺς πτωχοὺς ὅλην τὴν περιουσίαν του, ἥτις ἦτον πολλὴ ἕως πεντακοσίων πενῆντα λιτρῶν χρυσίου. Ἀναχωρήσας δὲ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἔδεσσαν, ἥτις κοινῶς τώρα ὀνομάζεται Ὀουρφά, ἢ Ὀρροά, πρότερον δὲ ἐκαλεῖτο Ἀντιόχεια καὶ Καλιρρόη, καὶ Ἰουστινούπολις, τετιμημένη μὲ θρόνον Μητροπολίτου. Ἐκεῖ λοιπὸν γενόμενος Μοναχός, ἀνέβη ἐπάνω εἰς ἕνα στύλον, καὶ ἔμεινεν εἰς αὐτὸν τριάκοντα ὁλοκλήρους χρόνους. Ὅθεν ἐκ τούτου ἠξιώθη ὁ ἀοίδιμος νὰ λάβῃ χαρίσματα ἐκ Θεοῦ. Διότι δὲν ἔτρωγε φαγητὸν σωματικόν, ἀλλὰ μόνον κάθε Κυριακὴν μετελάμβανε τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔτρωγε δὲ καὶ ἀπὸ τὸ καλούμενον ἀντίδωρον καὶ ὄχι ἄλλο τι.

Μετὰ ταῦτα ἐνωχλήθη ἀπὸ λογισμούς, καὶ ἐπαρακάλει τὸν Θεὸν διὰ νὰ τοῦ δείξῃ, μὲ ποῖον εἶναι ἴσος καὶ ὅμοιος εἰς τὴν ἀρετήν. Ὅθεν ἤκουσε φωνὴν θείαν λέγουσαν, ὅτι εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν Κορνήλιον τὸν Μίμον, ὁ ὁποῖος ἐκατοίκει εἰς τὴν Δαμασκόν (ἤτοι τὸ νῦν λεγόμενον Σάμ), καὶ ὠνομάζετο Πανδοῦρος. Αὕτη ἡ παρομοίωσις ἔβαλε τὸν Ὅσιον, ὄχι εἰς ὀλίγην ταραχήν, κατὰ προσβολὴν βέβαια τοῦ Διαβόλου τοῦ ἐχθροῦ τῶν ψυχῶν μας. Καὶ λοιπὸν ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Δαμασκόν. Καὶ εὑρὼν τὸν ῥηθέντα Κορνήλιον, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας του, ζητῶντας νὰ μάθῃ τὴν πολιτείαν του. Ὁ δὲ Κορνήλιος ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός, ὁποῦ δὲν ἔχει κᾀμμίαν ἀρετήν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ γέρων ἐπεφορτίζετο αὐτόν, παρακαλῶντας, διὰ τοῦτο ἀναγκάσθη ὁ Κορνήλιος καὶ εἶπεν. Ἐγὼ Πάτερ, ἐκ νεαρᾶς μου ἡλικίας, συναναστρεφόμενος μὲ τοὺς μίμους καὶ χορευτάς, ἐποριζόμην τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα ἀπὸ τὴν κατηγορημένην τέχνην αὐτήν. Μόλις δὲ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον ἐλθὼν εἰς ἔννοιαν τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, καὶ συλλογισθεὶς τὴν ἀνταπόδοσιν τῆς μελλούσης κρίσεως, ἀφέθηκα ἀπὸ τὰ συνειθισμένα μου κακά, καὶ ἐπιμελούμην κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν καθαρὰν ζωήν, καὶ τὴν πρὸς τοὺς πτωχοὺς ἐλεημοσύνην. Καὶ τοῦτο μόνον ἠξεύρω εἰς τὸν ἑαυτόν μου.

Ἐπειδὴ δὲ ὁ γέρων ἐπέμενε, πάλιν παρακαλῶν καὶ ὁρκίζων αὐτὸν νὰ τοῦ εἰπῇ καὶ τὰς λοιπάς του ἀρετάς, διὰ τοῦτο ἀπεκρίθη ἐκεῖνος. Πρὸ ὀλίγου καιροῦ, Πάτερ Ἅγιε, μία γυναῖκα περιφανής, λάμπουσα ἀπὸ δόξαν καὶ πλοῦτον καὶ σωφροσύνην, συνεζεύχθη διὰ γάμου μὲ ἕνα ἄνδρα, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ καὶ ἦτον ἀκρατὴς καὶ ἄσωτος, ὄχι μόνον ἐξώδευσε τὴν περιουσίαν τῆς γυναικὸς καὶ τὴν ἐδικήν του, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ἄσπρα ἐδανείσθη καὶ τὰ κατέφαγε. Διὰ τοῦτο καὶ ῥιφθεὶς εἰς τὴν φυλακήν, ἐπροξένησεν εἰς τὴν γυναῖκα λύπην ἀπαρηγόρητον. Ἡ ὁποία βλέπουσα τὸν ἐλεεινὸν ἐκεῖνον ἄνδρα της, κινδυνεύοντα νὰ ἀποθάνῃ ὑπὸ τῆς πείνας ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ μὴ ἔχουσα τί νὰ κάμῃ, ἄρχισε νὰ ζητᾷ μὲ ἐντροπήν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐκρέμετο ὡσὰν ἐπάνω εἰς ζυγαρίαν, καὶ ἐκινδύνευε νὰ πέσῃ καὶ εἰς μοιχείαν, μὲ τὸ νὰ ἦτον πολλὰ ὡραία.

Ταύτην λοιπὸν ἐγὼ ἀπαντήσας, καὶ μαθὼν τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν περιπλανᾶται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἐλυπήθην κατάκαρδα. Καὶ δακρύσας, εἶπον εἰς αὐτήν. Πόσον, ὦ γύναι, χρέος ἔχετε; Ἡ δὲ ἀπεκρίθη. Τετρακόσια νομίσματα αὐθέντα μου. Ἐγὼ δὲ λογαριάσας τὰ πράγματά μου, εὑρέθην ὅτι εἶχον νομίσματα διακόσια τριάκοντα. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὰ δὲν ἦτον ἀρκετὰ διὰ νὰ πληρωθῇ ὅλον τὸ χρέος της, ἐπώλησα κᾄποια τινα στολίδια ὁποῦ εἶχον. Πρὸς τούτοις δὲ καὶ τὰ κάλλιστα φορέματά μου. Καὶ ἔτζι συνάξας τὴν ποσότητα τῶν τετρακοσίων νομισμάτων, ἔδωκα αὐτὰ εἰς τὰς χεῖρας τῆς γυναικός, εἰπὼν εἰς αὐτήν. Λάβε ταῦτα, γύναι, καὶ πήγαινε ἐν εἰρήνῃ διὰ νὰ ἐλευθερώσῃς τὸν ἄνδρα σου ἀπὸ τὴν φυλακήν. Παρακάλει δὲ τὸν φιλάνθρωπον Κύριον ἐξ ὅλης καρδίας, διὰ νὰ ἐλεήσῃ καὶ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως.

Ταῦτα ἀκούσας ὁ Θεόδουλος, εὐχαρίστησε τὸν Θεόν. Καὶ γυρίσας πάλιν ἀνέβη ἐπάνω εἰς τὸν στύλον. Ζήσας δὲ μετὰ ταῦτα ὀλίγον καιρόν, μὲ καλὰς ἐλπίδας ἀπῆλθε πρὸς Κύριον.

*

Ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννης, Ἐπίσκοπος Κολωνίας ὁ Ἡσυχαστής, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Οὐχ’ ἡσυχάζω. Καὶ θανόντα γὰρ στέφω,
Τὸν ἡσυχαστὴν Ἰωάννην τοῖς λόγοις.

Κατὰ τὸν τέταρτον χρόνον τῆς βασιλείας Μαρκιανοῦ τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως, ἤτοι ἐν ἔτει υνδ΄ [454], ἐγεννήθη ὁ ἐν Ἁγίοις Πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννης οὗτος, ἐν Νικοπόλει τῆς Ἁρμενίας. Μαθὼν δὲ τὰ ἱερὰ γράμματα, ἀφ’ οὗ οἱ γονεῖς του ἀπέθανον, ἐμοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του εἰς τοὺς πτωχούς, καὶ ἔκτισεν ἕνα Ναὸν εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, καὶ ἡσύχαζεν εἰς αὐτὸν ὁμοῦ μὲ ἄλλους δέκα Μοναχούς. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔγινε περιβόητος κατὰ τὴν ἀρετήν, διὰ τοῦτο ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Κολωνίας (2). Ἀφ’ οὗ δὲ εἰς ἐννέα χρόνους ἐσύστησε τὰ πράγματα τῆς ἐπαρχίας του, καὶ ἐτελείωσεν, ὅσα ἦτον κατὰ τὸν σκοπόν του, διαπερνᾷ τὸ πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα μακρὸν πέλαγος. Καὶ φθάσας εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ προσκυνήσας αὐτούς, ἐπῆγεν εἰς τὴν Λαύραν τοῦ Ἁγίου Σάββα.

Ὅθεν ἐδέχθη αὐτὸν ὁ Ἅγιος Σάββας, χωρὶς νὰ γνωρίσῃ ποῖος εἶναι (ὁ Θεὸς γὰρ δὲν τὸ ἀπεκάλυψεν εἰς αὐτόν). Θέλωντας δὲ νὰ δοκιμάσῃ τὴν ὑπακοὴν καὶ ὑπομονήν του, ἔβαλεν αὐτὸν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον: ἤτοι εἰς τὸ νῦν λεγόμενον ἀρχονταρίκιον. Ἔπειτα ἔβαλεν αὐτὸν εἰς τὸ μαγειρεῖον. Ἐπειδὴ δὲ καὶ εἰς τὰ δύω αὐτὰ διακονήματα ἐφάνη εὐδόκιμος, διὰ τοῦτο ἐπρόσταξεν αὐτὸν νὰ ἡσυχάζῃ εἰς ἀναχωρητικὸν κελλίον κατὰ τὰς πέντε ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, χωρὶς νὰ τὸν βλέπῃ τινας, καὶ χωρὶς νὰ τρώγῃ, ἢ νὰ πίνῃ κᾀνένα φαγητόν, ἢ πιοτόν. Τὴν δὲ Κυριακὴν καὶ τὸ Σάββατον, ἐδιώρισεν αὐτὸν νὰ πηγαίνῃ εἰς τὰς κοινὰς ἀκολουθίας, διὰ νὰ συμψάλλῃ καὶ νὰ συντρώγῃ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς.

Τοῦτον λοιπὸν βλέπωντας ὁ μέγας Σάββας προκόπτοντα κατὰ Θεόν, ἐπῆγεν ὁμοῦ μὲ αὐτὸν εἰς τὸν ἁγιώτατον Πατριάρχην τῶν Ἱεροσολύμων, Ἠλίαν ὀνόματι, παρακαλῶν αὐτὸν διὰ νὰ τιμήσῃ τὸν Ἰωάννην μὲ τὸ τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα. Ὁ δὲ Ἰωάννης, ἄφες ὀλίγον, εἶπε πρὸς τὸν Πατριάρχην, ὦ Δέσποτα. Πρέπει γὰρ πρῶτον νὰ γνωρίσῃς τὰς πράξεις μου, καὶ τότε ἂν εἶμαι ἄξιος τῆς ἱερωσύνης, ποίησον ἐκεῖνο ὁποῦ σοι φαίνεται. Ὅταν λοιπὸν ἐπῆγαν κατ’ ἰδίαν, ἔρριψε τὸν ἑαυτόν του ὁ Ὅσιος εἰς τοὺς πόδας τοῦ Πατριάρχου, ὁρκίζωντας αὐτὸν νὰ μὴ φανερώσῃ ἐκεῖνο, ὁποῦ μέλλει νὰ τοῦ εἰπῇ. Ὁ δὲ Πατριάρχης εἰς τοῦτο ἐσυγκατένευσε, νομίζωντας ὅτι ἔχει νὰ ἀκούσῃ κᾀνένα ἄτοπον ἔργον. Ὅταν δὲ ἤκουσεν, ὅτι αὐτὸς ἔγινε Κολωνίας Ἐπίσκοπος, ἐξεπλάγη, καὶ πρὸς τὸν μακάριον εἶπε Σάββαν. Μὴ ἐνοχλήσῃς πλέον αὐτὸν περὶ ἱερωσύνης, διατὶ ὁ Ἰωάννης Πρεσβύτερος δὲν γίνεται.

Οὗτος ὁ Ὅσιος περιπατῶντας μίαν φορὰν εἰς τὴν στράταν καὶ κοπιάσας, ἐλειποθύμησε. Προσευχηθεὶς δέ, ἁρπάχθη εἰς τὸν ἀέρα μετέωρος, καὶ εὑρέθη εἰς τὸ κελλίον του τὸ ὁποῖον ἀπεῖχεν ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον μίλια πέντε. Ἕνα καιρὸν ἦλθον Πέρσαι καὶ ἐκρήμνισαν τὰ κελλία τῶν Μοναχῶν, ἐπῆγαν δὲ καὶ εἰς τὸ κελλίον τοῦ Ὁσίου τούτου διὰ νὰ κάμουν τὸ ἴδιον. Ἐφάνη ὅμως ἐκεῖ αἰφνιδίως ἕνα λεοντάρι. Τὸ ὁποῖον, ἐδίωξε μὲν τοὺς βαρβάρους, τὸ δὲ κελλίον τοῦ Ὁσίου ἀβλαβὲς διεφύλαξεν. Ἕνας Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος ἐπῆγε μίαν φορὰν εἰς τὸν Ἅγιον, πέρνωντας μαζί του καὶ ἕνα ἑτερόδοξον Μονοφυσίτην, ζητῶντας νὰ δώσῃ καὶ εἰς τοὺς δύω τὴν εὐλογίαν του. Ὁ δὲ Ὅσιος, εἰς ἐσένα, εἶπεν, ὡς εἰς εὐσεβῆ καὶ Ὀρθόδοξον δίδω τὴν εὐλογίαν μου. Εἰς τοῦτον δέ, εὐλογίαν δὲν δίδω, ἕως οὗ νὰ ἐπιστρέψῃ ἀπὸ τὴν αἵρεσιν τοῦ Σεβήρου. Ταῦτα ἀκούσας ὁ Ὀρθόδοξος ἐκεῖνος, ἐξεπλάγη διὰ τὸ διορατικὸν καὶ προορατικὸν χάρισμα τοῦ Ἁγίου. Ὁ δὲ ἑτερόδοξος Μονοφυσίτης, ἔγινεν ὡσὰν ἐκστατικός, καὶ ἄλλος ἐξ ἄλλου. Ὅθεν ὀψέποτε ἐλθὼν εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ὁσίου, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ τὸν διδάξῃ, τί νὰ πράξῃ. Ὁ δὲ Ἅγιος σηκώσας αὐτὸν ἐπάνω, καὶ διδάξας τὰ πρέποντα, τὸν ἐκατάπεισε, νὰ ἀναθεματίσῃ μὲν κάθε αἵρεσιν, καὶ αὐτὴν τὴν τοῦ Μονοφυσίτου Σεβήρου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκρατεῖτο, νὰ προσέλθῃ δὲ εἰς τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ ἔμπροσθεν πάντων νὰ ποιήσῃ τὸν ἀναθεματισμὸν αὐτὸν τῶν αἱρέσεων, καὶ οὕτω νὰ διαμένῃ ἀχώριστος εἰς αὐτήν. Ἀφ’ οὗ δὲ ταῦτα εἶπεν, εὐλόγησε καὶ τοὺς δύω, καὶ τοὺς ἀσπάσθη μὲ φίλημα ἅγιον καὶ προσευχηθεὶς δι’ αὐτούς, ἀπέστειλε καὶ τοὺς δύω εἰς τοὺς οἴκους των χαίροντας.

Τούτου τοῦ Ἁγίου μία συγγένισσα μαθοῦσα τὰ περὶ αὐτοῦ, ἐβουλεύθη νὰ μετασχηματίσῃ τὸν ἑαυτόν της εἰς εἶδος ἄλλης τινος γυναικός, ἵνα μὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἀγνώριστος θεωρήσῃ τὸν Ἅγιον. Ὁ δὲ Ἅγιος γνωρίσας μὲ τὸ διορατικὸν χάρισμα τὸν λογισμὸν ὁποῦ ἐμελέτησεν ἡ γυνή, ἐμήνυσεν εἰς αὐτὴν λέγων ἔτζι. Ἀνίσως δὲν ἔλθῃς ἐδῶ, ἐγὼ θέλω φανερωθῶ εἰς ἐσένα, καὶ θέλεις μάθῃς ἐκεῖνα, ὁποῦ μοι ἀπεκάλυψεν ὁ Θεός. Μετὰ ὀλίγον δὲ καιρὸν ἐφάνη εἰς τὸ ὄνειρόν της, καὶ τὴν ἐσυμβούλευσε τὰ πρέποντα, ἐκεῖνα δηλαδὴ ὁποῦ καὶ αὐτὴ ἐπεθύμει νὰ μάθῃ. Ἐρωτήσασα δὲ αὐτὸν καὶ δι’ ἄλλα τινα, καὶ διδαχθεῖσα ταῦτα καλῶς παρ’ αὐτοῦ, αὐτὴ μέν, εὐχαρίστει τὸν Ἅγιον διὰ τὴν εὐεργεσίαν ταύτην. Ὁ δὲ μακάριος Ἰωάννης, ἄφαντος ἔγινεν ἀπὸ τοὺς νοητοὺς ὀφθαλμούς της.

Οὗτος ὁ Ἅγιος μίαν φορὰν πέρνωντας ἕνα ξηρὸν σῦκον, τὸ ἔβαλε κοντὰ εἰς μίαν ἄνικμον πέτραν, καὶ λέγει εἰς τοὺς μετ’ αὐτὸν ὄντας ἀδελφούς. Ἀνίσως τὸ ξηρὸν τοῦτο σῦκον βλαστήσῃ, νὰ ἠξεύρετε, ἀδελφοὶ ὅτι ὁ Θεὸς θέλει δώσει εἰς ἐμένα τόπον ἀναπαύσεως ἐκεῖ εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! τὸ ξηρὸν ἐκεῖνο σῦκον, εὐθὺς ἐφυτεύθη, εὐθὺς ἐρριζώθη, εὐθὺς ἔγινε συκῆ καὶ εὐθὺς ἐβλάστησε, καὶ ἐποίησε καρπὸν τρία σῦκα. Τὰ ὁποῖα καταφιλήσας ὁ Ὅσιος, καὶ εὐχαριστήσας τὸν Κύριον, τὰ ἔφαγε μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς. Οὗτος ἔγινεν Ἐπίσκοπος ὅταν ἦτον εἰκοσιοκτὼ χρόνων καὶ ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ ἔλαμψε χρόνους δέκα. Εἰς δὲ τὴν ἔρημον τοῦ Ῥουβᾶν ἔκαμε χρόνους ἕξ. Καὶ εἰς τὴν Λαύραν τοῦ Ἁγίου Σάββα, χρόνους σαρανταοκτώ. Ὥστε ὁποῦ ὅλοι οἱ χρόνοι τῆς ζωῆς του συμποσοῦνται ἑκατὸν τέσσαρες. Καὶ ἔτζι ἐν Κυρίῳ ἐκοιμήθη ὁ τρισόλβιος.

(2) Ἡ Κολωνία αὕτη φαίνεται νὰ ἦτον ἡ ἐν τῇ Ἑλλησπόντῳ εὑρισκομένη (ἤτοι ἐν τῇ τοῦ Μαρμαρᾶ θαλάσσῃ) ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκατάγετο ὁ Ἅγιος Μάρτυς Μένιγνος ὁ Κναφεύς, ὁ κατὰ τὴν εἰκοστὴν δευτέραν τοῦ Νοεμβρίου ἑορταζόμενος. Εἰσὶ δὲ καὶ ἄλλαι ἐπισκοπαὶ ἐν τῇ Καστορίᾳ καὶ Γερμανίᾳ καὶ Ἱσπανίᾳ εὑρισκόμεναι, Κολωνίαι λεγόμεναι.

*

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀγάπιος, Σέλευκος, καὶ Μάμας, ξίφει τελειοῦνται.

Τρεῖς ἄνδρες Ἀγάπιος Σέλευκος Μάμας,
Πόθῳ πλάσαντος ἠγάπησαν καὶ ξίφος.

*

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Γαβριήλ, τοῦ Γάνου μὲν ὄντος πρότερον Ἐπισκόπου, ὕστερον δὲ ἐν Προύσῃ μαρτυρήσαντος κατὰ τὸ ͵αχνθ΄ [1659] ἔτος.

Ἔληφε διπλοῦν Γαβριὴλ νέος στέφος,
Ὡς Ἱεράρχης καὶ ἀθλητὴς Κυρίου (3).

(3) Τὸ Μαρτύριον τούτου ὅρα εἰς τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον.

*

Τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἀγγελῆ, τοῦ ἐν Χίῳ ἀθλήσαντος ἐν ἔτει ͵αωιγ΄ [1813] (4).

(4) Τὸ Μαρτύριον αὐτοῦ ὅρα εἰς τὸ Νέον Λειμωνάριον.

 Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

Των Αγίων Σοφονίου Προφήτου, Θεοδώρου Αλεξανδρείας, Αγγελή του εν Χίω κ.ά.

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.