Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου26 Ιανουαρίου

Των Αγίων Ξενοφώντος και Μαρίας και των τέκνων αυτών Αρκαδίου και Ιωάννου, Συμεών του Παλαιού κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιοι Ξενοφών, Μαρία, Αρκάδιος και ΙωάννηςΤω αυτώ μηνί Κς’, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ξενοφώντος, και της συμβίου αυτού Μαρίας, και των τέκνων αυτών Αρκαδίου και Ιωάννου.

Και γην λιπόντας τους περί Ξενοφώντα,
Αβρά ξενίζω του λόγου πανδαισία.

Παισίν άμ’ ηδ’ αλόχω Ξενοφών θάνεν εικάδι έκτη.

Ο Όσιος ούτος Ξενοφών ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού εν έτει φκ’ [520], εκατάγετο δε από την Κωνσταντινούπολιν, και ήτον πλούσιος και κατά τον εξωτερικόν πλούτον, και κατά τον εσωτερικόν της ευσεβείας και κατά Θεόν πολιτείας. Ούτος λοιπόν απέστειλε τους δύω υιούς του Αρκάδιον και Ιωάννην εις την πόλιν Βηρυττόν, ήτοι το νυν καλούμενον Βερούτι, δια να μάθουν εκεί και να μελετήσουν τους νόμους. Πηγαίνοντες δε, εκαραβοτζακίσθησαν εις την θάλασσαν. Όθεν ο πατήρ αυτών Άγιος Ξενοφών, ομού με την γυναίκα του Μαρίαν, ανεχώρησαν από την Κωνσταντινούπολιν, και επήγαν δια να ζητούν τους υιούς των. Ευρόντες δε αυτούς εις τα Ιεροσόλυμα ενδεδυμένους το σχήμα των Μοναχών, έγιναν και αυτοί Μοναχοί, και τόσον επρόκοψαν εις την αρετήν οι αοίδιμοι, και οι γονείς και τα παιδία, ώστε οπού αξιώθηκαν παρά Θεού να κάμνουν και θαύματα. Ευαρεστήσαντες λοιπόν εις τον Θεόν μέχρι τέλους, προς αυτόν εξεδήμησαν. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτών όρα εις το Εκλόγιον (1).)

(1) Ο δε ελληνικός Βίος αυτού σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, και εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων, ου η αρχή· «Ξενοφών ο θαυμάσιος». Εν δε τη ρηθείση Μεγίστη Λαύρα σώζεται και άλλος Βίος αυτών, ου η αρχή· «Διηγήσατό τις μέγας γέρων».

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη του μεγάλου σεισμού.

Έσεισας αλλ’ έστησας αύθις γην Λόγε.
Της σης γαρ οργής οίκτος εστί το πλέον.

Εις τους υστερινούς χρόνους της βασιλείας Θεοδοσίου του μικρού, εν ημέρα Κυριακή, ώρα δευτέρα της ημέρας, έγινε σεισμός εις την Κωνσταντινούπολιν τόσον μεγάλος, ώστε οπού εκρημνίσθησαν τα τείχη αυτής, και μέρη πολλά και οσπήτια της πόλεως, εξαιρέτως όμως από το έμβασμα το καλούμενον Τρωαδίσιον, έως το χάλκινον τετράπυλον, και εκράτησεν ο τοιούτος σεισμός τρεις μήνας. Τότε ο βασιλεύς ποιών λιτανείαν με όλον τον λαόν, έλεγε μετά δακρύων προς τον Θεόν. Ρύσαι ημάς Κύριε, από την δικαίαν σου οργήν, και δος συγχώρησιν των αμαρτιών μας. Επειδή δια τας αμαρτίας μας εσάλευσας την γην και συνετάραξας αυτήν, ίνα σε δοξάζωμεν τον μόνον αγαθόν Θεόν ημών και φιλάνθρωπον.

*

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Συμεών, του επιλεγομένου Παλαιού.

Τον χουν Παλαιέ Συμεών απεξύσω,
Εχθρού παλαιού λεπτύνας εις χουν κάραν.

Ούτος ο Όσιος παιδιόθεν ηγάπησε την ερημικήν ζωήν. Όθεν κατοικήσας μέσα εις ένα σπήλαιον κατά το βουνόν το καλούμενον Αμανόν, δεν απόλαυσε καμμίαν ανθρωπίνην τροφήν, ούτε ψωμί δηλαδή ούτε άλλο τι, αλλά τροφήν του είχε μόνα τα χορτάρια οπού τρώγονται. Επειδή δε επεθύμησε να υπάγη εις το Σίναιον όρος, επήγεν εις αυτό, και εμβαίνωντας μέσα εις το σπήλαιον, εις το οποίον εκρύφθη ο Μωϋσής, όταν ηξιώθη να ιδή τον Θεόν, καθώς είναι δυνατόν να ιδή η ανθρωπίνη φύσις. Εις τούτο, λέγω, εμβαίνωντας ο Όσιος, έπεσε πρήμιτα, και επέρασε νηστικός επτά ημέρας, προσκαρτερών με δάκρυα και προσευχάς. Και από εκεί δεν εσηκώθη, έως ου ήκουσε θεϊκήν φωνήν, ήτις τον επρόσταξε να σηκωθή, και να φάγη τα τρία μήλα, οπού ήτον έμπροσθέν του. Αφ’ ου δε εγύρισεν από το Σινά, έκτισε δύω Μοναστήρια. Και ούτως έλαβε το τέλος της επιπόνου ταύτης ζωής, ποιήσας πρότερον πολλά παράδοξα θαύματα, εις δόξαν Θεού (2).

(2) Και τούτου του Οσίου τον Βίον συγγράφει ο Κύρου Θεοδώρητος εν τω ς’ αριθμώ της Φιλοθέου Ιστορίας. Αδικίαν δε ενόμισα το να σιωπήσω τρία τινά αξιόλογα, οπού προσθέττει περί του Οσίου τούτου. Ιουδαίοι γάρ τινες περιπατούντες, επλανήθησαν εις τον δρόμον, και επειδή από βροχήν ραγδαίαν και ανεμοστρόφιλον οπού ηκολούθησε, δεν έβλεπον πού πηγαίνουν, δια τούτο τρέχοντες εδώ και εκεί έφθασαν εις το σπήλαιον του Οσίου, και βλέποντες αυτόν, τον ηρώτησαν να δείξη τον δρόμον εις αυτούς. Ο δε Όσιος είπεν, ότι ευθύς να τους δώση δύω οδηγούς. Εκεί λοιπόν οπού εκάθοντο, ιδού και φθάνουν δύω λεοντάρια, τα οποία έγλυφον τον Όσιον ως αυθέντην τους. Ταύτα δε επρόσταξε με το νεύμα του ο Όσιος, να συνοδεύσουν τους Εβραίους έως εις τον τόπον εκείνον, οπού έχασαν τον δρόμον.

Θέρος ήτον ο καιρός, και ένας άδικος γεωργός θερίζωντας το χωράφι του, έκλεψε μερικά δεμάτια από το πλησίον χωράφι, και τα έβαλεν εις το αλώνι του. Ευθύς δε η θεία δίκη έκαμε την παιδείαν. Διατί αστροπελέκι πεσόν από τον ουρανόν, έκαιε το αλώνι. Όθεν βλέπωντας ο γεωργός, έτρεξεν εις τον Όσιον (ήτον γαρ ο τόπος κοντά) την συμφοράν του οδυρόμενος. Έκρυψεν όμως την κλεψίαν οπού έκαμε. Προσταχθείς δε από τον Όσιον να ειπή την αλήθειαν, ωμολόγησε την κλεψίαν. Τότε ο Άγιος του είπεν, ότι εάν εσύ επιστρέψης εις τον αδικηθέντα την κλεψίαν, θέλει σβεσθή το πυρ. Όθεν, εκείνος μεν, έτρεχε δια να δώση το κλεψιμαίον. Η δε φωτία, εσβέσθη χωρίς νερόν.

Προσθέττει δε και τούτο ο Θεοδώρητος, ότι όταν ο Όσιος Συμεών επήγαινεν εις το Σίναιον όρος, φθάσας εις την έρημον την κατά τα Σόδομα, βλέπει από μακρόθεν χέρια ενός ανθρώπου, οπού εύγαιναν από το βάθος της γης. Πλησιάζει λοιπόν κοντά, και βλέπει ένα λάκκον ωσάν φωλεάν αλώπηκος. Ο δε εν τω λάκκω ων, ακούσας τον κτύπον των ποδών, εκρύφθηκε μέσα. Σκύψας δε ο γέρωντας, παρεκάλει πολλά τον κρυφθέντα να φανερωθή εις αυτόν. Ο οποίος ύστερα από πολλάς παρακλήσεις εφάνη. Ήτον δε άγριος εις την θεωρίαν, είχε τα μαλλία του λαιρωμένα και ακτένιστα, το πρόσωπον ζαρωμένον, τα μέλη του σώματος κατεξηραμένα. Εφόρει δε και μπαλωμένα ιμάτια με βαΐα ερραμμένα.

Ερωτηθείς δε παρά του Οσίου, πώς εκατοίκησεν εις τοιούτον τόπον, απεκρίθη. Ότι και εγώ έχων προθυμίαν να υπάγω εις το Σίναιον όρος, καθώς και εσύ, ευρήκα ένα συνοδίτην αδελφόν, με τον οποίον εδέθηκα με όρκον, να μη χωρισθώμεν έως θανάτου. Όθεν επειδή εκείνος απέθανεν εις τον δρόμον κατά τον τόπον τούτον, δια τούτο και εγώ, τον όρκον φυλάττωντας, αφ’ ου τον ενταφίασα, έσκαψα τον λάκκον τούτον και κάθημαι εδώ, προσμένωντας το τέλος της ζωής μου. Τροφήν δε έχω τους φοίνικας, τους οποίους εδιωρίσθη παρά Θεού να μοι φέρνη ένας αδελφός. Και ταύτα λέγοντος, ιδού ήλθεν ένας λέωντας, όστις εβάσταζεν ένα σταφύλι του φοίνικος. Οι δε συν τω Οσίω όντες, βλέποντες τον λέοντα, εφοβήθησαν. Ο δε γέρων εσηκώθη και ένευσεν εις τον λέοντα, και επαραμέρισεν από εκείνον τον τόπον. Έπειτα πάλιν προσταχθείς, επείσθη, και έφερε τους φοίνικας. Και πάλιν προσταχθείς, επήγε μακράν και εκοιμήθη, ωσάν να ήτον λογικός άνθρωπος. Έτζι ηξεύρει η αρετή να υποτάσση εις τους ταύτην έχοντας, και αυτά τα θηρία τα άγρια.

*

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ανανίου Πρεσβυτέρου, Πέτρου δεσμοφύλακος, και των συν αυτοίς επτά στρατιωτών.

Πέτρος συν επτά την θάλασσαν εισέδυ,
Οις Ανανίας ηδέως συνεισέδυ.

Ούτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, και Μαξίμου ηγεμόνος της Φοινίκης, εν έτει σϞε’ [295]. Πιασθείς λοιπόν ο Άγιος Ανανίας εφέρθη εις τον ηγεμόνα, και επειδή, ωμολόγησε μεν τον Χριστόν, επερίπαιξε δε τα είδωλα, δια τούτο δέρνεται με ραβδία, και κατακαίεται εις ταις πλάταις με σουβλία πυρωμένα. Έπειτα πασσίζουσι τα κεκαυμένα μέλη του με ξύδι και άλας. Μετά ταύτα δια προσευχής του ο Άγιος έσεισε μεν τον Ναόν, κατεκρήμνισε δε τα είδωλα εις την γην. Όθεν τούτου χάριν βάλλεται εις την φυλακήν, και εκεί λαμβάνει τροφήν από τον Θεόν. Δια δε του θαύματος τούτου, τραβίζει τον δεσμοφύλακα Πέτρον εις την πίστιν του Χριστού, και μαζί με αυτόν ρίπτεται εις την θάλασσαν, κατά προσταγήν του ηγεμόνος, ομού και επτά άλλοι στρατιώται, τους οποίους ετράβιξεν ο Άγιος εις την του Χριστού πίστιν, επειδή παραδόξως εφυλάχθη αβλαβής από τας βασάνους οπού υπέμεινε. Και ούτως οι μακάριοι έλαβον παρά Χριστού όλοι ομού τους στεφάνους της αθλήσεως.

*

Ο Όσιος Αμμωνάς, εν ειρήνη τελειούται (3).

Ζωής Αμμωνάς νήμα πληρώσας άπαν,
Ζωήν εφεύρεν ούποτε πληρουμένην.

(3) Τινές μεν λέγουν, ότι ο ενταύθα αναφερόμενος Όσιος Αμμωνάς, ήτον ο Επίσκοπος, περί του οποίου προφητεύων ο Μέγας Αντώνιος είπεν αυτώ, ότι έχει να προκόψη εις τον φόβον του Θεού. Δείξας γαρ αυτώ πέτραν, είπεν. Ύβρισον και τύψον αυτήν, ο δε εποίησεν ούτω. Και λέγει αυτώ ο Αντώνιος, έτζι και συ έχεις να φθάσης εις το μέτρον τούτο, καθώς και έγινεν. Επειδή εις τόσην ανεξικακίαν και αγαθότητα έφθασεν ο αοίδιμος Αμμωνάς, εις τρόπον ότι, δεν εγνώριζε τελείως την κακίαν. Όθεν όταν έγινεν Επίσκοπος έφεραν εις αυτόν μίαν παρθένον, ήτις εφθάρη υπό τινος και εγγαστρώθη, ομοίως έφερον και τον φθείραντα αυτήν, και εζήτουν να τους επιτιμήση. Ο δε Όσιος, όχι μόνον δεν τους επετίμησεν, αλλ’ ουδέ όλως τους εκατάκρινε. Μάλλον δε, αντί να επιτιμήση την γυναίκα εσφράγισε την κοιλίαν της, και έδωκεν αυτή εξ ζευγάρια σινδόνια, λέγωντας, ότι μήπως εις τον καιρόν της γέννας αποθάνη αυτή, ή το παιδίον της, και σαβανώσουν αυτήν με τα σινδόνια.

Άλλοτε δε πάλιν επήγεν ο Όσιος ούτος εις ένα τόπον δια να φάγη ψωμίον, και εκεί ήτον ένας αδελφός, όστις εφημίζετο πως πορνεύει μίαν γυναίκα, ήτις έτυχε τότε να ήναι μέσα εις το κελλίον του Μοναχού. Μαθόντες δε οι εντόπιοι, ότι ήλθεν εκεί ο Όσιος, επήγαν και τον παρεκάλεσαν να υπάγη εις το κελλίον, ίνα ενώπιόν του θεατρισθή ο Μοναχός, και ούτω διώξωσιν αυτόν. Ο δε Μοναχός επρόφθασε και έκρυψε την γυναίκα μέσα εις ένα πιθάρι. Ο δε Όσιος εγνώρισεν εκείνο, οπού έκαμεν ο Μοναχός. Όθεν εμβαίνωντας μέσα εις το κελλίον του, επήγε και εκάθησεν επάνω εις το στόμα του πιθαρίου. Και έπειτα επρόσταξε να ερευνήσουν το κελλίον δια να εύρουν την γυναίκα, ψηλαφήσαντες δε, ουχ’ εύρον αυτήν. Όθεν είπε τοις κατηγορούσιν αυτόν. Ο Θεός να σας συγχωρήση δια την κατηγορίαν οπού εποιήσατε κατά του Μοναχού. Και προσευχηθείς έκαμεν όλους να αναχωρήσουν. Είτα πιάσας το χέρι του Μοναχού, είπεν αυτώ. Πρόσεχε σεαυτώ αδελφέ. Και τούτο ειπών, ανεχώρησε (σελ. 591 του Ευεργετινού). Έλεγε δε ο Όσιος ούτος, ότι εν τη Σκήτει ευρισκόμενος, δεκατέσσαρας χρόνους παρεκάλει τον Θεόν νύκτα και ημέραν, δια να του χαρίση ο Θεός να νικήση την οργήν (σελ. 501 αυτόθι).

Άλλοι δε λέγουσιν, ότι ο ενταύθα αναφερόμενος Αμμωνάς είναι εκείνος, του οποίου ο Βίος γράφεται εις το Λαυσαϊκόν, όστις ήτον Ιερεύς. Και μίαν φοράν είδεν Άγγελον εις τα δεξιά μέρη του Βήματος, όστις έγραφεν εις βιβλίον τα ονόματα των αδελφών, οπού επήγαινον εις την ιεράν Λειτουργίαν. Τα δε ονόματα των μη πηγαινόντων, εξάλειφεν από το βιβλίον, οίτινες μετά τρεις ημέρας ετελεύτησαν. Εγώ όμως τοις προτέροις συντίθεμαι, νομίζων μάλλον, ότι ο Αμμωνάς ούτος είναι ο Επίσκοπος.

*

Ο Όσιος Γαβριήλ, εν ειρήνη τελειούται.

Συν τω Γαβριήλ τω νόων πρωτοστάτη,
Και Γαβριήλ ίστησι Χριστός τον νέον.

*

Οι Άγιοι δύω Μάρτυρες οι εν Φρυγία, βάκλοις (4) τυπτόμενοι, τελειούνται.

Βάκλοις αθληταί τραυματισθέντες δύω,
Στεφθέντες εύρον την συνούλωσιν τάχει.

(4) Βάκλα, ως άλλοτε είπομεν, είναι τα ξύλα εκείνα, με τα οποία κτυπούσι τα τύμπανα.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

 Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

 * * *

 

 

Άγιοι Ξενοφών, Μαρία, Αρκάδιος και ΙωάννηςΤ ατ μην Κς΄, μνήμη το σίου Πατρς μν Ξενοφντος, κα τς συμβίου ατο Μαρίας, κα τν τέκνων ατν ρκαδίου κα ωάννου.

Κα γν λιπόντας τος περ Ξενοφντα,
βρ ξενίζω το λόγου πανδαισί.

Παισν μ’ δ’ λόχ Ξενοφν θάνεν εκάδι κτ.

σιος οτος Ξενοφν τον κατ τος χρόνους το βασιλέως ουστινιανο ν τει φκ΄ [520], κατάγετο δ π τν Κωνσταντινούπολιν, κα τον πλούσιος κα κατ τν ξωτερικν πλοτον, κα κατ τν σωτερικν τς εσεβείας κα κατ Θεν πολιτείας. Οτος λοιπν πέστειλε τος δύω υούς του ρκάδιον κα ωάννην ες τν πόλιν Βηρυττόν, τοι τ νν καλούμενον Βεροτι, δι ν μάθουν κε κα ν μελετήσουν τος νόμους. Πηγαίνοντες δέ, καραβοτζακίσθησαν ες τν θάλασσαν. θεν πατρ ατν γιος Ξενοφν, μο μ τν γυνακά του Μαρίαν, νεχώρησαν π τν Κωνσταντινούπολιν, κα πγαν δι ν ζητον τος υούς των. Ερόντες δ ατος ες τ εροσόλυμα νδεδυμένους τ σχμα τν Μοναχν, γιναν κα ατο Μοναχοί, κα τόσον πρόκοψαν ες τν ρετν ο οίδιμοι, κα ο γονες κα τ παιδία, στε πο ξιώθηκαν παρ Θεο ν κάμνουν κα θαύματα. Εαρεστήσαντες λοιπν ες τν Θεν μέχρι τέλους, πρς ατν ξεδήμησαν. (Τν κατ πλάτος Βίον ατν ρα ες τ κλόγιον (1).)

(1) δ λληνικς Βίος ατο σζεται ν τ Μεγίστ Λαύρ, κα ν τ ερ Μον τν βήρων, ο ρχή· «Ξενοφν θαυμάσιος». ν δ τ ηθείσ Μεγίστ Λαύρ σζεται κα λλος Βίος ατν, ο ρχή· «Διηγήσατό τις μέγας γέρων».

*

Τ ατ μέρ μνήμη το μεγάλου σεισμο.

σεισας λλ’ στησας αθις γν Λόγε.
Τς σς γρ ργς οκτός στι τ πλέον.

Ες τος στερινος χρόνους τς βασιλείας Θεοδοσίου το μικρο, ν μέρ Κυριακ, ρ δευτέρ τς μέρας, γινε σεισμς ες τν Κωνσταντινούπολιν τόσον μεγάλος, στε πο κρημνίσθησαν τ τείχη ατς, κα μέρη πολλ κα σπήτια τς πόλεως, ξαιρέτως μως π τ μβασμα τ καλούμενον Τρωαδίσιον, ως τ χάλκινον τετράπυλον, κα κράτησεν τοιοτος σεισμς τρες μνας. Τότε βασιλες ποιν λιτανείαν μ λον τν λαόν, λεγε μετ δακρύων πρς τν Θεόν. Ῥῦσαι μς Κύριε, π τν δικαίαν σου ργήν, κα δς συγχώρησιν τν μαρτιν μας. πειδ δι τς μαρτίας μας σάλευσας τν γν κα συνετάραξας ατήν, να σε δοξάζωμεν τν μόνον γαθν Θεν μν κα φιλάνθρωπον.

*

Μνήμη το σίου Πατρς μν Συμεών, το πιλεγομένου Παλαιο.

Τν χον Παλαι Συμεν πεξύσω,
χθρο παλαιο λεπτύνας ες χον κάραν.

Οτος σιος παιδιόθεν γάπησε τν ρημικν ζωήν. θεν κατοικήσας μέσα ες να σπήλαιον κατ τ βουνν τ καλούμενον μανόν, δν πόλαυσε κμμίαν νθρωπίνην τροφήν, οτε ψωμ δηλαδ οτε λλο τι, λλ τροφήν του εχε μόνα τ χορτάρια πο τρώγονται. πειδ δ πεθύμησε ν πάγ ες τ Σίναιον ρος, πγεν ες ατό, κα μβαίνωντας μέσα ες τ σπήλαιον, ες τ ποον κρύφθη Μωϋσς, ταν ξιώθη ν δ τν Θεόν, καθς εναι δυνατν ν δ νθρωπίνη φύσις. Ες τοτο, λέγω, μβαίνωντας σιος, πεσε πρήμιτα, κα πέρασε νηστικς πτ μέρας, προσκαρτερν μ δάκρυα κα προσευχάς. Κα π κε δν σηκώθη, ως ο κουσε θεϊκν φωνήν, τις τν πρόσταξε ν σηκωθ, κα ν φάγ τ τρία μλα, πο τον μπροσθέν του. φ’ ο δ γύρισεν π τ Σιν, κτισε δύω Μοναστήρια. Κα οτως λαβε τ τέλος τς πιπόνου ταύτης ζως, ποιήσας πρότερον πολλ παράδοξα θαύματα, ες δόξαν Θεο (2).

(2) Κα τούτου το σίου τν Βίον συγγράφει Κύρου Θεοδώρητος ν τ ς΄ ριθμ τς Φιλοθέου στορίας. δικίαν δ νόμισα τ ν σιωπήσω τρία τινα ξιόλογα, πο προσθέττει περ το σίου τούτου. ουδαοι γάρ τινες περιπατοντες, πλανήθησαν ες τν δρόμον, κα πειδ π βροχν αγδαίαν κα νεμοστρόφιλον πο κολούθησε, δν βλεπον πο πηγαίνουν, δι τοτο τρέχοντες δ κα κε φθασαν ες τ σπήλαιον το σίου, κα βλέποντες ατόν, τν ρώτησαν ν δείξ τν δρόμον ες ατούς. δ σιος επεν, τι εθς ν τος δώσ δύω δηγούς. κε λοιπν πο κάθοντο, δο κα φθάνουν δύω λεοντάρια, τ ποα γλυφον τν σιον ς αθέντην τους. Τατα δ πρόσταξε μ τ νεμά του σιος, ν συνοδεύσουν τος βραίους ως ες τν τόπον κενον, πο χασαν τν δρόμον.

Θέρος τον καιρός, κα νας δικος γεωργς θερίζωντας τ χωράφι του, κλεψε μερικ δεμάτια π τ πλησίον χωράφι, κα τ βαλεν ες τ λνί του. Εθς δ θεία δίκη καμε τν παιδείαν. Διατ στροπελέκι πεσν π τν ορανόν, καιε τ λνι. θεν βλέπωντας γεωργός, τρεξεν ες τν σιον (τον γρ τόπος κοντά) τν συμφοράν του δυρόμενος. κρυψεν μως τν κλεψίαν πο καμε. Προσταχθες δ π τν σιον ν επ τν λήθειαν, μολόγησε τν κλεψίαν. Τότε γιος το επεν, τι ἐὰν σ πιστρέψς ες τν δικηθέντα τν κλεψίαν, θέλει σβεσθ τ πρ. θεν, κενος μέν, τρεχε δι ν δώσ τ κλεψιμαον. δ φωτία, σβέσθη χωρς νερόν.

Προσθέττει δ κα τοτο Θεοδώρητος, τι ταν σιος Συμεν πήγαινεν ες τ Σίναιον ρος, φθάσας ες τν ρημον τν κατ τ Σόδομα, βλέπει π μακρόθεν χέρια νς νθρώπου, πο εγαιναν π τ βάθος τς γς. Πλησιάζει λοιπν κοντά, κα βλέπει να λάκκον σν φωλεν λώπηκος. δ ν τ λάκκ ν, κούσας τν κτύπον τν ποδν, κρύφθηκε μέσα. Σκύψας δ γέρωντας, παρεκάλει πολλ τν κρυφθέντα ν φανερωθ ες ατόν. ποος στερα π πολλς παρακλήσεις φάνη. τον δ γριος ες τν θεωρίαν, εχε τ μαλλία του λαιρωμένα κα κτένιστα, τ πρόσωπον ζαρωμένον, τ μέλη το σώματος κατεξηραμένα. φόρει δ κα μπαλωμένα μάτια μ βαΐα ρραμμένα.

ρωτηθες δ παρ το σίου, πς κατοίκησεν ες τοιοτον τόπον, πεκρίθη. τι κα γ χων προθυμίαν ν πάγω ες τ Σίναιον ρος, καθς κα σύ, ερκα να συνοδίτην δελφόν, μ τν ποον δέθηκα μ ρκον, ν μ χωρισθμεν ως θανάτου. θεν πειδ κενος πέθανεν ες τν δρόμον κατ τν τόπον τοτον, δι τοτο κα γώ, τν ρκον φυλάττωντας, φ’ ο τν νταφίασα, σκαψα τν λάκκον τοτον κα κάθημαι δ, προσμένωντας τ τέλος τς ζως μου. Τροφν δ χω τος φοίνικας, τος ποίους διωρίσθη παρ Θεο ν μο φέρν νας δελφός. Κα τατα λέγοντος, δο λθεν νας λέωντας, στις βάσταζεν να σταφύλι το φοίνικος. Ο δ σν τ σί ντες, βλέποντες τν λέοντα, φοβήθησαν. δ γέρων σηκώθη κα νευσεν ες τν λέοντα, κα παραμέρισεν π κενον τν τόπον. πειτα πάλιν προσταχθείς, πείσθη, κα φερε τος φοίνικας. Κα πάλιν προσταχθείς, πγε μακρν κα κοιμήθη, σν ν τον λογικς νθρωπος. τζι ξεύρει ρετ ν ποτάσσ ες τος ταύτην χοντας, κα ατ τ θηρία τ γρια.

*

Μνήμη τν γίων Μαρτύρων νανίου Πρεσβυτέρου, Πέτρου δεσμοφύλακος, κα τν σν ατος πτ στρατιωτν.

Πέτρος σν πτ τν θάλασσαν εσέδυ,
Ος νανίας δέως συνεισέδυ.

Οτοι ο γιοι τον κατ τος χρόνους το βασιλέως Διοκλητιανο, κα Μαξίμου γεμόνος τς Φοινίκης, ν τει σϞε΄ [295]. Πιασθες λοιπν γιος νανίας φέρθη ες τν γεμόνα, κα πειδή, μολόγησε μν τν Χριστόν, περίπαιξε δ τ εδωλα, δι τοτο δέρνεται μ αβδία, κα κατακαίεται ες τας πλάταις μ σουβλία πυρωμένα. πειτα πασσίζουσι τ κεκαυμένα μέλη του μ ξύδι κα λας. Μετ τατα δι προσευχς του γιος σεισε μν τν Ναόν, κατεκρήμνισε δ τ εδωλα ες τν γν. θεν τούτου χάριν βάλλεται ες τν φυλακήν, κα κε λαμβάνει τροφν π τν Θεόν. Δι δ το θαύματος τούτου, τραβίζει τν δεσμοφύλακα Πέτρον ες τν πίστιν το Χριστο, κα μαζ μ ατν ίπτεται ες τν θάλασσαν, κατ προσταγν το γεμόνος, μο κα πτ λλοι στρατιται, τος ποίους τράβιξεν γιος ες τν το Χριστο πίστιν, πειδ παραδόξως φυλάχθη βλαβς π τς βασάνους πο πέμεινε. Κα οτως ο μακάριοι λαβον παρ Χριστο λοι μο τος στεφάνους τς θλήσεως.

*

σιος μμωνς, ν ερήν τελειοται (3).

Ζως μμωνς νμα πληρώσας παν,
Ζων φερεν οποτε πληρουμένην.

(3) Τινς μν λέγουν, τι νταθα ναφερόμενος σιος μμωνς, τον πίσκοπος, περ το ποίου προφητεύων Μέγας ντώνιος επεν ατ, τι χει ν προκόψ ες τν φόβον το Θεο. Δείξας γρ ατ πέτραν, επεν. βρισον κα τύψον ατήν, δ ποίησεν οτω. Κα λέγει ατ ντώνιος, τζι κα σ χεις ν φθάσς ες τ μέτρον τοτο, καθς κα γινεν. πειδ ες τόσην νεξικακίαν κα γαθότητα φθασεν οίδιμος μμωνς, ες τρόπον τι, δν γνώριζε τελείως τν κακίαν. θεν ταν γινεν πίσκοπος φεραν ες ατν μίαν παρθένον, τις φθάρη πό τινος κα γγαστρώθη, μοίως φερον κα τν φθείραντα ατήν, κα ζήτουν ν τος πιτιμήσ. δ σιος, χι μόνον δν τος πετίμησεν, λλ’ οδ λως τος κατάκρινε. Μλλον δέ, ντ ν πιτιμήσ τν γυνακα σφράγισε τν κοιλίαν της, κα δωκεν ατ ξ ζευγάρια σινδόνια, λέγωντας, τι μήπως ες τν καιρν τς γέννας ποθάν ατή, τ παιδίον της, κα σαβανώσουν ατν μ τ σινδόνια.

λλοτε δ πάλιν πγεν σιος οτος ες να τόπον δι ν φάγ ψωμίον, κα κε τον νας δελφός, στις φημίζετο πς πορνεύει μίαν γυνακα, τις τυχε τότε ν ναι μέσα ες τ κελλίον το Μοναχο. Μαθόντες δ ο ντόπιοι, τι λθεν κε σιος, πγαν κα τν παρεκάλεσαν ν πάγ ες τ κελλίον, να νώπιόν του θεατρισθ Μοναχός, κα οτω διώξωσιν ατόν. δ Μοναχς πρόφθασε κα κρυψε τν γυνακα μέσα ες να πιθάρι. δ σιος γνώρισεν κενο, πο καμεν Μοναχός. θεν μβαίνωντας μέσα ες τ κελλίον του, πγε κα κάθησεν πάνω ες τ στόμα το πιθαρίου. Κα πειτα πρόσταξε ν ρευνήσουν τ κελλίον δι ν ερουν τν γυνακα, ψηλαφήσαντες δέ, οχ’ ερον ατήν. θεν επε τος κατηγοροσιν ατόν. Θες ν σς συγχωρήσ δι τν κατηγορίαν πο ποιήσατε κατ το Μοναχο. Κα προσευχηθες καμεν λους ν ναχωρήσουν. Ετα πιάσας τ χέρι το Μοναχο, επεν ατ. Πρόσεχε σεαυτ δελφέ. Κα τοτο επών, νεχώρησε (σελ. 591 το Εεργετινο). λεγε δ σιος οτος, τι ν τ Σκήτει ερισκόμενος, δεκατέσσαρας χρόνους παρεκάλει τν Θεν νύκτα κα μέραν, δι ν το χαρίσ Θες ν νικήσ τν ργήν (σελ. 501 ατόθι).

λλοι δ λέγουσιν, τι νταθα ναφερόμενος μμωνς εναι κενος, το ποίου Βίος γράφεται ες τ Λαυσαϊκόν, στις τον ερεύς. Κα μίαν φορν εδεν γγελον ες τ δεξι μέρη το Βήματος, στις γραφεν ες βιβλίον τ νόματα τν δελφν, πο πήγαινον ες τν ερν Λειτουργίαν. Τ δ νόματα τν μ πηγαινόντων, ξάλειφεν π τ βιβλίον, οτινες μετ τρες μέρας τελεύτησαν. γ μως τος προτέροις συντίθεμαι, νομίζων μλλον, τι μμωνς οτος εναι πίσκοπος.

*

σιος Γαβριήλ, ν ερήν τελειοται.

Σν τ Γαβριλ τ νόων πρωτοστάτ,
Κα Γαβριλ στησι Χριστς τν νέον.

*

Ο γιοι δύω Μάρτυρες ο ν Φρυγί, βάκλοις (4) τυπτόμενοι, τελειονται.

Βάκλοις θλητα τραυματισθέντες δύω,
Στεφθέντες ερον τν συνούλωσιν τάχει.

(4) Βάκλα, ς λλοτε επομεν, εναι τ ξύλα κενα, μ τ ποα κτυποσι τ τύμπανα.

Τας τν σν γίων πρεσβείαις Χριστ Θες λέησον μς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

 * * *

 

 

Των Αγίων Ξενοφώντος και Μαρίας και των τέκνων αυτών Αρκαδίου και Ιωάννου, Συμεών του Παλαιού κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.