Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου18 Απριλίου

Των Αγίων Ιωάννου, Σάββα του Στρατηλάτου και Γότθου, Κοσμά Επισκόπου Χαλκηδόνος, Αθανασίας κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Τω αυτώ μηνί ΙΗ’, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου, μαθητού του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου.

Ιωάννη σκίρτησον ως Ιωάννης,
Ου γαστρός εντός, αλλά της Εδέμ μέσον.

Οκτωκαιδεκάτη Ιωάννης νέκυς ώφθη.

Ούτος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Ιωάννης εκ νεαράς του ηλικίας μισήσας τον κόσμον, ηγάπησε τον Χριστόν, και επήγε προς τον μέγαν Γρηγόριον τον Δεκαπολίτην. Γενόμενος δε από εκείνον Μοναχός, εις το εξής ευρίσκετο μαζί του, αγωνιζόμενος εις όλα, και τον Θεόν δουλεύων. Τόσον δε περιβόητος έγινεν ο αοίδιμος εις την υπακοήν και υποταγήν, και τόσον εστάθη ευπειθής και υπηρέτης προθυμότατος, ώστε οπού ο θείος Γρηγόριος ο πνευματικός του πατήρ, έχαιρε δι’ αυτόν και εδόξαζε τον Θεόν. Αφ’ ου δε εκοιμήθη ο Άγιος Γρηγόριος, επήγεν ο θείος ούτος Ιωάννης εις άλλην χώραν ξένην και αγνώριστον, δια την αγάπην του ξενιτεύσαντος και εις ξενιτείαν γεννηθέντος Χριστού, και εκεί ηγωνίζετο ο τρισόλβιος. Έπειτα επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα και επροσκύνησε τους Αγίους Τόπους. Μετά ταύτα δε επήγεν εις την Λαύραν του Οσίου Χαρίτωνος. Εκεί λοιπόν δους τον εαυτόν του εις περισσοτέρους αγώνας αρετής, εκοιμήθη εν ειρήνη.

*

Τη αυτή ημέρα του Αγίου Μάρτυρος Σάββα του Στρατηλάτου και Γότθου.

Ύπελθε Σάββα φθαρτόν ηδέως ύδωρ,
Ως αν πίνης άφθαρτον ηδονής ύδωρ.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Ουαλεντινιανού του μεγάλου και Ουάλεντος εν έτει τξς’ [366]. Διέτριβε δε εις την Γοτθίαν, την ευρισκομένην κατά το Κρίμι πλησίον του Κάφα. Ώντας δε ακόμη παιδίον μικρόν, επροτίμησε την πίστιν του Χριστού, και επεριγέλα τους λατρευτάς των ειδώλων, και όχι μόνον δεν εδέχετο να φάγη τας θυσίας, οπού επρόσφερον εις τα είδωλα, αλλά προς τούτοις εμπόδιζε και τους Έλληνας εκείνους, οπού ήθελον να τας τρώγουν, διδάσκωντας αυτούς την εις Χριστόν πίστιν, όθεν και έγινεν εις πολλούς πρόξενος σωτηρίας. Δια τούτο εσηκώθησαν κατ’ επάνω του οι των ειδώλων λατρευταί Έλληνες, και εδίωξαν αυτόν έξω από την πόλιν τους. Αφ’ ου δε επέρασε μερικός καιρός, ερευνούσαν οι ειδωλολάτραι δια να εύρουν Χριστιανούς. Τότε ο Άγιος ούτος Σάββας επήγεν αυτοκάλεστος εις αυτούς, και εφανέρωσε τον εαυτόν του, ότι είναι Χριστιανός. Οι δε ειδωλολάτραι περιπαίξαντες πρώτον αυτόν, τον αφήκαν απείρακτον. Ύστερον δε, όταν ήλθεν εις την χώραν τους ο αρχηγός των Γότθων Αθανάριχος, τότε επίασαν τον Άγιον, και αφ’ ου έδειραν αυτόν με φραγγέλιον, ήτοι με σχοινίον πλεκτόν, τον εξάπλωσαν επάνω εις ένα αξόνι. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν από τα δοκάρια του οσπητίου, και τον ανάγκασαν να γευθή από τας θυσίας των ειδώλων. Ο δε Άγιος δεν ηθέλησε, δια τούτο έφερον αυτόν εις τον ποταμόν Μουσαίον, και εκεί βαλόντες επάνω εις τον λαιμόν του ένα βαρύ ξύλον, έπνιξαν αυτόν, όντα κατά την ηλικίαν τριανταοκτώ χρόνων, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.

*

Μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών και Ομολογητού Κοσμά Επισκόπου Χαλκηδόνος.

Θραύσας βέλη σα και μεταστάς σου βίε,
Έξω βελών υπήρξε Κοσμάς, ως λόγος.

Ούτος ο Άγιος ανατραφείς με το γάλα της ασκήσεως, και καθαρίσας τον εαυτόν του με τους πνευματικούς αγώνας της αρετής, έγινε κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος. Όθεν και ετιμήθη με το αξίωμα της Ιερωσύνης, ύστερον δε κατεστάθη και ποιμήν θεοπρόβλητος της εν Καρχηδόνι αγίας Εκκλησίας. Και λοιπόν αρματωθείς με τα άρματα της πίστεως, κατέβαλε μεν την υπερηφάνειαν και δύναμιν εκείνων, οπού αθέτουν και δεν επροσκύνουν την σεπτήν εικόνα του Χριστού. Εδίδαξε δε αυτούς να τιμούν αυτήν και να προσκυνούν, αυτός πρώτος ταύτην τιμών και προσκυνών, δια την οποίαν και τον στέφανον της ομολογίας έλαβεν. Ούτος εφύλαξεν έως τέλους την ευλάβειαν, οπού είχεν εις τα θεία παιδιόθεν, χωρίς να κρατηθή από ύπνον αμελείας. Επιμελώς γαρ διαπεράσας την ζωήν του, έφθασεν ο αοίδιμος εις τους λιμένας της απαθείας μαζί με τον σοφόν Αυξέντιον, με τον οποίον ομού, ετέλεσε τους αγώνας της ασκήσεως, και εσαββάτισε καλώς, ήτοι εκατάπαυσεν εις την Ουράνιον κατάπαυσιν, παραδούς το πνεύμα του εις χείρας Θεού. Το δε τίμιον αυτού λείψανον κατετέθη εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων.

*

Η Οσία Μήτηρ ημών Αθανασία η Θαυματουργός εν ειρήνη τελειούται.

Αθανασίας τη κορυφή προσφέρω,
Στέφανον αθάνατον δια των λόγων.

Αύτη η Αγία Αθανασία η της αθανασίας ούσα επώνυμος, εγεννήθη εις την νήσον την καλουμένην Αίγιναν από γονείς ευσεβείς τε και ευγενείς. Μαθούσα δε το ψαλτήριον και την εκκλησιαστικήν Ακολουθίαν, εσπούδαζεν η αοίδιμος να αφιερώση τον εαυτόν της εις τον Θεόν. Οι δε γονείς της εσύναψαν αυτήν δια γάμου με άνδρα και χωρίς να θέλη. Ύστερον δε από δεκαέξ ημέρας του γάμου, επήγαν βάρβαροι εις την Αίγιναν, και επειδή ο άνδρας της ευγήκεν έξω δια υπηρεσίαν του, εσφάγη υπό των βαρβάρων. Τότε λοιπόν ανεκαίνισεν η Οσία τον πρώτον σκοπόν και λογισμόν οπού είχε, δια να γένη καλογραία. Εφοβείτο όμως και εσυλλογίζετο, πώς να ημπορέση να φύγη από τους γονείς της, χωρίς να την καταλάβουν. Εις τούτον λοιπόν τον λογισμόν ευρισκομένη, ιδού έφθασε βασιλική προσταγή, η οποία εδιώριζεν, ότι όλαι αι παρθένοι και χήραι, οπού ευρίσκοντο εις την Αίγιναν, να πάρουν άνδρας εθνικούς. Όθεν πάλιν και χωρίς να θέλη, έλαβεν η Οσία δεύτερον άνδρα. Επειδή δε πάντοτε εφρόντιζε και εμελέτα δια την σωτηρίαν της, δια τούτο εκαταγίνετο εις προσευχάς και δεήσεις, και εμοίραζε τον πλούτον της αφθονοπαρόχως εις πτωχούς και δεομένους. Αφ’ ου δε επέρασε καιρός, έπεισε και τον σύζυγόν της και έγινε Μοναχός, αγκαλά και ήτον βάρβαρος, ο οποίος προκόψας οσίως εις τας αρετάς, μετά ολίγον καιρόν απήλθε προς Κύριον. Από τότε δε και ύστερον, ελευθερίαν λαβούσα η μακαρία Αθανασία, διεμοίρασεν εις τους πτωχούς όλον τον πλούτον της, και πέρνουσα μαζί της και άλλας γυναίκας, επήγεν εις ασκητήριον και παρθενώνα, και εκεί γενομένη Μοναχή, αγωνίζετο πολλά μαζί με αυτάς.

Δια τυρί ή ψάρι, ποτέ δεν έτρωγεν, έξω μόνον εις το Άγιον Πάσχα, και εις τας ημέρας του δωδεκαημέρου. Αλλά και εις ταύτας τας ημέρας, εγεύετο μόνον από το τυρί και οψάρι, ουχί δε και εχόρταινεν από αυτά. Εις δε τας άλλας ημέρας, ψωμί μόνον έτρωγε, και νερόν μόνον έπινε μετά την ενάτην ώραν της ημέρας, και ταύτα με εγκράτειαν, και όχι με χορτασμόν. Εις δε τας αγίας τεσσαρακοστάς του χρόνου, ούτε ψωμί έτρωγεν, ούτε νερόν έπινεν, αλλά μόνον έτρωγε λεπτά λάχανα, και αυτά τα έτρωγεν εις κάθε δύω ημέρας. Αφ’ ου δε επέρασαν τέσσαρες χρόνοι, έγινεν Ηγουμένη του ασκητηρίου εκείνου, και από τότε και ύστερον απεφάσισε να μεταχειρίζεται την πλέον ευτελεστέραν και ταπεινοτέραν ζωήν από όλας τας Μοναχάς, ώστε οπού, εκ της ταπεινώσεώς της ταύτης, δεν εγνωρίζετο πως είναι Ηγουμένη και προεστώσα. Όταν δε εκοιμάτο η Οσία, δεν είχε προσκεφάλαιον, αλλά επάνω εις μίαν πέτραν έκλινε την κεφαλήν της, η οποία πέτρα, ήτον επίτηδες ευτρεπισμένη δια τούτο και μόνον, και ούτως ελάμβανεν ολίγον ύπνον. Αφ’ ου δε επέρασαν χρόνοι τέσσαρες, ετρώθη η αοίδιμος από τον έρωτα της ησυχίας, ομού με τας γυναίκας εκείνας, τας οποίας επήρεν από τον κόσμον, και επήγεν εις το ασκητήριον. Όθεν εις τούτο μεταχειρισθείσα συνεργόν ένα ιεροπρεπή άνδρα, Ματθαίον καλούμενον, επήγεν εις ένα τόπον ησυχαστικόν, ομού με τας λοιπάς αδελφάς. Εκεί λοιπόν ετρύγησεν αρκετώς τους καρπούς της ησυχίας. Ο δε προρρηθείς Ματθαίος έφερεν εις τας Οσίας τας χρείας του σώματος, δια μέσου του εργοχείρου, οπού εδούλευον.

Μετά ταύτα, επειδή και ηκολούθησεν ανάγκη και βία, επήγεν η Οσία εις το Βυζάντιον, ήτοι εις την Κωνσταντινούπολιν, έχουσα συνεργόν της ένα Πρεσβύτερον ευνούχον εκ φύσεως, Ιγνάτιον ονομαζόμενον, ο οποίος ήτον εστολισμένος με κάθε αρετήν. Καθότι ο προρρηθείς Μοναχός Ματθαίος, προς Κυριον εξεδήμησεν, αφ’ ου πρότερον διέλαμψε με σημεία και θαύματα, εις τόπον ήσυχον και παράμερον. Πηγαίνουσα δε η Οσία εις την Κωνσταντινούπολιν, έμεινεν εις ένα ασκητήριον χρόνους επτά, θλιβομένη πάντοτε και φροντίζουσα δια το εδικόν της ασκητήριον, οπού άφησεν. Επειδή δε έγινεν εις αυτήν μία θεϊκή οπτασία, φανερόνουσα, ότι πρέπει να υπάγη εις το ασκητήριόν της, ευθύς ανεχώρησε και επήγεν εκεί, και χαιρετίσασα όλας τας αδελφάς μαζί με τον ρηθέντα Πρεσβύτερον Ιγνάτιον, συνέχαιρε με αυτάς, νουθετούσα και διδάσκουσα, πώς να αποκτήσουν τας θεουργούς αρετάς, και πώς να τελειώσουν όλας τας εντολάς του Θεού. Προγνωρίσασα δε η Αγία την προς Θεόν αυτής εκδημίαν, προ δώδεκα ημερών της κοιμήσεώς της, ανέφερε τούτο και εις τας αδελφάς. Όθεν ευχαρίστησε μεν εις τον Κύριον, συνάξασα δε όλας τας Μοναχάς, επροχείρησεν εκείνην, οπού έμελλεν να ηγουμενεύη εις αυτάς. Εις δε την υστερινήν ημέραν, κατά την οποίαν έμελλε να απέλθη προς Κύριον, επρόσεχεν η μακαρία εις την ψαλμωδίαν του ψαλτηρίου, ομού με τας αδελφάς. Επειδή όμως δεν εδυνήθη να τελειώση όλον το ψαλτήριον, αφήκε να ψάλλουσιν αι αδελφαί το απολειφθέν μέρος αυτού, αυτή δε προσευχηθείσα, προς Κύριον εξεδήμησε. Κατά δε τον καιρόν του ενταφιασμού της, πολλοί δαιμονισμένοι και ασθενείς ιατρεύθησαν, αλλά και μετά τον ενταφιασμόν της, πολλοί τυφλοί έλαβον το φως των ομμάτων τους. Προείπε δε η Αγία εις τας αδελφάς, ότι εκείνην την κληρονομίαν και δόξαν, οπού έχω να λάβω παρά Θεού εις τους Ουρανούς, αυτήν θέλω την λάβω ύστερον από τεσσαράκοντα ημέρας της αποβιώσεώς μου. Όθεν μετά τας ημέρας ταύτας, δύω καλογραίαι είδον ένα φοβερόν και εξαίσιον θέαμα, ήτοι είδον δύω άνδρας αστραποβόλους, οι οποίοι εστέκοντο από το ένα μέρος και από το άλλο της Αγίας, έξω από τας αγίας πόρτας του ιερού Βήματος. Εκράτουν δε εκείνοι εις τας χείρας των ένα φόρεμα πορφυρούν και βασιλικόν, υφασμένον από χρυσάφι και μαργαριτάρια και λίθους τιμίους, και με αυτό εφόραιναν την Αγίαν. Όθεν τούτο βλέπουσαι, ενθυμήθηκαν την πρόρρησιν, οπού είπεν εις αυτάς η Αγία, και την ταύτης έκβασιν. Διο και ευχαρίστησαν τον Θεόν, ο οποίος δοξάζει εκείνους, οπού αγαπώσιν αυτόν και δοξάζουσιν.

*

Άγιος Ιωάννης εξ ΙωαννίνωνΟ Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης ο εξ Ιωαννίνων, ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας εν έτει ͵αφκς’ [1526], πυρί και ξίφει τελειούται.

Βληθείς καμίνου εν μέσω Ιωάννη,
Χριστώ προσήδες ύμνον ευχαριστίας (1).

(1) Το Μαρτύριον αυτού όρα εις το Νέον Μαρτυρολόγιον.

 

 

 

 

 

*

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης ο Κουλικάς, ο μαρτυρήσας εν έτει ͵αφξδ’ [1564], ογγίνοις (ήτοι τζεγγελίοις) τελειούται.

Τον Κουλικάν δε πώς σιωπή παρίδω,
Ος ογγίνοις τέθνηκεν υπέρ Κυρίου; (2)

(2) Το Μαρτύριον αυτού όρα εις το Νέον Μαρτυρολόγιον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

 * * *

 

 

Τ ατ μην ΙΗ΄, μνήμη το σίου Πατρς μν ωάννου, μαθητο το γίου Γρηγορίου το Δεκαπολίτου.

ωάννη σκίρτησον ς ωάννης,
Ο γαστρς ντός, λλ τς δμ μέσον.

κτωκαιδεκάτ ωάννης νέκυς φθη.

Οτος ν γίοις Πατρ μν ωάννης κ νεαρς του λικίας μισήσας τν κόσμον, γάπησε τν Χριστόν, κα πγε πρς τν μέγαν Γρηγόριον τν Δεκαπολίτην. Γενόμενος δ π κενον Μοναχός, ες τ ξς ερίσκετο μαζί του, γωνιζόμενος ες λα, κα τν Θεν δουλεύων. Τόσον δ περιβόητος γινεν οίδιμος ες τν πακον κα ποταγήν, κα τόσον στάθη επειθς κα πηρέτης προθυμότατος, στε πο θεος Γρηγόριος πνευματικός του πατήρ, χαιρε δι’ ατν κα δόξαζε τν Θεόν. φ’ ο δ κοιμήθη γιος Γρηγόριος, πγεν θεος οτος ωάννης ες λλην χώραν ξένην κα γνώριστον, δι τν γάπην το ξενιτεύσαντος κα ες ξενιτείαν γεννηθέντος Χριστο, κα κε γωνίζετο τρισόλβιος. πειτα πγεν ες τ εροσόλυμα κα προσκύνησε τος γίους Τόπους. Μετ τατα δ πγεν ες τν Λαύραν το σίου Χαρίτωνος. κε λοιπν δος τν αυτόν του ες περισσοτέρους γνας ρετς, κοιμήθη ν ερήν.

*

Τ ατ μέρ το γίου Μάρτυρος Σάββα το Στρατηλάτου κα Γότθου.

πελθε Σάββα φθαρτν δέως δωρ,
ς ν πίνς φθαρτον δονς δωρ.

Οτος τον κατ τος χρόνους το βασιλέως Οαλεντινιανο το μεγάλου κα Οάλεντος ν τει τξς΄ [366]. Διέτριβε δ ες τν Γοτθίαν, τν ερισκομένην κατ τ Κρίμι πλησίον το Κάφα. ντας δ κόμη παιδίον μικρόν, προτίμησε τν πίστιν το Χριστο, κα περιγέλα τος λατρευτς τν εδώλων, κα χι μόνον δν δέχετο ν φάγ τς θυσίας, πο πρόσφερον ες τ εδωλα, λλ πρς τούτοις μπόδιζε κα τος λληνας κείνους, πο θελον ν τς τρώγουν, διδάσκωντας ατος τν ες Χριστν πίστιν, θεν κα γινεν ες πολλος πρόξενος σωτηρίας. Δι τοτο σηκώθησαν κατ’ πάνω του ο τν εδώλων λατρευτα λληνες, κα δίωξαν ατν ξω π τν πόλιν τους. φ’ ο δ πέρασε μερικς καιρός, ρευνοσαν ο εδωλολάτραι δι ν ερουν Χριστιανούς. Τότε γιος οτος Σάββας πγεν ατοκάλεστος ες ατούς, κα φανέρωσε τν αυτόν του, τι εναι Χριστιανός. Ο δ εδωλολάτραι περιπαίξαντες πρτον ατόν, τν φκαν πείρακτον. στερον δέ, ταν λθεν ες τν χώραν τους ρχηγς τν Γότθων θανάριχος, τότε πίασαν τν γιον, κα φ’ ο δειραν ατν μ φραγγέλιον, τοι μ σχοινίον πλεκτόν, τν ξάπλωσαν πάνω ες να ξόνι. πειτα κρέμασαν ατν π τ δοκάρια το σπητίου, κα τν νάγκασαν ν γευθ π τς θυσίας τν εδώλων. δ γιος δν θέλησε, δι τοτο φερον ατν ες τν ποταμν Μουσαον, κα κε βαλόντες πάνω ες τν λαιμόν του να βαρ ξύλον, πνιξαν ατόν, ντα κατ τν λικίαν τριανταοκτ χρόνων, κα οτως λαβεν οίδιμος το μαρτυρίου τν στέφανον.

*

Μνήμη το ν γίοις Πατρς μν κα μολογητο Κοσμ πισκόπου Χαλκηδόνος.

Θραύσας βέλη σ κα μεταστάς σου βίε,
ξω βελν πρξε Κοσμς, ς λόγος.

Οτος γιος νατραφες μ τ γάλα τς σκήσεως, κα καθαρίσας τν αυτόν του μ τος πνευματικος γνας τς ρετς, γινε κατοικητήριον το γίου Πνεύματος. θεν κα τιμήθη μ τ ξίωμα τς ερωσύνης, στερον δ κατεστάθη κα ποιμν θεοπρόβλητος τς ν Καρχηδόνι γίας κκλησίας. Κα λοιπν ρματωθες μ τ ρματα τς πίστεως, κατέβαλε μν τν περηφάνειαν κα δύναμιν κείνων, πο θέτουν κα δν προσκύνουν τν σεπτν εκόνα το Χριστο. δίδαξε δ ατος ν τιμον ατν κα ν προσκυνον, ατς πρτος ταύτην τιμν κα προσκυνν, δι τν ποίαν κα τν στέφανον τς μολογίας λαβεν. Οτος φύλαξεν ως τέλους τν ελάβειαν, πο εχεν ες τ θεα παιδιόθεν, χωρς ν κρατηθ π πνον μελείας. πιμελς γρ διαπεράσας τν ζωήν του, φθασεν οίδιμος ες τος λιμένας τς παθείας μαζ μ τν σοφν Αξέντιον, μ τν ποον μο, τέλεσε τος γνας τς σκήσεως, κα σαββάτισε καλς, τοι κατάπαυσεν ες τν Οράνιον κατάπαυσιν, παραδος τ πνεμά του ες χερας Θεο. Τ δ τίμιον ατο λείψανον κατετέθη ες τν Ναν τν γίων ποστόλων.

*

σία Μήτηρ μν θανασία Θαυματουργς ν ερήν τελειοται.

θανασίας τ κορυφ προσφέρω,
Στέφανον θάνατον δι τν λόγων.

Ατη γία θανασία τς θανασίας οσα πώνυμος, γεννήθη ες τν νσον τν καλουμένην Αγιναν π γονες εσεβες τε κα εγενες. Μαθοσα δ τ ψαλτήριον κα τν κκλησιαστικν κολουθίαν, σπούδαζεν οίδιμος ν φιερώσ τν αυτόν της ες τν Θεόν. Ο δ γονες της σύναψαν ατν δι γάμου μ νδρα κα χωρς ν θέλ. στερον δ π δεκαξ μέρας το γάμου, πγαν βάρβαροι ες τν Αγιναν, κα πειδ νδρας της εγκεν ξω δι πηρεσίαν του, σφάγη π τν βαρβάρων. Τότε λοιπν νεκαίνισεν σία τν πρτον σκοπν κα λογισμν πο εχε, δι ν γέν καλογραία. φοβετο μως κα συλλογίζετο, πς ν μπορέσ ν φύγ π τος γονες της, χωρς ν τν καταλάβουν. Ες τοτον λοιπν τν λογισμν ερισκομένη, δο φθασε βασιλικ προσταγή, ποία διώριζεν, τι λαι α παρθένοι κα χραι, πο ερίσκοντο ες τν Αγιναν, ν πάρουν νδρας θνικούς. θεν πάλιν κα χωρς ν θέλ, λαβεν σία δεύτερον νδρα. πειδ δ πάντοτε φρόντιζε κα μελέτα δι τν σωτηρίαν της, δι τοτο καταγίνετο ες προσευχς κα δεήσεις, κα μοίραζε τν πλοτόν της φθονοπαρόχως ες πτωχος κα δεομένους. φ’ ο δ πέρασε καιρός, πεισε κα τν σύζυγόν της κα γινε Μοναχός, γκαλ κα τον βάρβαρος, ποος προκόψας σίως ες τς ρετάς, μετ λίγον καιρν πλθε πρς Κύριον. π τότε δ κα στερον, λευθερίαν λαβοσα μακαρία θανασία, διεμοίρασεν ες τος πτωχος λον τν πλοτόν της, κα πέρνουσα μαζί της κα λλας γυνακας, πγεν ες σκητήριον κα παρθεννα, κα κε γενομένη Μοναχή, γωνίζετο πολλ μαζ μ ατάς.

Δι τυρ ψάρι, ποτ δν τρωγεν, ξω μόνον ες τ γιον Πάσχα, κα ες τς μέρας το δωδεκαημέρου. λλ κα ες ταύτας τς μέρας, γεύετο μόνον π τ τυρ κα ψάρι, οχ δ κα χόρταινεν π ατά. Ες δ τς λλας μέρας, ψωμ μόνον τρωγε, κα νερν μόνον πινε μετ τν νάτην ραν τς μέρας, κα τατα μ γκράτειαν, κα χι μ χορτασμόν. Ες δ τς γίας τεσσαρακοστς το χρόνου, οτε ψωμ τρωγεν, οτε νερν πινεν, λλ μόνον τρωγε λεπτ λάχανα, κα ατ τ τρωγεν ες κάθε δύω μέρας. φ’ ο δ πέρασαν τέσσαρες χρόνοι, γινεν γουμένη το σκητηρίου κείνου, κα π τότε κα στερον πεφάσισε ν μεταχειρίζεται τν πλέον ετελεστέραν κα ταπεινοτέραν ζων π λας τς Μοναχάς, στε πο, κ τς ταπεινώσεώς της ταύτης, δν γνωρίζετο πς εναι γουμένη κα προεστσα. ταν δ κοιμτο σία, δν εχε προσκεφάλαιον, λλ πάνω ες μίαν πέτραν κλινε τν κεφαλήν της, ποία πέτρα, τον πίτηδες ετρεπισμένη δι τοτο κα μόνον, κα οτως λάμβανεν λίγον πνον. φ’ ο δ πέρασαν χρόνοι τέσσαρες, τρώθη οίδιμος π τν ρωτα τς συχίας, μο μ τς γυνακας κείνας, τς ποίας πρεν π τν κόσμον, κα πγεν ες τ σκητήριον. θεν ες τοτο μεταχειρισθεσα συνεργν να εροπρεπ νδρα, Ματθαον καλούμενον, πγεν ες να τόπον συχαστικόν, μο μ τς λοιπς δελφάς. κε λοιπν τρύγησεν ρκετς τος καρπος τς συχίας. δ προρρηθες Ματθαος φερεν ες τς σίας τς χρείας το σώματος, δι μέσου το ργοχείρου, πο δούλευον.

Μετ τατα, πειδ κα κολούθησεν νάγκη κα βία, πγεν σία ες τ Βυζάντιον, τοι ες τν Κωνσταντινούπολιν, χουσα συνεργόν της να Πρεσβύτερον ενοχον κ φύσεως, γνάτιον νομαζόμενον, ποος τον στολισμένος μ κάθε ρετήν. Καθότι προρρηθες Μοναχς Ματθαος, πρς Κυριον ξεδήμησεν, φ’ ο πρότερον διέλαμψε μ σημεα κα θαύματα, ες τόπον συχον κα παράμερον. Πηγαίνουσα δ σία ες τν Κωνσταντινούπολιν, μεινεν ες να σκητήριον χρόνους πτά, θλιβομένη πάντοτε κα φροντίζουσα δι τ δικόν της σκητήριον, πο φησεν. πειδ δ γινεν ες ατν μία θεϊκ πτασία, φανερόνουσα, τι πρέπει ν πάγ ες τ σκητήριόν της, εθς νεχώρησε κα πγεν κε, κα χαιρετίσασα λας τς δελφς μαζ μ τν ηθέντα Πρεσβύτερον γνάτιον, συνέχαιρε μ ατάς, νουθετοσα κα διδάσκουσα, πς ν ποκτήσουν τς θεουργος ρετάς, κα πς ν τελειώσουν λας τς ντολς το Θεο. Προγνωρίσασα δ γία τν πρς Θεν ατς κδημίαν, πρ δώδεκα μερν τς κοιμήσεώς της, νέφερε τοτο κα ες τς δελφάς. θεν εχαρίστησε μν ες τν Κύριον, συνάξασα δ λας τς Μοναχάς, προχείρησεν κείνην, πο μελλεν ν γουμενεύ ες ατάς. Ες δ τν στερινν μέραν, κατ τν ποίαν μελλε ν πέλθ πρς Κύριον, πρόσεχεν μακαρία ες τν ψαλμδίαν το ψαλτηρίου, μο μ τς δελφάς. πειδ μως δν δυνήθη ν τελειώσ λον τ ψαλτήριον, φκε ν ψάλλουσιν α δελφα τ πολειφθν μέρος ατο, ατ δ προσευχηθεσα, πρς Κύριον ξεδήμησε. Κατ δ τν καιρν το νταφιασμο της, πολλο δαιμονισμένοι κα σθενες ατρεύθησαν, λλ κα μετ τν νταφιασμόν της, πολλο τυφλο λαβον τ φς τν μμάτων τους. Προεπε δ γία ες τς δελφάς, τι κείνην τν κληρονομίαν κα δόξαν, πο χω ν λάβω παρ Θεο ες τος Ορανούς, ατν θέλω τν λάβω στερον π τεσσαράκοντα μέρας τς ποβιώσεώς μου. θεν μετ τς μέρας ταύτας, δύω καλογρααι εδον να φοβερν κα ξαίσιον θέαμα, τοι εδον δύω νδρας στραποβόλους, ο ποοι στέκοντο π τ να μέρος κα π τ λλο τς γίας, ξω π τς γίας πόρτας το ερο Βήματος. κράτουν δ κενοι ες τς χεράς των να φόρεμα πορφυρον κα βασιλικόν, φασμένον π χρυσάφι κα μαργαριτάρια κα λίθους τιμίους, κα μ ατ φόραιναν τν γίαν. θεν τοτο βλέπουσαι, νθυμήθηκαν τν πρόρρησιν, πο επεν ες ατς γία, κα τν ταύτης κβασιν. Δι κα εχαρίστησαν τν Θεόν, ποος δοξάζει κείνους, πο γαπσιν ατν κα δοξάζουσιν.

*

Άγιος Ιωάννης εξ Ιωαννίνων γιος Νεομάρτυς ωάννης ξ ωαννίνων, ν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας ν τει ͵αφκς΄ [1526], πυρ κα ξίφει τελειοται.

Βληθες καμίνου ν μέσ ωάννη,
Χριστ προσδες μνον εχαριστίας (1).

(1) Τ Μαρτύριον ατο ρα ες τ Νέον Μαρτυρολόγιον.

 

 

 

 

 

*

γιος Νεομάρτυς ωάννης Κουλικς, μαρτυρήσας ν τει ͵αφξδ΄ [1564], γγίνοις (τοι τζεγγελίοις) τελειοται.

Τν Κουλικν δ πς σιωπ παρίδω,
ς γγίνοις τέθνηκεν πρ Κυρίου (2);

(2) Τ Μαρτύριον ατο ρα ες τ Νέον Μαρτυρολόγιον.

Τας τν σν γίων πρεσβείαις Χριστ Θες λέησον μς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Ιωάννου, Σάββα του Στρατηλάτου και Γότθου, Κοσμά Επισκόπου Χαλκηδόνος, Αθανασίας κ.ά.

 

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.