Όταν νιώθουμε μεγάλη απέχθεια για τις σωματικές αρρώστιες που μας συμβαίνουν, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ψυχή μας είναι ακόμη υποδουλωμένη στις επιθυμίες του σώματος. Γι’ αυτόν τον λόγο ποθεί την υλική καλοπέραση και δεν θέλει να αποχωριστεί τα καλά της ζωής, αλλά και θεωρεί μεγάλη στενοχώρια το ότι δεν μπορεί, εξαιτίας των ασθενειών, να απολαμβάνει τα ωραία της ζωής. Αντίθετα, αν δέχεται ευχαρίστως τις ταλαιπωρίες της αρρώστιας, είναι φανερό ότι δεν βρίσκεται μακριά από τα όρια της απάθειας. Γι’ αυτό τότε και τον θάνατο τον περιμένει με χαρά, γιατί τον θεωρεί αιτία της αληθινής ζωής.
Όπως το βουλοκέρι, αν δεν μαλαχθεί ή και ζεσταθεί για πολλή ώρα, δεν μπορεί να δεχτεί το αποτύπωμα της σφραγίδας που του βάζουμε, έτσι και ο άνθρωπος: αν δεν δοκιμαστεί με πόνους και ασθένειες, δεν μπορεί να δεχτεί τη σφραγίδα της αρετής του Θεού. Γι’ αυτό και ο Κύριος είπε στον θαυμαστό απόστολο Παύλο: «Σου αρκεί η χάρη μου· γιατί η δύναμή μου φανερώνεται στην πληρότητά της μέσα στην ασθένεια», αλλά και ο ίδιος ο Παύλος είπε με καύχηση: «Με πολλή ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχηθώ για τις ασθένειές μου, για να κατοικήσει σ’ εμένα η δύναμη του Χριστού». (Β’ Κορ. 12:9)
![]()
Όταν ο Παύλος έλεγε ασθένειες, εννοούσε τις επιθέσεις των εχθρών του σταυρού του Χριστού (πρβ. Φιλιπ. 3:18), που συνέβαιναν συνεχώς σε αυτόν και τους τότε αγίους, για να μην υπερηφανεύονται, όπως είπε ο ίδιος (Β’ Κορ. 12:7), εξαιτίας του μεγαλείου των αποκαλύψεων, αλλά να παραμένουν μέσω της ταπείνωσης στην κατάσταση της τελειότητας, και με τους συχνούς εξευτελισμούς να φυλάγουν ευλαβικά το δώρο του Θεού. Εμείς όμως τώρα ασθένειες λέμε τους κακούς λογισμούς και τις σωματικές αρρώστιες. Γιατί τότε τα σώματα των αγίων που αγωνίζονταν εναντίον της αμαρτίας, επειδή υποβάλλονταν σε θανατηφόρα βασανιστήρια και σε διάφορες άλλες ταλαιπωρίες, ήταν πολύ ανώτερα των παθών, τα οποία εισχώρησαν στην ανθρώπινη φύση λόγω της αμαρτίας.
Τώρα όμως, επειδή χάρη στον Κύριο οι Εκκλησίες έχουν όλο και περισσότερη ειρήνη, χρειάζεται να ταλαιπωρείται με συνεχείς αρρώστιες το σώμα των αγωνιστών της ευσέβειας, και οι ψυχές τους να δοκιμάζονται με τους κακούς λογισμούς, έτσι ώστε να αποφεύγουν κάθε κενοδοξία και υψηλοφροσύνη και να μπορέσουν να δεχτούν, όπως είπα, στις καρδιές τους, με την πολλή ταπείνωση, τη σφραγίδα του θείου κάλλους, σύμφωνα με τον άγιο Δαβίδ που είπε: «Μας σφράγισε το φως του προσώπου σου, Κύριε» (Ψαλμ. 4:7).
![]()
Πρέπει επομένως να υπομένουμε με ευχαριστία το θέλημα του Κυρίου, γιατί έτσι θα μας λογαριαστούν ως άλλο μαρτύριο οι συνεχείς αρρώστιες και ο πόλεμος εναντίον των δαιμονικών λογισμών. Γιατί αυτός που έλεγε τότε με το στόμα των άνομων αρχόντων σε εκείνους τους άγιους μάρτυρες: «Αρνηθείτε τον Χριστό και ποθήστε τις δόξες του κόσμου» – δηλαδή ο διάβολος –, ο ίδιος στέκεται και τώρα και τα λέει αυτά αδιάκοπα στους δούλους του Θεού. Αυτός που βασάνιζε τότε τα σώματα των αγίων και εξευτέλιζε υπερβολικά τους τιμημένους διδασκάλους του Ευαγγελίου με εκείνους που υπηρετούσαν τα διαβολικά φρονήματα, ο ίδιος φέρνει και τώρα στους ομολογητές τής ευσέβειας τα διάφορα παθήματα μαζί με πολλούς εξευτελισμούς και χλευασμούς. Γι’ αυτό και εμείς πρέπει, με προφύλαξη και υπομονή, να αγωνιζόμαστε ώστε η συνείδησή μας να δίνει καλή μαρτυρία μπροστά στον Θεό. Γιατί λέει ο ψαλμωδός: «Περίμενα με πολλή υπομονή τον Κύριο, και με πρόσεξε» (Ψαλμ. 39:2).
Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Γ’, Υπόθεση ΙΗ’ (18), σελ. 144. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2006.

