Μαρτυρία και διδαχή

Χρήματα – Κυριακή Γ’ Ματθαίου

Η σημερινή περικοπή (Ματθ. 6.22-33), που αποτελεί μέρος της Επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου, θίγει διάφορα σημεία. Γι’ αυτό εκ πρώτης όψεως παρουσιάζεται πολυδιάσπαση, δεν φαίνεται να διαπραγματεύεται ένα μόνο θέμα, οπότε αρθρώνεται αποφθεγματικά: σαν να επισημαίνει προβλήματα, να τοποθετείται περιληπτικά και περιεκτικά και να δίνει σύντομες οδηγίες και εντολές.

Ωστόσο μια προσεκτικότερη εξέταση αποδεικνύει ότι όλοι οι στίχοι της με εξαίρεση τους τρεις πρώτους, επικεντρώνονται σε υλικές ανάγκες του ανθρώπου, και συγκεκριμένα στην τροφή και στην ενδυμασία του.

Αλλά και το πρώτο τμήμα, που λέει για τον λύχνο του σώματος, τον απλό και καθαρό οφθαλμό, πιθανόν να ανάγεται στο ίδιο ζήτημα. Ο απλός οφθαλμός δηλαδή μπορεί να εννοεί τη γενναιόδωρη θεώρηση και διάθεση, ενώ ο πονηρός οφθαλμός τη νοσηρή φιλαργυρία και φειδωλία.

Συνηγορούν σε μια τέτοια ερμηνεία και τα αμέσως προηγούμενα από την περικοπή μας χωρία. Αναφέρονται σαφέστατα στους «θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι» (6.19-21). Και στην Παλαιά Διαθήκη απαντάται ο πονηρός οφθαλμός στην έννοια του φειδωλού οφθαλμού (Σειρ. 14.10).

Έτσι τα χρήματα θ’ αποτελέσουν το θέμα μας. Δημιουργούν συνηθέστατα την ψευδαίσθηση ότι αυτά και μόνο καλύπτουν και θεραπεύουν την υλική πλευρά μας, ώστε θεοποιούνται. Ύπουλος ο ύφαλος. Προφυλασσόμαστε, αν ακούμε την προτροπή στο τέλος του αναγνώσματος. Παρακινεί να επιζητάμε «πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού», πράγμα που έχει σαν κατάληξη να μας προστίθενται και όλα τα λοιπά.

Λοιπόν, παρατηρεί ο Χριστός ότι δεν δυνάμεθα «Θεώ δουλεύειν και μαμωνά». Να η καρδιά της υποθέσεως – εξηγούμε ότι ο Μαμωνάς ήταν ο Σύρος θεός του πλούτου, ενώ στη συνέχεια η λέξη μεταλλάχθηκε και σήμαινε τον ίδιο τον πλούτο.

Ο Ιησούς τώρα αποφαίνεται πως δεν μπορούμε να «δουλεύουμε», δηλαδή να λατρεύουμε συγχρόνως τον Θεό και το χρήμα. Δεν είναι απλώς όντα ανόμοια αλλά άκρως αντίθετα και ασύμβατα: είναι αλληλοαναιρετικά. Για να προσκολληθείς στο ένα από τα δύο, πρέπει να καταφρονήσεις, και μάλιστα να «μισήσεις», το άλλο.

Ναι, μα πώς τότε έχουμε και τιμάμε πληθύ αγίων πλουσίων σαν τον Αβραάμ και τον Ιώβ;

Αληθινά ήσαν ευπορότατοι, πλην όμως δεν ήσαν δούλοι στον πλούτο τους, δεν «δούλευαν» στον μαμωνά. Αντίστροφα, είχαν τα χρήματα δούλα τους. Ζάπλουτος ήταν και ο Σολομών, μα όχι φιλάργυρος, όπως θα δούμε. «Δεν βλάπτει το να έχει κανείς, αλλά το να έχει με “προσπάθεια”», με πάθος, με προσκόλληση (αββάς Ζωσιμάς, Μέγα Γεροντικό Πανοράματος Α’, σελ. 164).

Και από το άλλο μέρος, ενδέχεται κάποιος να είναι φτωχός, γιατί έτσι το έφεραν οι συνθήκες της ζωής του, και όμως να είναι δεμένος με τα ελάχιστα υπάρχοντά του: να είναι υποχείριός τους περισσότερο από έναν ανθηρότατο οικονομικά, που δεν κατατυραννείται από τους θησαυρούς του. «Ο φιλοκτήμων θα πυγμαχήσει μέχρι θανάτου για μια βελόνα», αναφέρει η Κλίμαξ (16.19). Το ίδιο περίπου είχε πει και ο αββάς Ζωσιμάς (Μέγα Γεροντικό Πανοράματος Α’, σελ. 182).

Άρα δεν μπορούμε να υπεκφεύγουμε λέγοντας ότι είμαστε φτωχοί. Οι φτωχοί δεν δικαιώνονται αυτόματα. Όλοι υποκείμεθα στον κίνδυνο, όλοι οφείλουμε να έχουμε το λίγο ή το πολύ χρήμα σαν υπηρέτη και όχι σαν αφεντικό.

Το χρήμα δεν είναι αφ’ εαυτού του καλό ή κακό. Από τη φύση του είναι ουδέτερο. Εξαρτάται από μας το να το κάνουμε καλό χρήμα ή κακό χρήμα. Κανείς δε δεν ξεφεύγει από τον δόλιχο. Όλοι είμαστε υποχρεωμένοι ν’ αντιμετωπίσουμε το καυτό πρόβλημα. .

Οι πάντες λίγο ως πολύ είμαστε άρρηκτα δεμένοι με το χρήμα. Ωστόσο είναι ανόητο, τρελό, να το καταστήσουμε κύριό μας, να επικαθίσει πάνω μας, να μας καθυποτάξει. Είναι τόσο τρελό, όσο να δούμε όχι τον αναβάτη πάνω στο άλογο, αλλά το άλογο πάνω στον αναβάτη!

Ο σοφός Σειράχ διδάσκει σχετικά ότι «είναι αγαθός ο πλούτος στον οποίο δεν υπάρχει αμαρτία» (13.24). Άρα το αμαρτωλό ή όχι πρόσωπο του πλούτου το διαμορφώνει εξωτερικός ρυθμιστής και παράγοντας, ο ανθρώπινος. Τούτο είναι το πρώτο κύριο σημείο που τονίζεται.

Το δεύτερο στη συνέχεια, είναι η ρευστότητα του πλούτου. Κατά παλιό ερμηνευτή «άλλοτε μεν σε αυτόν παρεδρεύει, άλλοτε δε σε εκείνον πηγαίνει, και ενώ έχει πολλούς κυρίους, δεν είναι κανενός κτήμα» (Θεοδώρητος στο Π. Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα Α’ Τιμ. 6.17).

Δραπέτης δούλος και αγνώμων είναι ο πλούτος, διαπίστωνε θυμοσοφικά ο ιερός Χρυσόστομος (Ότε Σατορνίνος και Αυρηλιανός εξωρίσθησαν 2). Συμπλήρωνε δε άλλος Οικουμενικός Διδάσκαλος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Πρέπει να πιστεύεις μάλλον σε αύρες που δεν στέκονται και σε ίχνη πλοίου που ποντοπορεί και σε απατηλά όνειρα νύχτας και σε όσα χαράζουν πάνω στην άμμο τα παιδιά παίζοντας, παρά σε ευημερία ανθρώπων» (Λόγος 14 Περί φιλοπτωχίας 19).

«Πλούσιοι φτώχεψαν και πείνασαν, οι δε εκζητητές του Κυρίου δεν θα ελαττωθούν από κανένα αγαθό», ψάλλουμε στην ακολουθία της αρτοκλασίας – πρόκειται για δάνειο από τους Ψαλμούς (33.11). Ο συγκεκριμένος στίχος νομίζουμε ότι ενέπνευσε την Παρθένο Μαρία κατά τον Ευαγγελισμό της. Δοξολόγησε στη μεγαλειώδη ωδή της τον Θεό, που μεταξύ άλλων «πεινώντας ενέπλησεν αγαθών και πλουτούντας εξαπέστειλε κενούς» (Λουκ. 1.53).

 

Ιερομόναχος Ιουστίνος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρήματα – Κυριακή Γ’ Ματθαίου

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.