Με το στόμα μιας δαιμονισμένης έλεγε ο διάβολος προς τον π. Ιάκωβο: «Με λένε Βελίαρ. Εγώ ωθώ τον κόσμο στις παραλίες τα καλοκαίρια. Έβαλα τα όργανά μου και βάλανε φωτιές στα δάση, για να κάψουν το Μοναστήρι του Οσίου Παταπίου […]
Ένας γεωκτήμων – ο Θεός – φύτεψε αμπέλι, λέει η σημερινή παραβολή (Ματθ. 21.33-42), και επιπλέον το έκανε άρτιο: Το περίφραξε, το ασφάλισε με πύργο και έσκαψε και πατητήρι. Το εφοδίασε δηλαδή με όλες τις προϋποθέσεις για ν' αποδώσει – αλληγορικά το εφοδίασε με όλα τα επιτήδεια και αρμόδια προς σωτηρία. Στη συνέχεια το εμπιστεύθηκε στους γεωργούς «και απεδήμησεν». Κάποτε ωστόσο ο κύριος του αμπελώνα επανακάμπτει από την αποδημία, έστω και έπειτα από «χρόνους ικανούς». Όσο και αν νομίζεται απών ο Θεός, είναι παρών, και βλέπει και ακούει και παρακολουθεί. Μακροθυμεί, μακροθυμεί, μα κάποτε δεν παίρνει πια περαιτέρω αναμονή, ώστε... Διαβάστε τη συνέχεια

