Γνώρισα προσωπικά τον π. Ιωσήφ στο Άγιον Όρος, όπου ασκήτευε, το 1956. Ήταν πολύ δοσμένος στην ευχή. Είχε προχωρήσει, είχε προκόψει πάρα πολύ. Προσευχόταν πολλή ώρα και μέρα και νύχτα. Και αν δεν είχε χρόνο, θα τον δημιουργούσε· τόσο πολύ αγαπούσε την προσευχή. Μάλιστα έβαζε κάπου το ξυπνητήρι, για να χτυπήσει μετά από έξι ώρες. Και αυτός είχε την ευλογία, τη χάρη αυτή από τον Θεό, να αφοσιώνεται στην ευχή έξι ώρες συνεχώς, και με τη χάρη του Θεού όχι απλώς έλεγε την ευχή, όπως κάνουμε εμείς σήμερα, αλλά βυθιζόταν μέσα στην καρδιά και μέσα εκεί στο βάθος της καρδιάς του έλεγε την ευχή. «Και έπειτα χτυπάει –λέει– το ξυπνητήρι και συνέρχομαι από την όλη αυτή αφοσίωση και κάνω τις δουλειές μου». Είχε ιδιαίτερη χάρη. Και ενώ ήταν σχεδόν εντελώς αγράμματος, ανεδείχθη σε μεγάλο άγιο και θεολόγο, προχωρημένο εμπειρικά στα πνευματικά θέματα.
![]()
Γράφει ο Γέρων Ιωσήφ ο ησυχαστής: «Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριάντα εξ και επέκεινα χρόνια. Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ’ ευθείας τους ερημίτας οπού εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί –πριν σαράντα χρόνια– οπού είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμεν οδηγούς».
Ναι, αυτό έχει μεγάλη σημασία. Όποιος έχει τέτοια διάθεση, θα οδηγήσει τα βήματά του ο Θεός να βρει αγίους ανθρώπους, να δει στην πράξη ποιον να κάνει γέροντά του, να τον κάνει, και από εκεί και πέρα υπακοή. Εάν ο Θεός τόσο ευλόγησε τον Γέροντα Ιωσήφ και τόσο εκείνος προχώρησε στην πνευματική ζωή, είναι διότι ζήτησε το τέλειο. Ζήτησε την καρδιά της πνευματικής ζωής και πήγε κατευθείαν στους ερημίτες στο Άγιον Όρος.
Από τα βιβλία: π. Συμεών Κραγιοπούλου (†), “Πνευματικά Μηνύματα 2021”, σελ. 249 και “Πνευματικά Μηνύματα 2025”, σελ. 247.

