Μαρτυρία και διδαχή

Δεββώρα και Βαράκ

Ογδόντα χρόνια ειρήνης ακολούθησαν μετά την απαλλαγή των Ισραηλιτών από την τυραννία των Μωαβιτών. Ο Θεός τους ελευθέρωσε αναδεικνύοντας σωτήρα τον Αώδ, ο οποίος στη συνέχεια υπήρξε κριτής του Ισραήλ μέχρι τον θάνατό του (Κριτ. 3:12-30).

Όσο ζούσε ο Αώδ, η παρουσία του και η άγρυπνη φροντίδα του συγκρατούσε τους Ισραηλίτες στην πίστι και την ευσέβεια. Μετά τον θάνατό του όμως γρήγορα αποπλανήθηκαν και κατρακύλησαν στην ειδωλολατρία με όλα τα επακόλουθά της. Δεν έκαναν καλή χρήσι της ελευθερίας που τους είχε χαρίσει ο Θεός· και γι’ αυτό ο Θεός τους την αφήρεσε και επέτρεψε να υποδουλωθούν σ’ έναν άλλο σκληρό κατακτητή. Αυτός ήταν ο Ιαβίν, ένας βασιλιάς της Χαναάν, που είχε την έδρα του στην πόλι Ασώρ, η οποία βρισκόταν στα βόρεια της λίμνης Γεννησαρέτ. Ο Ιαβίν διέθετε ισχυρότατο στρατό και ενιακόσια άρματα, δύναμι τεράστια για την εποχή του, που τα διοικούσε ο στρατηγός του ο Σισάρα. Η καταπίεσις των Ισραηλιτών από τους Χαναναίους διήρκεσε είκοσι χρόνια. Τόσα χρειάσθηκαν, για να συνέλθη και να μετανοήση ο Ισραήλ.

Ο Θεός όμως και στα δύσκολα εκείνα χρόνια δεν άφησε τον λαό του χωρίς στήριγμα και παρηγορία. Γιατί σκοπός του δεν ήταν να συντρίψη, αλλά να παιδαγωγήση τον Ισραήλ. Ανέδειξε λοιπόν τώρα κριτή του Ισραήλ μια γυναίκα, τη Δεββώρα, που την εφωδίασε με προφητικό χάρισμα, με την ικανότητα δηλαδή να φανερώνη και να διδάσκη το θέλημα του Θεού. Η Δεββώρα άρχισε το έργο της ειρηνικά, κι αφού έτσι επεβλήθη στον λαό, τον ωδήγησε έπειτα στη νίκη και την απελευθέρωσι. Το κήρυγμά της θα ήταν ασφαλώς κήρυγμα μετανοίας και παρηγορίας συγχρόνως. Η φήμη της απλώθηκε γρήγορα, και οι Ισραηλίται έτρεχαν στη θεοφώτιστη αυτή γυναίκα, για να λύση τις διαφορές τους. Κι εκείνη εκτελούσε το έργο αυτό καθισμένη κάτω από ένα φοίνικα, όπως συνηθιζόταν στους λαούς της Ανατολής. Με την ανάδειξι της Δεββώρας στο προφητικό αξίωμα, όπως παλιότερα της αδελφής του Μωϋσή Μαριάμ, ο Θεός έδειχνε ότι δεν κάνει διάκρισι μεταξύ ανδρός και γυναικός, αλλά τιμά και εξυψώνει τη γυναίκα εξ ίσου με τον άνδρα.

Με την προφητική δράσι της η Δεββώρα προετοίμασε ψυχικά τον ισραηλιτικό λαό για την απελευθέρωσί του. Κι όταν ήρθε ο κατάλληλος καιρός, όταν δηλαδή οι Ισραηλίται συναισθάνθηκαν την αμαρτία και την ενοχή τους, η Δεββώρα πήρε την απόφασί της για την απελευθέρωσι του Ισραήλ. Και τι έκανε; Δεν έκρινε σωστό να συγκεντρώση αυτή στρατό και να τεθή επί κεφαλής του και να πολεμήση, αλλά φωτισμένη από τον Θεό διάλεξε ως στρατηγό τον Βαράκ από τη φυλή του Νεφθαλείμ. Αυτόν λοιπόν εκάλεσε η Δεββώρα και του παρήγγειλε εκ μέρους του Θεού: «Θα μαζέψης δέκα χιλιάδες στρατό από τις φυλές Νεφθαλείμ και Ζαβουλών και θα πας με τον στρατό αυτόν στο όρος Θαβώρ. Εκεί, στην πεδιάδα που απλώνεται κάτω από το όρος και στην οποία χύνει τα νερά του ο ποταμός Κισών, θα έλθη και ο Σισάρα με τα άρματά του και τον πολυάριθμο στρατό του, και θα σου τον παραδώσω νικημένο και ντροπιασμένο» (Κριτ. δ’ 6-7).

Ο Βαράκ δεν έφερε αντίρρησι. Έθεσε όμως έναν όρο: «Θα πάω», της είπε, «αν έλθης και συ μαζί μου. Αν όμως δεν με συνοδεύσης, δεν πηγαίνω. Γιατί εγώ δεν γνωρίζω πότε θα στείλη ο Κύριος τον άγγελό του, για να με ενισχύση, ώστε να επιτύχη η επιχείρησίς μου. Αυτό θα μου το φανερώσης εσύ που είσαι προφήτισσα» (Κριτ. δ’ 8). Και η Δεββώρα δέχθηκε τον όρο του Βαράκ. «Θα έλθω μαζί σου», του είπε· «μάθε όμως ότι η νίκη δεν θα είναι δική σου, αλλά με το χέρι μιας γυναίκας θα σου παραδώση ο Κύριος τον Σισάρα» (Κριτ. δ’ 9).

Ο Βαράκ λοιπόν δεν ήθελε να στηριχθή στις δικές του δυνάμεις, γιατί έβλεπε ότι με τα ανθρώπινα μέτρα ήταν απίθανο να νικήση τον Σισάρα. Γι’ αυτό σαν πιστός άνθρωπος μόνο στη βοήθεια του Θεού στηριζόταν και αυτήν επιζητούσε. Και γι’ αυτό δεν το θεώρησε υποτιμητικό να έχη σύμβουλο μια γυναίκα· μια γυναίκα όμως θεοφώτιστη, που θα του φανέρωνε εκ μέρους του Θεού πότε θα ήταν η κατάλληλη στιγμή, για να επιτεθή και να νικήση. Και τα γεγονότα εδικαίωσαν και επιβράβευσαν την πίστι του κι έκαναν για άλλη μια φορά πραγματικότητα τον λόγο του Δαβίδ: «Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα» (Ψαλμ. ιθ’ 8).

Ο Βαράκ λοιπόν, στηριζόμενος στη βοήθεια του Θεού και έχοντας μαζί του ενισχυτή τη Δεββώρα, εκήρυξε επιστράτευσι στις φυλές Νεφθαλείμ και Ζαβουλών και συγκέντρωσε δέκα χιλιάδες στρατό στο όρος Θαβώρ. Αλλά και ο Σισάρα, όταν έμαθε τις ενέργειες του Βαράκ, συγκέντρωσε τα άρματα και τον στρατό του στον χείμαρρο Κισών, θέλοντας να περικυκλώση το Θαβώρ και να αποκλείση εκεί τον στρατό του Βαράκ και να τον πιάση ολόκληρο σαν σε παγίδα. Τότε ακριβώς ακούσθηκε η φωνή της Δεββώρας προς τον Βαράκ: «Σήκω και κατέβα από το όρος, γιατί αυτή είναι η μέρα, κατά την οποία ο Κύριος θα παραδώση στα χέρια σου τον Σισάρα· κατέβα με την πεποίθησι ότι μπροστά σου θα πηγαίνη ο Θεός και θα σε καθοδηγή» (Κριτ. δ’ 14). Και ο Βαράκ υπήκουσε στη φωνή της Δεββώρας, γιατί ήξερε ότι ήταν φωνή του Θεού.

Η ξαφνική επίθεσις των Ισραηλιτών έσπειρε τον πανικό και τη σύγχυσι στον στρατό του Σισάρα. Μπορούμε να φαντασθούμε τι συνέβη. Στην προσπάθειά τους να φύγουν τα άρματα έπεφταν το ένα επάνω στο άλλο κι έφραζαν τον δρόμο της φυγής. Οι Ισραηλίται πιο ευκίνητοι τους χτυπούσαν και τους εξωλόθρευαν. Η καταστροφή ήταν τρομερή. Όλοι οι στρατιώται του Σισάρα κατεσφάγησαν. Ο ίδιος, για να μπορή να τρέχη γρηγορώτερα, κατέβηκε από το άρμα του και τρέχοντας κατέφυγε στη σκηνή μιας Ισραηλίτισσας, της Ιαήλ, της οποίας η οικογένεια βρισκόταν σε φιλικές σχέσεις με τον βασιλιά Ιαβίν. Η Ιαήλ τον καλοδέχτηκε και τον φιλοξένησε, ίσως από ανάγκη και φόβο· όταν όμως εκείνος κοιμήθηκε, πήρε στα χέρια της έναν πάσσαλο της σκηνής και μ’ ένα σφυρί τον κάρφωσε στο κεφάλι του. Σε λίγο έφτασε και ο Βαράκ καταδιώκοντας τον Σισάρα και τον βρήκε νεκρό από το χέρι της Ιαήλ. Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία της Δεββώρας ότι με το χέρι μιας γυναίκας θα παραδοθή ο Σισάρα στον Βαράκ.

Παίρνοντας θάρρος από τη μεγάλη αυτή επιτυχία οι Ισραηλίται συνέχισαν τους αγώνες τους εναντίον του Ιαβίν, μέχρις ότου εξεμηδένισαν και εξωλόθρευσαν τελείως τη δύναμί του και απαλλάχθηκαν από την τυραννία του και έζησαν ήσυχοι για σαράντα χρόνια. Για τη νίκη εναντίον του Σισάρα η Δεββώρα συνέθεσε και έψαλε μαζί με τον Βαράκ έναν υπέροχο θριαμβευτικό ύμνο, με τον οποίο ευχαρίστησε και δοξολόγησε τον Θεό (Κριτ. ε’ 1-31).

 

Από το βιβλίο: Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Παπαγιάννη, ΙΕΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 381 (αποσπάσματα).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεββώρα και Βαράκ

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.