Να ευχαριστήσουμε, αγαπητοί μου, το Θεό που μας ελέησε να γεννηθούμε μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, το περιβόλι αυτό που είναι γεμάτο λουλούδια πνευματικά. Ένα τέτοιο λουλούδι, που μόνο μέσα στη γλάστρα της Ορθοδοξίας φυτρώνει, είναι η προηγιασμένη λειτουργία. Γι’ αυτήν θα μιλήσουμε.
![]()
Η λειτουργία αυτή διαφέρει από τις λειτουργίες του αγίου Ιακώβου, του μεγάλου Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου. Σε τι διαφέρει;
- Την πρώτη διαφορά τη λέει το όνομά της· ονομάζεται προηγιασμένη. Γιατί ονομάστηκε έτσι; Στις άλλες λειτουργίες, που είπαμε, επάνω στην αγία τράπεζα είναι τα τίμια δώρα, ο άρτος και ο οίνος, και την ιερή εκείνη στιγμή που ο ιερεύς λέει «Τα σα εκ των σων…» έρχεται το Πνεύμα το άγιο και κάνει το ψωμί σώμα και το κρασί αίμα του Χριστού μας. Είναι το πιο μεγάλο θαύμα. Στην προηγιασμένη όμως δεν συμβαίνει αυτό· τα δώρα έχουν αγιασθεί πρωτύτερα, σε άλλη λειτουργία που έχει κάνει προηγουμένως ο ιερεύς. Φυλάσσονται στο άγιο αρτοφόριο και εξάγονται τώρα· είναι ήδη αγιασμένα, είναι σώμα και αίμα Χριστού.
Γιατί το έκανε αυτό η Εκκλησία; Για τον εξής λόγο. Ο 52ος (ΝΒ’) κανόνας της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου λέει, ότι τη μεγάλη Τεσσαρακοστή απαγορεύεται να γίνεται λειτουργία Βασιλείου και Χρυσοστόμου· επιτρέπεται μόνο Σάββατο και Κυριακή, καθώς και στην εορτή του Ευαγγελισμού. Γιατί; Διότι η λειτουργία Βασιλείου και Χρυσοστόμου έχει αναστάσιμο χαρακτήρα, που δεν συμβιβάζεται με το πένθιμο κλίμα της Μεγάλης Σαρακοστής.
– Και δεν φτάνουν οι λειτουργίες του Σαββάτου και της Κυριακής; θα ρωτήσετε.
Οι πρώτοι Χριστιανοί δεν ήταν σαν κι εμάς ψυχροί και αδιάφοροι. Ένιωθαν την ανάγκη να κοινωνούν όχι μόνο το Σάββατο και την Κυριακή, αλλά και εντός της εβδομάδος· και Τετάρτη που είναι η ημέρα της προδοσίας, και Παρασκευή, που είναι η ημέρα της σταυρώσεως του Χριστού. Κι όπως η μάνα και πριν μιλήσει το παιδί της καταλαβαίνει τι θέλει, έτσι και η Ορθόδοξος Εκκλησία, η γλυκειά μας μάνα, ακούει τα παιδιά της τι θέλουν. Και όπως καμμιά μάνα δεν υπάρχει που το παιδί της θα ζητήσει ψωμί και θα του δώσει πέτρα (πρβ. Ματθ. 7:9, Λουκ. 11:11), έτσι και η Εκκλησία μας· εφ’ όσον τα παιδιά της ζητούσαν πνευματικό ψωμί, «τον ουράνιον άρτον» (θ. Λειτ.), εκτός Σαββάτου και Κυριακής που γίνεται λειτουργία Χρυσοστόμου και Βασιλείου, όρισε τις Τετάρτες και Παρασκευές της μεγάλης Τεσσαρακοστής, ή αν συμπέσει κι άλλη εορτή, να τελείται η προηγιασμένη, για να κοινωνούν συχνότερα οι Χριστιανοί.
![]()
- Διαφέρει η προηγιασμένη και στην ακολουθία της. Έχει μερικά κατανυκτικά λόγια.
α’) Πρώτα-πρώτα έχει περισσότερα αναγνώσματα· έχει ψαλμούς και άλλα εκλεκτά κομμάτια της Παλαιάς Διαθήκης από τη Γένεση και τις Παροιμίες. Κοντά σ’ αυτά υπολογίστε και τα αναγνώσματα από τους μεγάλους προφήτες και μάλιστα τον Ησαΐα, το λεγόμενο «πέμπτο ευαγγελιστή», που ακούμε στις ώρες. Συνιστώ σε όλους όσοι ξέρετε γράμματα, τις ημέρες αυτές να διαβάζετε τον προφήτη Ησαΐα, έστω και αν δεν καταλαβαίνετε όλες τις προφητείες, που είναι «βαθειά νερά»· ορισμένα σημεία ούτε οι μεγαλύτεροι θεολόγοι μπορούν να τα καταλάβουν. Υπάρχουν όμως και κομμάτια, που μπορεί και ο απλός Χριστιανός να τα καταλάβει και να τα χαρεί.
β’) Διαφέρει ακόμη η λειτουργία αυτή στο κατανυκτικό σημείο που ο ιερεύς από την ωραία πύλη κρατάει λαμπάδα αναμμένη και θυμιατό, και μέσ’ στο σκοτάδι του ναού λέει «Φως Χριστού φαίνει πάσι». Τι νόημα έχουν τα λόγια αυτά; Ότι ο Χριστός είναι το φως. Αυτός έκανε το υλικό φως. Και μπορεί σε μια στιγμή, με όση ευκολία ο καντηλανάφτης φυσάει και σβήνει ένα κερί, έτσι ο Χριστός μπορεί να σβήσει τον ήλιο. Εκτός όμως από το υλικό φως, ο Χριστός είναι ο δημιουργός του φωτός και υπό πνευματική έννοια. Αυτός είναι «το φως του κόσμου» (Ιω. 8:12). Μέσα στο πηχτό σκοτάδι της φοβερής ειδωλολατρίας, που οι άνθρωποι έφτασαν σε σημείο να λατρεύουν και τα πλέον ευτελή αντικείμενα (ζώα και πέτρες) και καίγανε τα παιδιά τους πάνω στους βωμούς σαν λιβάνι, και που ακόμα και στην Αθήνα όπου οι αρχαίοι πρόγονοί μας κτίσανε τον Παρθενώνα, παρ’ όλη τη σοφία και επιστήμη, ο αληθινός Θεός ήταν άγνωστος κι έπρεπε να ‘ρθει ο απόστολος Παύλος για να κηρύξει τον «άγνωστο Θεό», μέσα στη φοβερή αυτή νύχτα που κανένα αστέρι δεν έφεγγε στον ουρανό, ήρθε το φως του Χριστού. «Φως ιλαρόν», γλυκύ, αθάνατο, και έλαμψε στις καρδιές των ανθρώπων. Και πράγματι έως σήμερα ένα φως, ένας φάρος λάμπει· ο Χριστός μας. Ας περνάνε οι αιώνες, ας αυξάνεται η γνώση, ας χτίζονται σχολειά και πανεπιστήμια· γύρω απλώνονται σκοτάδια, σκοτάδια μέσ’ στα κεφάλια των μεγάλων, των σοφών και φιλοσόφων του κόσμου. Δεν το λέμε εμείς· το φωνάζουν όλοι, ότι ο Χριστός είναι το φως του κόσμου. Φως με τη διδασκαλία του, με τα θαύματά του, με την αρετή του, με τα σεπτά πάθη του, με την ανάστασή του. Ο Χριστός όχι μόνο ο ίδιος είναι φως, αλλά έχει τη δύναμη και τα παιδιά του σκότους, της αμαρτίας και της ασεβείας, να τα κάνει «υιούς φωτός και υιούς ημέρας» (Α’ Θεσ. 5:5). «Ως τέκνα φωτός περιπατείτε» (Εφ. 5:8). Γι’ αυτό ο ιερεύς λέει «Φως Χριστού φαίνει πάσι».
γ’) Ένα άλλο τρίτο σημείο, στο οποίο διαφέρει η λειτουργία αυτή, είναι όταν, μετά το «Φως Χριστού φαίνει πάσι», ο ιερεύς ψάλλει «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου, έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή» (Ψαλμ. 140:2). Τα λόγια αυτά, αδελφοί μου, σημαίνουν, ότι στο ναό ερχόμαστε για να προσευχηθούμε. Τι είναι η Εκκλησία; Ξοδεύουν χρήματα και κάνουν πυραύλους και βάσεις εκτοξεύσεως, για να στείλουν τους πυραύλους στο διάστημα. Όσο ψηλά όμως και να φτάσουν οι πύραυλοί τους, δεν φτάνουν το Θεό. Αληθινή βάση πυραύλων γίνεται η αγία μας Εκκλησία όταν ψάλλει «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου…». Έλα, άνθρωπε. Και όπως οι πύραυλοι έχουν στο κάτω μέρος την καύσιμη ύλη ως δύναμη προωθήσεως, έτσι κι εσύ έλα στην εκκλησία, που είναι μια βάση πνευματικών πυραύλων. Βάλε κάτω ως βάση την ταπείνωση. Κάνε την ταπεινή καρδιά σου βάση, και εκτόξευσε στον ουρανό την προσευχή σου. Και τότε η προσευχή θα φύγει, θα περάσει τα άστρα και τον ήλιο, και θα φτάσει επάνω στον «τρίτο ουρανό» (βλ. Β’ Κορ. 12:2), στο θρόνο του Θεού. Οι άπιστοι δεν πιστεύουν· εμείς όμως πιστεύουμε, ότι η προσευχή φτάνει εκεί.
Αλλά υπάρχει ένας κίνδυνος· όπως μερικοί πύραυλοι καταστρέφονται και πέφτουν, έτσι υπάρχουν και προσευχές που δεν φτάνουν στο Θεό. Και δεν φτάνουν, γιατί υπάρχει κάποιο εμπόδιο. Ποιο είναι το εμπόδιο; Είναι τα αμαρτήματά μας, τα πάθη μας, οι κακίες μας. Προπαντός αυτό που καταστρέφει την προσευχή και δεν την αφήνει ως θυμίαμα εύοσμο να φτάσει στα ουράνια, είναι η υπερηφάνεια. Το βλέπουμε αυτό στην παραβολή του τελώνου και του φαρισαίου. Ο φαρισαίος μπήκε στο ναό, στάθηκε όρθιος σαν κυπαρίσσι, και άρχισε να καυχιέται για τις αρετές του. Προσευχήθηκε· η προσευχή του όμως γύρισε πίσω, και βαρειά σαν το μολύβι έπεσε κάτω. Ο τελώνης στάθηκε σε μια γωνιά, κρύφτηκε πίσω από μια κολώνα, και χτυπούσε τα στήθη του. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα, η καρδιά του έκαιγε από αγάπη προς το Θεό, και έλεγε· «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18:13). Και αυτή η προσευχή του έγινε ένας πνευματικός πύραυλος που έφτασε πάνω στα ουράνια. Ο Θεός άκουσε την προσευχή του ταπεινού τελώνη, μα δεν άκουσε την προσευχή του υπερήφανου φαρισαίου.
Ας μας βοηθήσει ο Θεός, αδελφοί μου, κάθε φορά που ερχόμαστε στην εκκλησία, να λησμονούμε κάθε εγκόσμιο και κάθε ματαιότητα. Αρκετή είναι όλη η εβδομάδα να σκεπτόμαστε τα εγκόσμια. Ας ερχόμαστε στην εκκλησία και ας κάνουμε την καρδιά μας βάση πνευματική. Οι άλλοι ας στέλνουν πυραύλους· εμείς ας στέλνουμε προσευχές, να φτάνουν επάνω στα ουράνια. Δεν είναι μύθος, δεν είναι παραμύθι, είναι μια πραγματικότητα η αγία μας θρησκεία. Μόνο όποιος πιστεύει, όποιος αγαπά το Θεό, όποιος έκανε την προσευχή του πραγματικά ένα θυμιατήρι, αυτός καταλαβαίνει τι σημαίνουν τα λόγια «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου, έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή».
Θα σταματήσουμε όμως τώρα εδώ. Και αν θέλει ο Θεός θα συνεχίσουμε την άλλη φορά.
(Συνεχίζεται)
Από το φυλλάδιο ΚΥΡΙΑΚΗ, αριθμός 1044, 17 Απριλίου 2019, Φλώρινα.
Α’ μέρος απομαγνητοφωνημένης ομιλίας, που έγινε στον Ι. Ναό Αγίου Ιωάννου Ν. Μαδύτου Αθηνών την 31-3-1961.

