Δεν ακούει ο Θεός εκείνες τις προσευχές που δεν Του είναι ευάρεστες. Δεν δέχεται τις παρακλήσεις που στρέφονται κατά των ανθρώπων. Όταν, παραδείγματος χάριν, του ζητούμε να τιμωρήσει τους δικούς μας εχθρούς. Πολλές φορές ασυνείδητα ζητούμε στις προσευχές μας κάτι βλαβερό για τον πλησίον· τέτοιες ευχές ο Θεός δεν εισακούει. Και όταν ο θείος απόστολος Παύλος προσευχόταν να απαλλαχθεί από τις διώξεις και προσβολές του χαλκευτή Αλέξανδρου, δεν τον άκουσε ο Θεός. Αρνήθηκε την παράκλησή του αυτή. «Αρκεί σοι η χάρις μου· η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται», του είπε ο Κύριος (Β’ Κορ. 12:9)
Όταν δεν έχουμε δύναμη, τότε είμαστε δυνατοί και έχουμε παρρησία στον Κύριο. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ, μόνο πνευματικά αγαθά να ζητούμε από τον Θεό, και όχι αυτά που στην αφροσύνη μας εμείς τα θεωρούμε καλά. Ο Θεός καλύτερα από μας γνωρίζει τι χρειαζόμαστε και τι μας είναι ωφέλιμο. Μας δίνει πάντα αυτά που μας χρειάζονται. Υπάρχουν περιπτώσεις, και το είδαμε σήμερα, όταν τιμωρούνται όχι ένας ή περισσότεροι άνθρωποι, αλλά ολόκληρος ο λαός.
Προσευχόμαστε κάθε μέρα και με ζήλο παρακαλούμε τον Κύριο να σταματήσουν οι βροχές που καταστρέφουν τους αγρούς μας. Και όμως δεν σταματούν. Τι σημαίνει αυτό; Δεν ακούει τις παρακλήσεις μας ο Θεός και δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να τον ικετεύουμε; Όχι. Πρέπει να ξέρουμε ότι όταν ο Θεός στέλνει συμφορά που πλήττει ολόκληρο τον λαό, τότε όλος ο λαός πρέπει να Τον ικετεύει για σωτηρία. Πρέπει όλοι να κάνουν αυτό που έκαναν κάποτε οι κάτοικοι της Νινευή, όταν έμαθαν από τον προφήτη ότι αποφάσισε ο Θεός να καταστρέψει την πόλη. Τι έκαναν τότε λοιπόν; Όλος ο λαός τρεις μέρες και τρεις νύχτες προσευχόταν ολόψυχα. Και επειδή προσεύχονταν όλοι, ο Θεός τους λυπήθηκε. Και τώρα που μας απειλούν οι βροχές, είναι πολλοί αυτοί που προσεύχονται και ικετεύουν τον Κύριο;
Είστε πολύ λίγοι εδώ. Και αν υπολογίσουμε πόσους κατοίκους έχει η πόλη και η περιοχή που υποφέρει από τις νεροποντές, θα καταλάβουμε ότι λίγοι προσεύχονται, στην πλειοψηφία του ο λαός δεν προσεύχεται.
* * *
Όταν ήθελε ο Κύριος να τιμωρήσει τον Ισραήλ, με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία, επειδή άφησαν τον Γιαχβέ και άρχισαν να λατρεύουν τον Βάαλ, τότε είπε με το στόμα του μεγάλου προφήτη, του Ιερεμία: «Περιδράμετε εν ταις οδοίς Ιερουσαλήμ και ίδετε και γνώτε και ζητήσατε εν ταις πλατείαις αυτής, εάν εύρητε άνδρα, ει ποιών κρίμα και ζητών πίστιν και ίλεως έσομαι αυτοίς… Εμαστίγωσας αυτούς και ουκ επόνεσαν· συνετέλεσας αυτούς, και ουκ ηθέλησαν δέξασθαι παιδείαν· εστερέωσαν τα πρόσωπα αυτών υπέρ πέτραν και ουκ ηθέλησαν επιστραφήναι… Οι υιοί σου εγκατέλειπόν με και ώμνυον εν τοις ουκ ούσι θεοίς· και εχόρτασα αυτούς και εμοιχώντο… Μη επί τούτοις ουκ επισκέψομαι; λέγει κύριος· ή εν έθνει τοιούτω ουκ εκδικήσει η ψυχή μου;» (Ιερ. 5:1-9).
Βλέπετε λοιπόν πού βρίσκεται η απάντηση; Βλέπετε γιατί δεν σταματούν οι βροχές παρ’ όλο που εμείς προσευχόμαστε; Και όμως δεν πρέπει να πέφτουμε στην απόγνωση. Γνωρίζουμε εκείνη την ιστορία, όταν αποφάσισε ο Θεός να καταστρέψει τα Σόδομα και τα Γόμορρα και το έμαθε ο προπάτορας Αβραάμ. Τότε άρχισε να παρακαλεί τον Κύριο να τους ελεήσει. Έλεγε το εξής στον Θεό: «Ουκ ανήσεις πάντα τον τόπον ένεκεν των πεντήκοντα δικαίων, εάν ώσιν εν αυτή;» (Γεν. 18:24). Και ο Κύριος είπε ότι θα δείξει το έλεος για χάρη αυτών των πενήντα. Ο Αβραάμ συνέχισε να τον ικετεύει: «Και αν βρεις σαράντα, είκοσι, δέκα δικαίους δεν θα ελεήσεις την πόλη χάρη αυτών;» Και ο Θεός ήταν πρόθυμος να ελεήσει τις πόλεις ακόμη και χάρη των δέκα δικαίων. Αλλά δεν βρέθηκαν ούτε αυτοί.
* * *
Μήπως εμείς, το μικρό ποίμνιο του Χριστού, πρέπει να είμαστε εκείνοι οι δίκαιοι, που για χάρη τους ο Θεός συγχωρεί τον λαό; Ας προσευχόμαστε, για να ακούσει ο Κύριος αυτούς που δεν προσεύχονται σ’ Αυτόν. Να προσευχόμαστε πάντα, ακούραστα, ακόμα και αν αργεί ο Θεός να μας εισακούσει.
Ακόμα και άγιοι, πολλές φορές προσεύχονταν μήνες ολόκληρους, πριν γίνει δεκτή η ευχή τους από τον Θεό. Ιδίως όταν αυτό που ζητούσαν αφορούσε τον κόσμο που ζούσε μέσα στην αμαρτία.
Πρέπει να προσευχόμαστε πάντα και να παρακαλούμε ακούραστα, έχοντας στο νου μας τα λόγια αυτά του Κυρίου: «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν· πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ. 7:7-8).
Λοιπόν, να προσευχόμαστε αδιάκοπα και να χτυπάμε ακούραστα την θύρα της θείας ευσπλαχνίας. Να τον ικετεύουμε, όχι μόνο για μας, αλλά και γι’ αυτούς που δεν προσεύχονται σ’ Αυτόν. Θα ακουστούν οι ευχές μας και θα μας αποδώσει ο Κύριος κατά το μέγα Του έλεος.
Από το βιβλίο: Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες, τόμος Γ’. Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2003.

