Κάποιος άγιος και διορατικός επίσκοπος, όταν κατά τη θεία μυσταγωγία μετέδιδε στον λαό την αγία κοινωνία, έβλεπε ότι, από αυτούς που έρχονταν να μεταλάβουν, άλλοι είχαν το πρόσωπο μαύρο, σαν να ήταν αλειμμένο με καπνιά, και άλλοι κατακόκκινο σαν φωτιά, […]
Πρώτα ο νους αισθάνεται θαυμασμό καθώς εννοεί την απόλυτη απειρία του Θεού κι εκείνο το απέραντο και πολυπόθητο πέλαγος της Θεότητας. Έπειτα κυριεύεται από έκπληξη καθώς σκέφτεται πώς ο Θεός δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν. Αλλά όπως η μεγαλοσύνη Του δεν έχει όριο (Ψαλμ. 144:3), έτσι και δεν μπορεί κανείς να εξιχνιάσει τη σοφία Του (Ησ. 40:28). Πώς να μην θαυμάζει ο νους, όταν συλλογίζεται το απέραντο πέλαγος της αγαθότητας του Θεού, που είναι πέρα από κάθε έκπληξη; Ή πώς να μην σαστίσει, όταν σκέφτεται πώς και από πού έγινε η λογική και νοερή ουσία, και τα τέσσερα... Διαβάστε τη συνέχεια

