Κάποιος Κωνσταντίνος, άνθρωπος εξαιρετικά ευλαβής, κατοικούσε κοντά στην πόλη Αγκόνα και υπηρετούσε στον ναό του πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Κάποτε που του τελείωσε το λάδι και δεν είχε τι να βάλει στις καντήλες, τις γέμισε με νερό, έβαλε ως συνήθως σε καθεμιά […]
Πρώτα ο νους αισθάνεται θαυμασμό καθώς εννοεί την απόλυτη απειρία του Θεού κι εκείνο το απέραντο και πολυπόθητο πέλαγος της Θεότητας. Έπειτα κυριεύεται από έκπληξη καθώς σκέφτεται πώς ο Θεός δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν. Αλλά όπως η μεγαλοσύνη Του δεν έχει όριο (Ψαλμ. 144:3), έτσι και δεν μπορεί κανείς να εξιχνιάσει τη σοφία Του (Ησ. 40:28). Πώς να μην θαυμάζει ο νους, όταν συλλογίζεται το απέραντο πέλαγος της αγαθότητας του Θεού, που είναι πέρα από κάθε έκπληξη; Ή πώς να μην σαστίσει, όταν σκέφτεται πώς και από πού έγινε η λογική και νοερή ουσία, και τα τέσσερα... Διαβάστε τη συνέχεια

