Γέροντες

Πατήρ Βασίλειος ο θαυματουργός (Δ’)

Τα πολλά θαύματα που ενεργούσε ο Θεός μέσω του παπα-Βασίλη έγιναν γνωστά σε όλη την Καππαδοκία και έτρεχαν πολλοί κοντά του να θεραπευθούν. Αυτό όμως έγινε αιτία να τον φθονήσουν μερικοί, γιατί νόμιζαν ότι πλούτησε, ενώ αυτός δεν έπαιρνε χρήματα. Πήγαν λοιπόν και τον διέβαλαν στον Μητροπολίτη Καισαρείας κατηγορώντας τον ότι είναι μεγάλος φακίρης και κάνει μάγια στους αρρώστους. Ο Μητροπολίτης δεν εξέτασε ακριβώς αν ευσταθούν αυτές οι συκοφαντίες, τις πίστεψε και τιμώρησε με αργία τον παπα-Βασίλη. Έπαυσε πλέον να λειτουργή και να διαβάζη ευχές σε αρρώστους. Η Εκκλησία του χωριού τους, ο ναός του αγίου Γεωργίου, τις Κυριακές και εορτές έμενε αλειτούργητη. Η αργία κράτησε τρεις μήνες και λύθηκε ως εξής:

Την εποχή εκείνη στο γειτονικό χωριό Ρουμκαβάκ, σε απόσταση 5,5 χιλιομέτρων από το Τασλίκ, είχε κτιστή καινούργιος ναός και ήρθε ο Δεσπότης για να κάνη τα εγκαίνια. Με την ευκαιρία έκανε και περιοδεία στα χωριά της Επαρχίας του. Ενώ βρισκόταν στο Ρουμκαβάκ πήγε επιτροπή από το Τασλίκ με τον πρόεδρο Αβραάμ Κιαγιά και άλλα μέλη, να παρακαλέσουν τον Δεσπότη να λύση την αργία του παπα-Βασίλη. Ο Δεσπότης δέχθηκε να έρθη στο Τασλίκ και να εξετάση επί τόπου την υπόθεση. Έφθασε με τον διάκο του πάνω στα άλογα, ως συνήθως, και κατέλυσε στο σπίτι του Χατζή-Ονυμφίου που ήταν ο πλουσιώτερος άνθρωπος του χωριού και επίτροπος της Εκκλησίας. Τον Δεσπότη υποδέχθηκε όλο το χωριό, του φίλησαν το χέρι, αλλά έδειχναν το παράπονό τους που τιμώρησε τον ιερέα τους. Από την υποδοχή έλειπε ο πατήρ ο οποίος ως τιμωρημένος απέφευγε τις εμφανίσεις και παρέμενε στο σπίτι του.

Ενώ γίνονταν οι ανακρίσεις, ειδοποίησαν τον Δεσπότη ότι το άλογό του είναι ξαπλωμένο κάτω, βογγάει, τρέμει ολόκληρο και κινδυνεύει να ψοφήση. Προσπάθησαν να το περιποιηθούν, του έδωσαν να φάη, έφεραν πρακτικούς γιατρούς αλλά χειροτέρευε. Ο Δεσπότης ανήσυχος στέλνει τον διάκο να διαβάση ευχή, αλλά δεν συνήλθε το άλογο. Κατεβαίνει και ο ίδιος ο Δεσπότης, διαβάζει ευχή αλλά η κατάσταση του ζώου χειροτέρευε.

Οι κάτοικοι του Τασλίκ ήξεραν ότι τέτοιες αρρώστιες θεραπεύονταν εύκολα από τον παπα-Βασίλη και πρότειναν στον Δεσπότη μέσω του Προέδρου να τον καλέσουν, αλλά ο Δεσπότης δεν δέχθηκε. Ο Πρόεδρος του λέγει τότε: «Ακούστε, Δέσποτα. Από τότε που ήρθε εδώ ο άνθρωπος αυτός ούτε τα ζώα μας ψόφησαν ούτε άνθρωποι πέθαναν από αρρώστιες. Η ευχή του όλους τους κάνει καλά».

Ο Δεσπότης συγκατατέθηκε να τον καλέσουν, αλλά ο πατήρ δεν πήγε λέγοντας στον απεσταλμένο: «Μπροστά στον Δεσπότη ευλογάει ο παπάς;». Στέλνουν άλλον άνθρωπο αλλά πάλι αρνήθηκε. Ο Δεσπότης τον περίμενε πλέον με αγωνία, γιατί έβλεπε τον κίνδυνο που διέτρεχε το άλογό του. Τότε πήγε ο ίδιος ο πρόεδρος Αβραάμ Κιαγιά και τον παρακάλεσε να έρθη· να δη ο Δεσπότης με τα μάτια του ότι ο παπα-Βασίλης υπηρετεί τον Θεό και όχι τον διάβολο, και να ανοίξη την Εκκλησία που παραμένει κλειστή και ο κόσμος αλειτούργητος.

Ο πατήρ πείσθηκε πλέον, πήρε το πετραχήλι, το Ευχολόγιο του ερημίτου και ακολούθησε τον Πρόεδρο. Πήγαν κατευθείαν στον σταύλο, ενώ το πλήθος του κόσμου περίμενε με αγωνία και, χωρίς να χαιρετήση, φθάνει στο άρρωστο άλογο. Άρχισε να διαβάζη την ευχή. Ο Δεσπότης περίεργος πηγαίνει πίσω από τον παπα-Βασίλη να δη τι ευχή διαβάζει. Ο παπάς κατά την διάρκεια της αναγνώσεως της ευχής διακόπτει τρεις φορές και σταυρώνει το άλογο ακουμπώντας το ελαφρά με το πόδι του.

Στο τέλος το άλογο τινάχθηκε όρθιο και μετά άρχισε να τρώη. Ο παπάς είπε “περαστικά” και έφυγε για το σπίτι του. Ο Δεσπότης από την χαρά του ξέχασε να τον ευχαριστήση. Όταν συνήλθε έτρεξε πίσω του και τον παρακάλεσε να τον ακολουθήση· τον έπιασε από το χέρι και τον ωδήγησε στο σπίτι που εφιλοξενείτο, ενώ ο κόσμος περίμενε έξω. Στην συνέχεια βγαίνει στον εξώστη μαζί με τον παπά και απευθυνόμενος στο πλήθος των Χριστιανών λέγει: «Αδελφοί μου, την ευχή που διάβασε ο παπα-Βασίλης την διάβασα και εγώ, την διάβασε και ο διάκονος. Ο Θεός τις δικές μας προσευχές δεν τις άκουσε. Άκουσε όμως τις προσευχές του παπα-Βασίλη. Κάτι πρέπει να συμβαίνη και οι προσευχές του γίνονται δεκτές από τον Θεό. Αυτόν λοιπόν εγώ θα τον εξομολογήσω». Βγάζει τους άλλους έξω και, αφού έκανε διάφορες ερωτήσεις στον παπα-Βασίλη και τον εξωμολόγησε, βγαίνει και λέγει στον κόσμο που περίμενε: «Ακούστε, αγαπητοί μου. Τώρα ο παπα-Βασίλης δεν θα ζητήσει συγχώρεση από εμένα. Εγώ θα ζητήσω συγχώρεση απ’ αυτόν, γιατί πίστεψα στις συκοφαντίες και τον τιμώρησα με αργία. Το χάρισμα τού έχει δοθή από τον Θεό και κανείς δεν μπορεί να το πάρη πίσω».

Μετά του διάβασε ευχή και τον έλυσε από την αργία. Την επόμενη ημέρα άνοιξαν την Εκκλησία του χωριού και όλοι μαζί ετέλεσαν την θεία Λειτουργία.

Αυτά είναι λίγα από τα πολλά θαύματα που έκανε ο παπα-Βασίλης ο Καππαδόκης σε Χριστιανούς και Τούρκους.

Κατά τους υπολογισμούς από τις μαρτυρίες των συγγενών του και των συγχωριανών του που ζουν σήμερα, εκοιμήθη γύρω στο 1900 και ετάφη εκεί στο χωριό που εφημέρευε, στο Τασλίκ της Καππαδοκίας.

Αιωνία του η μνήμη. Την ευχή του να έχουμε και οι πρεσβείες του να βοηθήσουν να λειτουργηθή και πάλι ο ναός του αγίου Γεωργίου στο Τασλίκ, που τώρα είναι τζαμί. Αμήν.

 

Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Α’, Άγιον Όρος 2009, σελ. 33.

 

 

Πατήρ Βασίλειος ο θαυματουργός (Γ’)

 

 

 

 

 

 

 

Πατήρ Βασίλειος ο θαυματουργός (Δ’)

 

 

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.