Εγώ ποτέ δεν εδιανοήθην να γίνω ηγούμενος σ’ αυτό το Μοναστήρι, διότι εγώ εξεκίνησα απ’ τον κόσμο να ασκητέψω. Νόμιζα ότι θα πήγαινα σε κάτι καλύβες και σε κάτι άλλα πράγματα. Αλλά πώς συγχωρεί ο Πανάγαθος Θεός, η ανεξιχνίαστη βουλή του Θεού, οι βουλές του Θεού και τυγχάνω σήμερα να είμαι ηγούμενος! Χάριτι Θεού και οικτιρμοίς, διότι εγώ γνωρίζω τα δικά μου, τα ατομικά μου, και ο Πανάγαθος Θεός, όπως και ο καθένας μας.
Όταν λοιπόν ανέλαβα ηγούμενος, επέρασα πάρα πολλούς πειρασμούς και πάρα πολλές στεναχώριες διότι ή θελητά μου ή άθελά μου είχα μια αυθορμησία πάντοτες, ήμουν αυθόρμητος και νόμιζα ότι όλα θα τα φτιάξω και όλα θα τα κάνω. Και δεν ήξερα ότι αυτό μου έκανε κακό. Και κάποτε βέβαια απελπίσθηκα, διότι δεν ήξερα τι να κάνω.
![]()
Μ’ είχαν στείλει οι πατέρες να πάω στην Θεσσαλονίκη. Κι εκεί στην Θεσσαλονίκη που πήγα, είχα από τους πειρασμούς απελπιστεί. Και λέω τι να κάνω; Σκεφτόμουνα πολλά πράγματα. Όμως σε μια στιγμούλα έσβησα όλα τα φώτα στο διαμέρισμά μας και κάθισα σ’ ένα ντιβανάκι πολύ θλιμμένος και πολύ στενοχωρημένος κι έλεγα: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υπεραγία Δέσποινα Θεοτόκε, άγιε Παύλε, τι είναι αυτό το πράγμα; Παναγία μου, σε παρακαλώ βγάλε με απ’ αυτό το αδιέξοδο. Δεν μπορώ ν’ αντέξω άλλο. Διότι τι να κάνω; Αν εγώ φταίω, μ’ έναν εύσχημο τρόπο, όχι να φύγω από το Μοναστήρι, αλλά να υποχωρήσω κάπως, να πάω στο κελλάκι μου, κι όπως ήμουνα πάντοτες, να βοηθάω και να κάνω». Και εν τη απογνώσει οπού είχα, ακούω μια γλυκειά φωνή η οποία μου λέει: «Γέροντα, μη στενοχωριέσαι κατ’ αυτόν τον τρόπο. Διότι να ξέρεις, εσυγχώρεσε ο Θεός, για να μάθεις να κάνεις υπομονή και να μάθεις να γυμνασθείς λιγάκι. Και όταν θα περάσουν οι πειρασμοί, θα το καταλάβεις».
Και πραγματικώς, μόλις άκουσα αυτή την γλυκειά της φωνούλα, αμέσως έφυγε ένα σκότος από πάνω μου και απ’ την ψυχή μου και την καρδιά μου και ηρέμησα και αισθάνθηκα, βέβαια, αυτό το ελάττωμα που είχα: το ότι είχα αυτή την ανυπομονησία, ήθελα δηλαδή παντού, στα πάντα, να είμαι γρήγορος. Όμως αυτό μου έκανε κακό. Και η κυρά μας η Παναγία με δίδαξε. Και πάλι με δίδαξε και μ’ έκανε έτσι να ‘μαι, να ‘χω υπομονή κλπ.
![]()
Γι’ αυτό έχω στηρίξει πάντοτες όλη μου την αγάπη, μ’ όλες μου τις ασθενείς δυνάμεις, στην κυρά μας την Παναγία, η οποία βλέπω και εν τη πράξει οπού ζω μέσα σ’ αυτό το ιερό κοινόβιο το ότι, όταν μου συμβαίνει κάτι και άμα την παρακαλέσω και κάνω κανένα κομποσχοινάκι, ό,τι μπορώ κάνω εκεί πέρα, αμέσως βλέπω την βοήθεια, πλούσια την βοήθεια. Γι’ αυτό, βέβαια έχουμε αυτή την αγάπη, γι’ αυτό την αγαπούμε, όπως και εγώ έτσι κι όλοι μας οι πατέρες, διότι όλοι έχουμε ένα βίωμα τέτοιο και όλοι ελπίζουμε, ελπίζουμε στον Πανάγαθο Θεό και στην κυρά μας την Παναγία. Κι αυτό λέω πάντοτες και στους μικρούς πατέρες και στους μεγάλους· ότι πρέπει να δοξολογούμε μέρα και νύχτα ακαταπαύστως τον Πανάγαθο Θεό, και να μας οικονομήσει την σωτηρία μας, την σωτηρία των ψυχών μας. Να μας αξιώσει τον καλό Παράδεισο. Αυτά τα είπα όχι ότι έχω κάτι, αλλά έτσι ήθελα να πω κάτι προς δόξαν τής Παναγίας μας.
Καλό Παράδεισο να μας αξιώσει ο Θεός.
Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 14 (1989), άρθρο «Η Κυρά μας η Παναγία, οδηγήτρια και προστάτις στην ζωή μου», σελ. 30.

