Οι Μικρασιάτες, για να σωθούν οι εικόνες (όταν έβλεπαν ότι κινδύνευαν να αρπαχθούν από τους Τούρκους) τις έρριχναν μέσ’ την θάλασσα και έδιναν ευχές: “Να βγήτε στην ξηρά, να πάτε σε Μοναστήρια, να σας θυμιάζουν, να σας προσκυνούν και να δοξάζεται πάντα το όνομα του Θεού”. Ο Ιερέας στην Μικρά Ασία, έλεγε η μητέρα μου, όταν χτένιζε τα μαλλιά του, έβαζε πετσέτα και τις τρίχες τις μάζευε και τις έκανε φυλαχτό στο μαξιλάρι μέχρι να πεθάνη, ενώ εμείς σήμερα τις πετάμε.
![]()
Είχαμε στην Μ. Ασία, παιδιά μου, κτήματα, περιουσία, Μητροπολιτικούς ναούς, τ’ αφήσαμε.
Δεκατέσσερεις Αρχιμανδρίτες είχαμε στο σόι μας, Δεσποτάδες και, και, και πολλά. Τα σπίτια μας κλειδώσανε, δώσανε στον Τούρκο τα κλειδιά και φύγανε. Ήμουν ενάμισυ χρονών παιδάκι, μ’ έκρυψε η μάννα μου στην ποδιά της. Με σκέπασε να μην με σφάξουν οι Τούρκοι. Φύγαμε με σφαγή και με πολλή δυσκολία. Και είχε πάρει η μητέρα μου ένα σακκουλάκι με μια οκά σησάμι και λίγο ρακί, λέει: “Να δίνω τα παιδιά μου λίγο σησαμάκι στο στόμα τους”. Τι (άλλο) να πάρη; Γιατί (προηγουμένως) έγινε εξορία, πεθάναν οι παππούδες μας στην Άγκυρα και ήταν αγιασμένα μέρη. Άλλοι πεθάναν στην Άγκυρα, άλλοι σε άλλα μέρη (της Μ. Ασίας).
![]()
Κάποτε, βρήκα στον δρόμο μια χαλασμένη τριχιά από κάποιο γάιδαρο τριμμένη, πεταμένη, άχρηστη και την πήρα να παίξω, και η αγία μητέρα μου με μάλωσε πολύ!
– Να πας την τριχιά εκεί που την βρήκες. Ξένα πράγματα δεν αγγίζουμε.
– Μα, ήταν πεταμένη.
– Ας ήταν, δεν σου ανήκει, να την πας.
Και την πήγα. Αυτή ήταν η μητέρα μου, έτσι μας έμαθε.
![]()
Έρχονται πόσοι Δεσποτάδες εδώ στο Μοναστήρι να με δουν· (άλλοι) από περιέργεια, άλλοι να εξομολογηθούνε και άλλοι να με συμβουλευτούν. Όλους τους δέχομαι και τους λέω: «Τι να σας πω; Εγώ είμαι “γη και σποδός”, ένας άρρωστος σακατεμένος άνθρωπος». Εκείνοι, πάτερ μου, κοτζάμ Δεσποτάδες, μπορούν βουνά να μετακινήσουν με την προσευχή τους, όμως δεν το κάνουν και έρχονται σε μένα τον αμαρτωλό, άλλοι με πονηριά (ενν: από περιέργεια) να δουν ποιος είμαι, άλλοι να με ρωτήσουν να τους πω πώς να χειριστούν διάφορα θέματα στις Μητροπόλεις τους, άλλοι να εξομολογηθούν.
![]()
Μία Μεγάλη Παρασκευή την ώρα της Αποκαθηλώσεως, μόλις κατέβασε το Σώμα, ο Γέροντας Ιάκωβος έκλαιγε με μεγάλη συγκίνηση και δέος. Και μετά είπε: «Πατέρες μου, σήμερα δεν κατέβασα σώμα αγιογραφημένο, αλλά σώμα ανθρώπινο. Οι φλέβες Του χτυπούσαν στις δικές μου φλέβες. Η σάρκα Του ακούμπαγε στην δικιά μου σάρκα. Καταλάβαινα το αίμα να τρέχη στις φλέβες Του».
![]()
Λέω το πρωί του Αγίου: «Άγιέ μου Δαυΐδ, έχω τώρα τα πόδια, την δισκοπάθεια, την καρδιά μου, αν με βοηθήσης θα λειτουργήσω, αν δεν με βοηθήσης, βγες μόνος και λειτούργα». Μου λένε: «Πρόσεχε στην Λειτουργία, μην σε κόψη κανένας κρύος ιδρώτας και πέσης, ουαί και αλλοίμονό σου!» Εγώ όμως έκανα τον σταυρό μου και λέω, «περιμένουν αυτοί οι πονεμένοι άνθρωποι (βοήθεια)». Όταν μπήκα στην Λειτουργία, δεν ξέρω, δεν αισθανόμουνα κόπο, τίποτε, με βοηθά η Χάρις του Θεού. Η προσευχή στηρίζει τον άνθρωπο. Παιδιά μου, δεν λειτουργάω εγώ, άλλος λειτουργάει.
Αλλά, παιδιά μου, και εσείς έχετε ανάγκη. Να, χθες κάτι παιδιά από τον Καναδά ήρθανε, από την Αυστραλία ήρθανε, από το Λονδίνο ήρθανε, από την Γαλλία ήρθανε, κόσμος, άρρωστοι από τον καρκίνο με τις διάφορες τέτοιες αρρώστιες και όταν, παιδιά μου, έχουν τόση εμπιστοσύνη! Εγώ είμαι χοϊκός άνθρωπος, να σήμερα μπορεί να πεθάνω. Το σώμα θα πάη στο χώμα, μέσα όμως σ’ αυτό, κατοικεί ψυχή αθάνατος.
![]()
Ήρθε τις προάλλες ένα ιερωμένο πρόσωπο και μου είπε ότι ένας (γνωστός του) άνθρωπος είναι κατάκοιτος και δεν ομιλεί, ούτε ακούει, ούτε βλέπει. Και του έδωσε στα χέρια του 250 λίρες χρυσές για την Εκκλησία που χτίζουν στο χωριό τους. Σε ένα χαρτάκι του έγραψε: «Τα χρήματα αυτά είναι δικά μου. Τα μάζευα από νέος και θέλω να τα δώσω για την εκκλησία, για το καλό του κόσμου. Σου έχω εμπιστοσύνη και στα δίνω στα χέρια σου και δεν θέλω απόδειξη. Μόνο θέλω να μην γνωρίζη κανείς τίποτε. Τις λίρες τις δίνω για την ψυχή μου. Έχω και άλλα χρήματα και πάλι θα βοηθήσω».
Ορίστε, δεν είναι αυτοί άγιοι άνθρωποι;
Από το βιβλίο: “Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες)”. Α’. Διηγήσεις (αποσπάσματα). Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016.
Διηγήσεις του αγίου Ιακώβου Τσαλίκη

