Τον Οκτώβριο του 1974 ο Ηγούμενος Ανδρέας παραιτήθηκε από την Ηγουμενία και πήγε να ησυχάση στο μετόχι της Μονής εντός του Αγίου Όρους, στον Μονοξυλίτη, του οποίου ο ναός τιμάται στον άγιο Νικόλαο, και τον οποίο υπερευλαβείτο ο Προηγούμενος Ανδρέας.
Εκεί το έτος 1975 τον επισκέπτονταν κάποιοι ζηλωτές από του Εσφιγμένου. Είχε κοιμηθή ο Ηγούμενός τους και επειδή εφοβούντο μην τους διώξουν από το Εσφιγμένου, τον εκλιπαρούσαν να αναλάβη αυτός Ηγούμενος. Σαν άνθρωπος ταλαντευόταν με τα τόσα που άκουσε και τις παρακλήσεις των ζηλωτών, αλλά δεν τ’ απεφάσιζε. Φοβόταν αφ’ ενός μεν μήπως έχη κρίμα αν δεν βοηθήση το Εσφιγμένου, αλλά πάλι σκεφτόταν πώς να αφήση την μετάνοιά του σε τέτοια ηλικία. Παρακαλούσε την Παναγία και τον άγιο Νικόλαο να τον φωτίσουν. Οπότε κάποια μέρα βλέπει έναν παπά, ένα γεροντάκι, να ανεβαίνη από κάτω από την θάλασσα. Όταν έφθασε, τον χαιρέτησε, ζήτησε να μάθη τον δρόμο προς τις Καρυές και του έδειξε. Τον ρώτησε όμως ο Προηγούμενος από πού είναι και πώς ονομάζεται, και απάντησε ότι είναι από την Κυπρο και ότι το όνομά του είναι πάτερ Νικόλας. Ο παπα-Ανδρέας ήταν απερίεργος άνθρωπος για να κάνη τέτοια ερώτηση, αλλά από θεία νεύση την έκανε. Το γεροντάκι συνέχισε τον δρόμο του για Καρυές και ο παπα-Ανδρέας μόλις έκανε να πάη μέσα, σκέφτηκε: «Βρε, μέσ’ το μεσημέρι δεν είπα στον άνθρωπο να καθήση να φάη. Πού θα πάει πεινασμένος!».
Γυρίζει να τον φωνάξη και δεν τον βλέπει. Ο δρόμος για τις Καρυές τουλάχιστον για ένα δεκάλεπτο ήταν ακάλυπτος. Θα τον έβλεπε. Όμως δεν φαινόταν πουθενά. Παίρνει τον δρόμο, φωνάζοντας. Άφαντος. «Κρίμα που δεν τον πρόλαβα». Μπήκε μέσα, δεν έδωσε σημασία, κάθησε να φάη και ύστερα κοιμήθηκε. Ξύπνησε σε λίγο μέσα στην χαρά και αποφασισμένος ότι «εγώ είμαι για τον Άγιο Παύλο, ούτε για Ηγούμενος είμαι ούτε για Εσφιγμένου ούτε για δεύτερες ούτε για τρίτες ηγουμενίες είμαι». Πήγε στην Εκκλησία, κοιτάει την εικόνα του αγίου Νικολάου και διαπιστώνει έκπληκτος ότι είναι ίδιος ο άγιος Νικόλαος με τον παπά που πέρασε και εξαφανίστηκε. «Μα», λέει, «να μην ανοίξη το μυαλό μου πιο μπροστά;».
Ανέφερε το γεγονός ύστερα στον παπα-Διονύσιο τον Πνευματικό του και εκείνος του είπε: «Ο άγιος Νικόλαος ήταν. Ήρθε και σε πήρε το βάρος που είχες πάνω σου».
Από το βιβλίο: Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορειτική παράδοση, Άγιον Όρος 2011, σελ. 210.

