Αγιολόγιο - Εορτολόγιο

Ο άγιος Νικόλαος Πλανάς (παπα-Πλανάς)

Ο άγιος Νικόλαος Πλανάς γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς, το 1851, στη νήσο Νάξο. Από τη νεοτάτη του ηλικία διακρινόταν για την απλότητα και την ευσέβειά του. Το ψωμί που του έδινε η μητέρα του το μοίραζε στους φτωχούς του χωριού και παραχωρούσε ακόμη και τα ρούχα του στα αναγκεμένα παιδιά. Σε όλη του τη ζωή δεν κράτησε τίποτα για προσωπική του ικανοποίηση ή για την άνεσή του. Νυμφεύτηκε σε ηλικία δεκαεπτά χρόνων και απέκτησε ένα γιο, η σύζυγος όμως δεν κατανοούσε τις πνευματικές του αναζητήσεις και τον ονείδιζε αδιάκοπα. Αφού χήρεψε ύστερα από μερικά χρόνια, εμπιστεύθηκε τον γιο του σε συγγενείς, και έχοντας εκχωρήσει όλη την οικογενειακή κληρονομιά σε ένα χρεωκοπημένο συμπατριώτη του, μπόρεσε να αφοσιωθεί ολόψυχα στην υπηρεσία του Κυρίου και να εγκαταβιώνει μέσα στην Αθήνα σαν άλλος ερημίτης. Αφού χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1884, σύντομα εκδιώχθηκε από τον ναό του Αγίου Παντελεήμονα, όπου είχε ορισθεί, και πήγε στο ταπεινό εκκλησάκι που επονομάζεται Άγιος Ιωάννης ο Κυνηγός, ενορία αποτελούμενη από οκτώ μονάχα οικογένειες, από τις οποίες δεν ελάμβανε καμιά σχεδόν αμοιβή.

Ταπεινός και απαίδευτος ο πατήρ Νικόλαος έγινε παρά ταύτα ο πιο δημοφιλής ιερέας των Αθηνών. Πενήντα δύο ολόκληρα χρόνια τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία σε διάφορους ναούς της πόλεως και προπαντός σε εξοχικά ερημοκκλήσια, τα περισσότερα ερειπωμένα. Και τι Λειτουργία! Έχοντας ταυτίσει την ύπαρξή του με τη ζωή της Εκκλησίας, του ήταν αδιανόητο να προσφέρει την αναίμακτο Θυσία χωρίς να την συνοδεύει με όλες τις εκκλησιαστικές ακολουθίες, όπως αυτές τελούνται στα πιο αυστηρά μοναστήρια. Αρχιζε κατά τις οκτώ το πρωί και τελείωνε κατά τις δύο ή τρεις το μεσημέρι. Κατά την διάρκεια της Αγίας Προθέσεως μνημόνευε, για δύο ή τρεις ώρες, ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων γραμμένα σε αναρίθμητα χαρτάκια προσεκτικά αραδιασμένα, που τα κουβαλούσε μαζί του. Όταν του έδιναν ονόματα να τα μνημονεύσει με κάποιον οβολό, οποιονδήποτε, τα μνημόνευε για πολλά χρόνια, και μόλις του το ζητούσαν τελούσε ολονύκτιες αγρυπνίες, παρακλήσεις, Ευχέλαια κλπ. χωρίς να λογαριάζει χρόνο και κόπο. Κατά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, στη διάρκεια της οποίας διάβαζε τρία η τέσσερα Ευαγγέλια, αργά και τρώγοντας τις δύσκολες λέξεις, χωρίς μολαταύτα να προκαλεί ποτέ τη θυμηδία από το εκκλησίασμα, μνημόνευε έναν ατέλειωτο κατάλογο Αγίων, σαν να μην ήθελε να παραλείψει κανένα από τους φίλους του Θεού που παρίσταντο αοράτως. Συχνά μάλιστα, παιδιά και ευλαβικές ψυχές τον είδαν υψωμένο πάνω από το έδαφος την ώρα που ιερουργούσε.

Αυτές οι Λειτουργίες του παπα-Πλανά αποτελούσαν αληθινές μυσταγωγίες που μετέστρεφαν και τις πιο σκληρές ψυχές και προσέλκυαν πλήθος πιστών, προπαντός στις αγρυπνίες, στον ναό του Προφήτου Ελισαίου, όπου έψαλλαν οι δυό φημισμένοι συγγραφείς, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Ως ένσαρκος άγγελος, ο άγιος ιερέας ήταν έτοιμος κάθε στιγμή να ιερουργήσει, οπουδήποτε κι αν βρισκόταν, και να προσευχηθεί για όλους, πλούσιους και φτωχούς αδιακρίτως. Ποτέ δεν κρατούσε ως το βράδυ τα χρήματα που του έδιναν οι πιστοί, αλλά τα μοίραζε αμέσως στους άπορους ή τα διέθετε σε κάποιο έργο της Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να ανακαινίσει τον ναό του, να προικίσει ορφανές κοπέλες, να χρηματοδοτήσει τις σπουδές φτωχών φοιτητών.

Για την επιβίωσή του τού αρκούσαν μερικές δεκάρες και τρεφόταν με λίγο ψωμί και χόρτα μαζεμένα εδώ κι εκεί ή ένα ποτήρι γάλα που του πρόσφεραν βοσκοί. Με το πρόσωπο φωτισμένο από ένα παιδικό χαμόγελο, ήταν αδύνατο να δημιουργήσει εχθρούς: συγχωρούσε αυτούς που τον έκλεβαν, έβρισκε δικαιολογίες για αυτούς που τον έβριζαν ή τον συκοφαντούσαν, ξεπερνώντας έτσι τις πίκρες της ζωής με τη χάρη του Παρακλήτου που ενοικούσε μέσα του. Ένα μονάχα πράγμα μπορούσε να τον ταράξει: να τον διακόψουν την ώρα που προσευχόταν ή να τον εμποδίσουν να λατρεύει τον Θεό. Εκείνη την εποχή έκαναν την εμφάνισή τους κάποιες μεταρρυθμιστικές τάσεις δυτικού τύπου στον χώρο της ελλαδικής Εκκλησίας και ο μητροπολίτης Μελέτιος Μεταξάκης απαγόρευσε στον κλήρο της πρωτεύουσας να τελεί αγρυπνίες. Αναστατωμένος ο παπα-Πλανάς προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο πέντε μερόνυχτα να λάβει την άδεια και τελικά συγκατατέθηκαν.

Όταν διέσχιζε το δρόμο, βαδίζοντας αργά και με δυσκολία εξαιτίας της ατέλειωτης ορθοστασίας στην εκκλησία, τα παιδιά τον έπαιρναν από πίσω, οι γυναίκες σταυροκοπιούνταν, οι άντρες αποκαλύπτονταν και παραμέριζαν για να του κάνουν χώρο να περάσει. Οι οδηγοί αμαξών φιλονικούσαν ποιος να τον πρωτοπάρει, βέβαιοι ότι την ημέρα εκείνη θα είχαν καλές απολαβές. Αυστηρός με τον εαυτό του, ήταν όλο συγκατάβαση απέναντι στους πιστούς που έρχονταν να εξομολογηθούν και έβρισκαν κοντά του την παρηγορία του ουρανίου Πατρός. Έβλεπε στο βάθος της ψυχής τους και προέλεγε το μέλλον τους. Μια μέρα μια γυναίκα του έφερε ένα πρόσφορο για την θεία Λειτουργία, αλλά ο άγιος δεν το δέχτηκε λέγοντάς της: «Δεν δύναμαι να το δεχτώ όσο συζείς ανύπαντρη». Μια αλλη φορά ήπιε από μία φίαλη αρσενικό νομίζοντας ότι πρόκειται για νάμα. Προφυλαγμένος όμως από τη θεία Χάρη δεν έπαθε τίποτα.

Πρότυπο ορθοδόξου λειτουργού, ταυτιζόμενος ολόκληρος με την ιερά παράδοση, ποιμένας των φτωχών και ταπεινών, ο πατήρ Νικόλαος έχαιρε εν μέσω του λαού την αυθεντία ενός νέου αποστόλου τόσο, που όταν παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, με το χαμόγελο στα χείλη, στις 2 Μαρτίου 1932, ύστερα από ολιγοήμερη αρρώστια, αναρίθμητο πλήθος λαού προσκυνούσε επί τρεις ημέρες τη σορό του.

 

Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Μάρτιος. Εκδόσεις Ορμύλια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο άγιος Νικόλαος Πλανάς (παπα-Πλανάς)

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.