Ο άγιος Αρσένιος ήταν μητροπολίτης της Βερροίας, στην αρχή της Οθωμανικής κατοχής. Ως πιστός μαθητής των Αποστόλων, των ιδρυτών της επισκοπής του, ορθοτομούσε τον λόγον της Αληθείας και ήταν πατήρ όλων των θλιβομένων. Διαπιστώνοντας τους καρπούς του κηρύγματος του καλού ποιμένος, ο Τούρκος διοικητής της πόλεως διέταξε να του κόψουν το χέρι και τον άφησε για πολύν καιρό στην φυλακή, χωρίς καμμία περιποίηση. Λησμονώντας τις οδύνες του, ο άγιος δόξαζε τον Θεό και προέτρεπε τους άλλους φυλακισμένους να παραμένουν σταθεροί στην πίστη τους.
Τέλος, οι Τούρκοι τον έβγαλαν από το δεσμωτήριο, και ο άγιος ιεράρχης, φορώντας μόνον απλό χιτώνα όπως ο Κύριος, οδηγήθηκε σε μια παλαιά εκκλησία. Στρεφόμενος τότε προς τον δήμιο, ο άγιος τον κοίταξε κατά πρόσωπο, ψάλλοντας το «Ευλογητός ο Θεός» και του είπε: «Γιατί ζητάτε να εκτελέσετε άλλους Χριστιανούς ενώ εγώ είμαι ο μόνος υπεύθυνος;» Ο Τούρκος όρμησε τότε και τον έσφαξε με τον πιο ειδεχθή τρόπο, και έπειτα έριξε το σώμα του στα σαρκοφάγα αγρίμια. Αλλά κανένα ζώο δεν τολμούσε να τον πλησιάσει και μετά από λίγο οι ιερείς της πόλεως έλαβαν από τις τουρκικές Αρχές την άδεια να τον θάψουν με τις κατάλληλες τιμές.
Από τότε οι κάτοικοι της Βέρροιας τον τιμούν ως έναν από τους ουρανίους τους προστάτες.
Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος ένατος, Μάιος, σελ. 313. Ίνδικτος, Αθήναι 2007.

