Μετά τρεις ημέρες συνεδρίασε το συμβούλιο και έφεραν τον Μάρτυρα μπροστά τους, ο οποίος είπε τα ίδια λόγια που είχε πει και πριν: «Εγώ ήρθα να κάνω χάρη στον Αγά μου να τον πάρω να πάμε στη Ρωσία να γίνει Χριστιανός και αυτός ο αχάριστος έγινε αίτιος και μου έκαναν τόσα βασανιστήρια». «Τι είσαι εσύ;» τον ρώτησαν, και ο Μάρτυρας απάντησε: «Χριστιανός είμαι». Και πάλι του είπαν: «Κάνε σαλαβάτι, γιατί όσα έπαθες τα ξέρεις, όσα έχεις να πάθεις δεν τα ξέρεις». Τότε ο Μάρτυρας με θάρρος απάντησε: «Ανάθεμα να έχει και το σαλαβάτι σας και όσοι το κάνουν. Κάντε με ό,τι θέλετε, εγώ τον γλυκύτατό μου Ιησού δεν τον αρνιέμαι».
Πάλι του είπαν: «Ποιος σε ανάγκασε να γίνεις τούρκος; Μόνος σου θέλησες». «Ξεγελάστηκα», απάντησε ο Μάρτυρας, «από τις απάτες και τους μύθους που λέτε, ότι ο Μωάμεθ κρατάει τα κλειδιά του Παραδείσου. Και δεν ντρέπεστε, ταλαίπωροι, ούτε θέλετε να γνωρίσετε την αλήθεια, μόνο εξαναγκάζετε κι εμένα να έρθω στο δικό σας σκοτάδι. Αλλά φύλαξέ με από αυτό, Χριστέ βασιλεύ». Και όλα αυτά τα έλεγε στην τουρκική γλώσσα που την ήξερε πολύ καλά.
Στο τέλος βγήκε η απόφαση να θανατωθεί ο Άγιος με ξίφος. Τον πήρε τότε ο δήμιος και τον πήγε στον τόπο της καταδίκης, που, όπως είπαμε προηγουμένως, τον είχε προείπει ο Μάρτυρας, δηλαδή στο Μπαλούκ παζάρι στο Σταυροδρόμι. Τόση μάλιστα χαρά είχε ο αθλητής του Χριστού καθώς πήγαινε στον θάνατο, ώστε έτρεχε να ξεπεράσει και τον δήμιο. Γονάτισε λοιπόν, άπλωσε το λαιμό του, και τα χείλη του κινούνταν, επειδή έλεγε μυστικά το σύμβολο της Πίστεως, γιατί με αυτό του είχε παραγγείλει ο Γέροντάς του να παραδώσει το πνεύμα του. Και έτσι τον αποκεφάλισε ο δήμιος και έλαβε ο μακάριος και αξιοθαύμαστος οσιομάρτυρας Ιλαρίων δυο στεφάνια από τον Κύριο, και ως Όσιος και ως Μάρτυρας. Ήταν η εικοστή Σεπτεμβρίου 1804, Τρίτη μεσημέρι.
Στον αποκεφαλισμό του Μάρτυρα ήταν παρών και ο Νικόλαος, ο χριστιανός παντοπώλης που είπαμε, ο οποίος σύχναζε εκεί, για να μαθαίνει και να φέρνει ειδήσεις στον Γέροντα του Μάρτυρα. Ο οποίος Γέροντας, μετά που χωρίστηκε από τον Μάρτυρα, είχε πάει από τον Γαλατά στο Φανάρι, στο Πατριαρχείο, επειδή τον μέγα πρωτοσύγκελλο πατέρα Ιωαννίκιο τον είχε γνωστό και φίλο από το Άγιον Όρος. Μόλις λοιπόν αποκεφαλίστηκε ο Μάρτυρας, ο Νικόλαος αυτός έτρεξε στο Πατριαρχείο και έδωσε την είδηση στον Γέροντα.
Ο Γέροντας πήγε με χαρά και είδε τον αποκεφαλισμένο Μάρτυρα, που φαινόταν πράγματι σαν ζωντανός, τόσο ωραία και χαροποιός ήταν η όψη του. Ο Γέροντας γύρισε έπειτα στο Πατριαρχείο, πήρε ιδιαιτέρως τον μέγα πρωτοσύγγελο και του είπε: «Ο Μάρτυρας που σφάχτηκε σήμερα στο Μπαλούκ παζάρι είναι καλόγερος της συνοδίας μου μεγαλόσχημος και λέγεται Ιλαρίων, και ο Κύριος τον αξίωσε να μαρτυρήσει για την αγάπη Του. Τώρα λοιπόν σε παρακαλώ να βάλεις ανθρώπους να αγοράσουν το λείψανό του, γιατί ακούστηκε ότι θα το κάψουν ή θα το ρίξουν στη θάλασσα».
Ο πρωτοσύγγελος, όταν άκουσε τη χαρμόσυνη αυτή είδηση, δόξασε τον Θεό και αμέσως πήγε σε δυο φιλόχριστους άρχοντες, τον Ιορδανάκη και τον Μιχαλάκη, και τους είπε την υπόθεση. Εκείνοι τον άκουσαν με χαρά και είπαν ότι είναι πρόθυμοι να ξοδέψουν δυο και τρεις χιλιάδες γρόσια και να μην αφήσουν να ριχτεί το άγιο λείψανο.
Πράγματι, ο άρχοντας Ιορδανάκης πήγε αμέσως και είδε τον Μάρτυρα και κανόνισε να εξαγοραστεί το άγιο λείψανό του και να μεταφερθεί για ταφή στην Πρώτη, που είναι νησί τής Πόλης με εκκλησία της Μεταμορφώσεως, όπου είχε ενταφιάσει ο ίδιος και το λείψανο άλλου Νεομάρτυρα, του Δημητρίου από τη Χίο που είχε μαρτυρήσει πριν από τρία σχεδόν χρόνια (στις 29 Ιανουαρίου 1802). Έπειτα φώναξε τον Γέροντα του Μάρτυρα και του είπε να πάει με καΐκι στην Πρώτη και να κάνει την ταφή. Θυμήθηκε τότε ο Γέροντας την πρόρρηση του Μάρτυρα που είπε «με τα χέρια σου θα με θάψεις» και δάκρυσε από τη χαρά.
Το άγιο λείψανο του Μάρτυρα μεταφέρθηκε με καΐκι στην Πρώτη, στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως, και ενταφιάστηκε στο πλάι του Νεομάρτυρα Δημητρίου. Κατά την ταφή ο Θεός, για να δοξάσει τον Άγιο, έκανε και το εξής θαύμα: ένας από τους χριστιανούς που παραβρέθηκαν έπασχε από δεινή ασθένεια. Πήγε λοιπόν και ασπάσθηκε με πίστη το άγιο λείψανο, και στη συνέχεια τον πήρε ο ύπνος, κοιμήθηκε λίγο, και όταν ξύπνησε, ω του θαύματος! ήταν υγιής.
Όλα αυτά για τον Μάρτυρα τα έμαθε από τον ίδιο τον Γέροντά του και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Καλλίνικος και χάρηκε πάρα πολύ λέγοντας: «Τα μαρτύρια αυτά είναι μεγάλο στήριγμα για τους Χριστιανούς! Ας έχει δόξα ο Κύριος».
Ο Θεός όμως έκανε και άλλο θαύμα για να δοξάσει περισσότερο τον οσιομάρτυρα Ιλαρίωνα. Κάποιος Χριστιανός, στο όνομα Κωνσταντίνος, παρακάλεσε τον Γέροντα του Μάρτυρα να έρθει στο σπίτι του για να ευλογήσει τα παιδιά του. Ο Γέροντας στην αρχή δεν ήθελε, ύστερα όμως πήγε, μαζί με έναν άλλο αδελφό, τον Ιωάννη.
Όταν κάθισαν, ήρθε η γυναίκα του Κωνσταντίνου και τα τρία αγόρια τους και φίλησαν το χέρι του Γέροντα. Ύστερα ήρθε και το κοριτσάκι τους, η οκτάχρονη Αλεξάνδρα. Μόλις όμως ο Γέροντας ευλόγησε το κορίτσι, φανερώθηκε ότι αυτό είχε κρυφό δαιμόνιο· έπεσε κάτω, μαύρισε το πρόσωπό του, ξερνούσε και χτυπιόταν μέχρι που έμεινε σαν νεκρό. Οι γονείς του λυπήθηκαν πολύ και έστειλαν να φέρουν από την κοντινή εκκλησία την εικόνα του μεγαλομάρτυρα Αγίου Δημητρίου, και έψαχναν και γιατρούς.
Ο Γέροντας με τον Ιωάννη στέκονταν τρομαγμένοι. Τότε θυμήθηκε ο Γέροντας ότι είχε μαζί του αίμα και μαλλιά του Αγίου Ιλαρίωνα σε ένα πανί. Σηκώθηκε και σταύρωσε το κορίτσι λέγοντας μυστικά: «Άγιέ μου Ιλαρίων, βοήθησε αυτή την ώρα». Το κορίτσι, σε άσχημη κατάσταση, το κρατούσε στην αγκαλιά ο πατέρας του. Δεν πρόλαβε όμως να το σταυρώσει ο Γέροντας, και αυτό αμέσως έβγαλε αίμα από το στόμα του και σηκώθηκε υγιές. Ο πατέρας είπε: «Τι είναι αυτό, Γέροντα;» Ο Γέροντας αποκρίθηκε: «Έχω λίγο αίμα και μαλλιά του Μάρτυρα Ιλαρίωνα και με αυτά το σταύρωσα». Τότε ο πατέρας ευχαρίστησε μεγαλόφωνα τον Μάρτυρα.
Ακούγοντας τις φωνές, μαζεύτηκαν οι γείτονες και οι εφημέριοι της εκκλησίας και ένας γιατρός για να δουν. Ο πατέρας του κοριτσιού κήρυττε σε όλους το θαύμα του Αγίου Ιλαρίωνα και δήλωνε ότι θα τον εορτάζει κάθε χρόνο και όλοι δόξασαν το Θεό.
Ένα χρόνο αργότερα και άλλο θαύμα έκανε ο Θεός δια μέσου του Αγίου Ιλαρίωνα. Ο Κωνσταντίνος που αναφέρθηκε πιο πάνω είχε ένα φίλο στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός είχε ένα παιδί βαριά άρρωστο, ώστε ήταν στα τελευταία του και οι γιατροί το είχαν ξεγράψει. Ο Κωνσταντίνος, επειδή είχε από το αίμα και τα μαλλιά του Αγίου, τα πήρε και πήγε στο σπίτι του φίλου του, όπου βρήκε τους γονείς να θρηνούν. Τους τα έδωσε λοιπόν, λέγοντας να τα βάλουν με πίστη και ευλάβεια επάνω στο παιδί. Και, ω του θαύματος! το παιδί άρχισε να καλυτερεύει και κάθε μέρα ήταν καλύτερα, ώσπου, με τη βοήθεια του Θεού, έγινε εντελώς καλά.
Αυτό είναι αδελφοί, το μαρτύριο του Αγίου οσιομάρτυρα Ιλαρίωνα. Έτσι αγωνίστηκε και νίκησε τον διάβολο, από τον οποίο είχε κάποτε νικηθεί, και έτσι δοξάσθηκε από τον Χριστό στη Βασιλεία των Ουρανών, της οποίας είθε να αξιωθούμε και εμείς, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και με τις πρεσβείες του Αγίου Ιλαρίωνα. Αμήν.
Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» 20, έκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 87.
Διασκευή για την Κ.Ο.

