Ο Μάρτυρας έπεσε πάλι στα πόδια του Γέροντά του και τον παρακαλούσε να τον συνοδεύσει στην Κωνσταντινούπολη, όπως έκανε με τον Μάρτυρα Λουκά στη Μυτιλήνη, για να τον παρηγορεί. Ο Γέροντας του απάντησε ότι δεν είναι ανάγκη, γιατί αυτός έχει ηλικία (ήταν 26 χρόνων), ενώ ο Λουκάς ήταν νέος 18 χρόνων και γι’ αυτό χρειαζόταν βοήθεια. Ο Μάρτυρας ωστόσο δεν έπαυε να τον παρακαλεί με δάκρυα, και ο πατέρας Βησσαρίων, με την επίμονη παρακίνηση του πνευματικού Μεθοδίου πείστηκε και, παίρνοντας την ευλογία του δικού του πνευματικού, αποφάσισε να συνοδεύσει τον Μάρτυρα.
Πήγε τότε στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, στην οποία υπαγόταν η Σκήτη, και πήρε την άδεια για να βγεί από το Άγιον Όρος. Εκεί έτυχε να είναι και ο πρώην Κωσταντινουπόλεως Γρηγόριος και σε αυτόν με κάθε μυστικότητα φανέρωσε την υπόθεση. Εκείνος χάρηκε πολύ και τον προμήθευσε με συστατικές επιστολές. Έτσι ξεκίνησαν από το Άγιο Όρος στις 10 Σεπτεμβρίου και έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη στις 16, μέρα Παρασκευή. Ο Μάρτυρας ήταν ντυμένος με ρωσικά ρούχα. Βρήκαν μέρος να μείνουν στο Μπαλούκ παζάρι (την ψαραγορά) του Γαλατά και αγόρασαν και τούρκικα ρούχα.
Το πρωί του Σαββάτου ο Γέροντας κοινώνησε τον Μάρτυρα τα θεία μυστήρια που είχε μαζί του σε άγιο αρτοφόριο. Τότε ο Μάρτυρας είπε: «Γέροντα, τι άλλο μένει, παρά μόνο το να πάω να παρρησιασθώ; Στην Αγία Άννα οι πατέρες κάνουν σήμερα αγρυπνία για μένα και παράκληση, και ελπίζω να με βοηθήσει η χάρη της Αγίας Άννας και η προσευχή των πατέρων». Είχε δηλαδή φροντίσει ο Μάρτυρας να γίνει αγρυπνία από τους πατέρες την Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου και να ψάλλεται η παράκληση καθημερινά για μία εβδομάδα, και έκαναν και αυτός με τον Γέροντα αγρυπνία εκείνη τη νύχτα στο κατάλυμά τους.
Τη νύχτα αυτή ο Μάρτυρας παρηγορούσε τον Γέροντά του λέγοντας: «Μη λυπάσαι, άγιέ μου Γέροντα, λίγο θα κρατήσει το μαρτύριό μου. Σε τρεις τόπους θα με τυραννήσουν, και έπειτα θα με αποκεφαλίσουν εκεί», και έδειξε με το δάχτυλο τον τόπο. «Μετά το τέλος μου θα αγοράσουν το λείψανό μου Χριστιανοί· γι’ αυτό σε παρακαλώ, άγιέ μου Γέροντα, να έρθεις να με ενταφιάσεις». Ο Γέροντας τον ρώτησε: «Πώς το ξέρεις ότι θα γίνει έτσι;» Ο Μάρτυρας απάντησε: «Όταν είχα μείνει μόνος, αποκοιμήθηκα λίγο και τα είδα στον ύπνο μου». Ο Γέροντας δεν τον πίστεψε, και ο Μάρτυρας τον βεβαίωνε ότι με τα ίδια του τα χέρια θα τον ενταφιάσει, όπως και έγινε.
Το πρωί, δυο ώρες πριν ξημερώσει, ο Γέροντας κοινώνησε πάλι τον Μάρτυρα, και έπειτα αυτός φόρεσε τα τούρκικα ρούχα και βγήκαν στον δρόμο, όπου αποχαιρετίστηκαν με δάκρυα. Ο Μάρτυρας ζήτησε από τον Γέροντα να παρακαλεί τον Θεό να τον ενδυναμώσει στο μαρτύριο. Μετά προχώρησε, μπήκε σε ένα καφενείο μέχρι να ξημερώσει καλά, και ήπιε ένα καφέ.
Όταν ξημέρωσε, μπήκε σε καΐκι και πέρασε στο Μπεσίκτας, στο καταραμένο παλάτι όπου είχε τουρκέψει. Μόλις τον είδαν στο παλάτι, έγινε μεγάλη χαρά για τον ερχομό του, επειδή για δεκαέξι μήνες τον είχαν χάσει. Ο Μάρτυρας πήγε στον Αγά του και του φίλησε το χέρι. Βλέποντάς τον εκείνος χάρηκε και τον ρώτησε πού είναι τα ρούχα που του είχε χαρίσει. Ο Μάρτυρας είπε ότι τα πούλησε στη Ρωσία, όπου είχε πάει, γιατί δεν είχε χρήματα. «Θα σου κάνω άλλα», του είπε ο Αγάς.
Αφού πέρασε περίπου μισή ώρα, ο Μάρτυρας με σιγανή φωνή του είπε: «Ξέρεις γιατί ήρθα εδώ;» «Όχι», αποκρίθηκε ο Αγάς, και ο Μάρτυρας συνέχισε: «Όταν έγινα τούρκος, μετά τρεις μέρες πολύ το μετάνιωσα, και μετά δώδεκα μέρες έφυγα, όπως ξέρεις, και πήγα στη Ρωσία, καί έκλαψα για το σφάλμα και την αμαρτία αυτή που έκανα. Γι’ αυτό και έγινα πάλι Χριστιανός, επειδή κατάλαβα ότι η δική σας πίστη είναι πλάνη και σκότος, ενώ η πίστη των Χριστιανών είναι αλήθεια και φως. Έτσι άφησα την πλάνη και το σκότος και ήρθα στην αλήθεια και το φως και αναθεμάτισα τη θρησκεία σας και την ομολογία της πίστης σας, το λεγόμενο σαλαβάτι».
Ο Αγάς τότε θύμωσε πολύ, ο Μάρτυρας όμως συνέχισε: «Περίμενε να σου πω με ποιο σκοπό ήρθα εδώ, και θα χαρείς. Εγώ από σένα είδα πολλές ευεργεσίες, διότι με έκανες παιδί σου μπροστά σε όλο το παλάτι και μου έταξες να με κάνεις Ιτζ αγά (επικεφαλής του σώματος γενιτσάρων) του σουλτάνου. Δεν μπορώ λοιπόν να φανώ αχάριστος σε σένα τον ευεργέτη μου, γι’ αυτό ήρθα να σε συναντήσω και να ευεργετήσω κι εγώ την ενδοξότητά σου. Άκουσέ με λοιπόν και σήκω να φύγεις από εδώ με άλλα ρούχα, και έλα να πάμε στη Ρωσία με ρωσικό καράβι κι εκεί να γίνεις χριστιανός, να σώσεις την ψυχή σου. Και σου υπόσχομαι να είμαι μαζί σου ως τον θάνατο, να σε υπηρετώ σαν πατέρα μου».
Όταν τ’ άκουσε αυτά ο Αγάς, θύμωσε πολύ και σήκωσε το τσιμπούκι του και τον χτύπησε τρεις φορές. Έγινε ταραχή, το άκουσαν και οι άλλοι στο παλάτι και ήρθαν όλοι. Ο Μάρτυρας όμως, χωρίς να δειλιάσει, είπε: «Έτσι με ευχαριστείς; Εγώ νόμιζα ότι θα δεχτείς τη συμβουλή μου και θα χαρείς, και συ με χτυπάς;» Του είπε τότε ο Αγάς: «Τι είσαι εσύ, μπρε;» «Χριστιανός ήμουν και είμαι», απάντησε ο Μάρτυρας, «και αναθεματίζω τη θρησκεία σας και το σαλαβάτι σας». Και αμέσως πέταξε το σαρίκι από το κεφάλι του και το ποδοπάτησε και φόρεσε ένα μαύρο σκούφο που είχε στον κόρφο του. Οι υπηρέτες τού άρπαξαν τον σκούφο και του ξαναφόρεσαν το σαρίκι, ο Μάρτυρας όμως το ξαναπέταξε, και γι’ αυτό του έδωσαν μερικές ραβδιές. Ο Αγάς τον κάλεσε κοντά του και στην αρχή του έλεγε να αρνηθεί τον Χριστό και θα του δώσει μεγάλα δώρα και αξιώματα, ενώ μετά τον φοβέριζε ότι αν δεν αρνηθεί τον Χριστό θα λάβει μεγάλες τιμωρίες. Αλλά ο Μάρτυρας στεκόταν στερεός και στα ταξίματα και στις φοβέρες.
Ο Αγάς τον έστειλε στον βαλιντέ Κιαγιά, τον επίτροπο της μητέρας του σουλτάνου, που ήταν κρητικός, μήπως και εκείνος τον μεταπείσει, ο γενναιότατος όμως αγωνιστής της ευσέβειας και σε εκείνον όχι μόνο ομολογούσε με ανδρεία τον Χριστό, αλλά και τον παρακινούσε να γίνει Χριστιανός. Όταν τον είδε ο Κιαγιάς αμετάπειστο, μήνυσε στον Αγά ότι δεν μπόρεσε να τον μεταστρέψει. Αυτά τα μάθαμε από έναν κρητικό κρυπτοχριστιανό που ήταν κοντά στον βαλιντέ Κιαγιά.
Ο Μπας αγάς τότε έστειλε τον Μάρτυρα με δυο ανθρώπους στον Μποσταντζήμπαση, τον αρχηγό τής ανακτορικής φρουράς, για να τον βάλει στον “φούρνο” και να πασχίσει με κάθε τρόπο να τον μεταπείσει. Εκείνος, μόλις τον παρέλαβε, πρώτα τον πήρε με το καλό, βλέποντάς τον όμως αμετάπειστο τον τυράννησε με διάφορα βασανιστήρια. Και είναι πολυθρύλητα τα βασανιστήρια του “φούρνου”, δηλαδή εξαρθρώσεις των αρμών και των μελών όλου του σώματος. Ότι μάλιστα με τέτοιες τιμωρίες βασάνισε ο Μποσταντζήμπασης τον αθλητή, το μαρτυρούν και τα σημάδια που αυτές άφησαν πάνω στο σώμα του και βρέθηκαν μετά τον θάνατό του. Τα μηνίγγια του ήταν καταπληγωμένα από το σφίξιμο, οι αγκώνες του εξαρθρωμένοι και γεμάτοι στίγματα και αιματώματα. Επειδή όμως ο Μάρτυρας έμενε στερεός και αψηφούσε τα βασανιστήρια, ο Αγάς τον έστειλε με δύο φρουρούς στο Πασά καπί, για να τον βασανίσουν και εκεί. Αφού λοιπόν τον έδειραν τρεις φορές με τη λεγόμενη φάλαγγα, τον έβαλαν στο τιμωρητικό ξύλο στη φυλακή. Εκεί ο Μάρτυρας έπεισε έναν χριστιανό παντοπώλη να του φέρει τη θεία κοινωνία και κοινώνησε στη φυλακή.
(Συνεχίζεται)
Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» 20, έκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 80.
Διασκευή για την Κ.Ο.

