Στη σημερινή παραβολή των βασιλικών γάμων ακούσαμε ότι οι προσκεκλημένοι από τον βασιλιά στο γαμήλιο τραπέζι «ουκ ήθελον ελθείν», και δεν ήρθαν!
Αυτό το «ουκ ήθελον», το οποίο μας θέτει προ του μεγάλου θέματος της ελευθερίας της θελήσεως, θα μας δώσει την αφορμή να επικεντρωθούμε στον περιληπτικό λόγο του Χριστού «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν» (Μάρκ. 8.34).
Τα πάντα χτίζονται επάνω στο «Όστις θέλει». Χωρίς την ελεύθερη αποδοχή του ανθρώπου ο Ιησούς δεν μπαίνει στη ζωή του σαν αυτοδιόριστος οδηγός που υποχρεώνει τον άλλο να Τον ακολουθήσει εκών άκων.
Τα μέγιστα και υπέροχα και σωτηριώδη Του χαρίσματα τα διοχετεύει ο Λυτρωτής αφού πρώτα μας ζητήσει – πάλι για το δικό μας καλό, όχι για το δικό Του – ένα μικρό αντίδωρο, ένα μικρό αγώνα και θυσίες ανάξιες λόγου συγκριτικά. Αποφαινόταν ανενδοίαστα αββάς του Γεροντικού: «Σας λέω, τέκνα, ότι ο Αβραάμ βλέποντας [εκ των υστέρων] τις [αιώνιες] δωρεές του Θεού τις μεγάλες, έχει να μετανοήσει που δεν αγωνίσθηκε περισσότερο» (Μ. Γεροντικό Πανοράματος Β’ σελ. 384).
«Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς… και δεύρο ακολούθει μοι» (Ματθ. 19.21). Ξανά και ξανά εκείνο το «ει θέλεις». Καλεί απλώς στην Εκκλησία· δεν δεσμεύει. Ακριβώς δε Εκκλησία σημαίνει την κλήση, την έκκληση. Καλεί τον άνθρωπο και σεβόμενος την ελευθερία του τον αφήνει να τοποθετηθεί αβίαστα έναντί Του.
Ένας ζωγράφος απέδωσε κάποτε με τον χρωστήρα το χωρίο της Αποκαλύψεως που παριστά τον γλυκύ Ναζωραίο να κρούει τη θύρα της ψυχής μας και να περιμένει να δει αν θα του ανοίξουμε ή όχι (3.20).
Κάποιος λοιπόν παρατήρησε στον καλλιτέχνη πως είχε ξεχάσει κάτι: Δεν είχε βάλει πόμολο στην πόρτα. Η απάντηση ήταν πως πόμολο υπήρχε μόνο από μέσα, την πόρτα δεν την ανοίγει αυθαίρετα ο Σωτήρας. Η σκηνή και το νόημά της εξαντλείται στον Χριστό να παρακαλεί και όχι να κάνει διάρρηξη.
Το ίδιο φρονούσε και ο Ελιούς που παρενέβη στη συζήτηση του Ιώβ με τους τρεις φίλους του: «Ασεβείς δεν διασώζει, αφού δεν θέλουν να γνωρίσουν τον Κύριο, και αφού νουθετούμενοι, ανήκοοι ήσαν» (36.12).
![]()
Η «κατ’ εικόνα Θεού» ελευθερία του ανθρώπου αποτελεί την αιτία που ο δεύτερος βρίσκεται έξω και πάνω από τους περιορισμούς και τα πλαίσια της αιτιοκρατίας που επικρατεί και δεσπόζει στην άψυχη Κτίση: στην Κτίση η ίδια αιτία φέρνει πάντοτε το ίδιο αιτιατό, το ίδιο αποτέλεσμα.
Η ελευθερία της βουλήσεως ή αλλιώς το αυτεξούσιο και αυτοπροαίρετο, οδηγούν στη ζωή ή στον θάνατο. Κατά τη Δογματική ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο «δυνάμει» αθάνατο και κατά το σώμα· όχι πως «δεν μπορούσε να πεθάνει», αλλά «μπορούσε να μην πεθάνει», πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν αθάνατος, αλλά μπορούσε να γίνει αθάνατος, αν χρησιμοποιούσε το δώρο της ελευθερίας σωστά (Χρ. Ανδρούτσου Δογματική, εν Αθήναις 1907 σελ. 138).
Κατά αντιστοιχία και εμείς προσωπικά όσο περισσότερο κάνουμε παράχρηση της ελευθερίας μας επιλέγοντας τα σαπρά, τόσο περισσότερο πεθαίνουμε πνευματικά. Δηλαδή η ελευθερία της βουλήσεως οδηγεί ή στον Θεό ή στον αντικείμενο και εχθρό Του διάβολο· ή ορθότερα στον Θεό ή μακριά από τον Θεό, οπότε εγγύτερα στον διάβολο.
Συγκεκριμένα οι προσκεκλημένοι της σημερινής παραβολής, απορρίπτοντας την τιμητικότατη βασιλική ευαρέσκεια έχασαν το συμπόσιο. Βρέθηκαν έτσι απομακρυσμένοι και αλλοτριωμένοι από το παλάτι, από την ευτυχία και μακαριότητα της άνω Βασιλείας, επειδή ήσαν κολλημένοι κάτω στη γη, «ο μεν εις τον ίδιον αγρόν, ο δε εις την εμπορίαν αυτού».
Παρόμοια ο άσωτος «απεδήμησεν εις χώραν μακράν». Μετανάστεψε στη λήθη του Θεού, στην αμαρτία. «Αγάπησε κατάρα, και θα του έρθει· και δεν θέλησε ευλογία, και θ’ απομακρυνθεί από αυτόν. Και ντύθηκε κατάρα σαν ρούχο» (Ψαλμ. 108. 17-18). Μετανάστεψε έξω από την πατρική αγάπη και επίβλεψη και φροντίδα, που τη θεωρούσε αγχώδες και βασανιστικό χαλινάρι. Αρνήθηκε στον γονιό και στο φίλτρο του κάθε ανάμειξη στη ζωή του, χάριν τάχα της ελευθερίας του, και κατάντησε στη δουλεία των δαιμόνων με τα τυραννικά επακόλουθά της: «Εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας εκείνης, και έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού βόσκειν χοίρους». Πόσο εξευτελιστικό για ένα αρχοντόπουλο. Νόμισε ότι μακριά από τον γονιό θα είχε ευδαιμονία, ωστόσο εκ πείρας πείσθηκε στο τέλος ότι η κατάντια της κακοδαιμονίας του ήταν έργο των δαιμόνων…
Επεξηγηματικά, η δουλεία στον πονηρό μετά τη «δουλεία» στον Πανάγαθο κοστίζει διπλά. Όσο πιο υψηλή κορυφή αρετής έχει κανείς κατακτήσει, τόσο πιο μεγάλο θα είναι το γκρέμισμά του αν πέσει.
Ιερομόναχος Ιουστίνος

