Μαρτυρία και διδαχή

Ανήκουμε στον Θεό

 Αν η ύπαρξή μας έχει αγκαλιάσει τον Ιησού ως Σωτήρα, ως Κύριο, ως κάτι το απόλυτο και απόλυτα ρυθμιστικό τού είναι μας, τότε ζούμε για να Τον ευχαριστούμε διττά, και με λόγο και με πράξη. Διευκρινίζει ο Ίδιος: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιω. 14.15).

Ξεθωριάζει και σβήνει καθετί άλλο και μένει να δεσπόζει μόνο ο Δεσπότης. «Μεγάλη η τυραννία της αγάπης. Απομακρύνει από όλα και προσδένει την ψυχή στον ποθούμενο. Αν έτσι αγαπήσουμε τον Χριστό, όλα τα εδώ θα φανούν σκιά, όλα εικόνα και όνειρο» προαγγέλλει ο ιερός Χρυσόστομος (Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ομιλία 87.3).

«Δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού» παροτρύνει ο απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. 6.20). Η δόξα μας ο Θεός, η καύχησή μας ο σταυρός. Το διατρανώνει σε άλλο σημείο ο Παύλος: «Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω» (Γαλ. 6.14). Ο εστερνισμένος τον Λυτρωτή δεν υπάρχει πια για τον κόσμο, όπως και ο κόσμος δεν υπάρχει πια γι’ αυτόν, κατά το μέτρο του κορυφαίου.

Πώς σε τέτοια περίπτωση δικαιολογούνται εγωισμοί, είτε δηλαδή αυταρέσκειες (ν’ αρέσω στον εαυτό μου) είτε κενοδοξίες (ν’ αρέσω στους άλλους)· να επιδεικνύω στον εαυτό μου και στους γύρω τα προσόντα μου, πραγματικά ή υποθετικά, από τα υψηλότερα (σαν την αρετή τάχα, την ευφυΐα και τη γνώση) ως τα πιο επιφανειακά και επιδερμικά (την εμφάνιση λείας και στιλπνής επιδερμίδας, σγουρών και βαμμένων μαλλιών, τον πολυτελή ιματισμό) και τα υπόλοιπα μάταια του ματαιόδοξου; Πώς δικαιολογούνται αδικίες και πονηρίες και πλεονεξίες; Πώς δικαιολογούνται σαρκικές θανάσιμες αμαρτίες; Ο νεκρός έχει γλυτώσει από όλο τον σαπρό εσμό των παθών· «ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας» (Ρωμ. 6.7).

Ο όσιος Μάξιμος ο ομολογητής παρατηρεί στη Φιλοκαλία ότι έργο τελειότατο αγάπης και όριο και άκρο της είναι η αντίδοση κατά το δυνατό ιδιωμάτων και ονομάτων, και η αφομοίωσή τους από την άλλη πλευρά. Λέγεται συνήθως ότι όταν υφίσταται βαθιά και θερμή φιλία μεταξύ δυο προσώπων, δίνουν τις καρδιές τους το ένα στο άλλο. Ο άγιος το υπερκέρασε! Πρεσβεύει ότι ταυτίζονται τόσο τα υποκείμενα της αγάπης, ώστε ο Θεός έγινε άνθρωπος, όπως και το αντίστροφο ο άνθρωπος έγινε Θεός, και τούτο χάρις στη «μια και απαράλλακτη των δυο κατά την προαίρεση θέληση και κίνηση» (Περί Θεολογίας κεφάλαια, εκατοντάς Γ’ 27).

Μας διδάσκει δηλαδή ο Πατήρ της Εκκλησίας ότι πραγματοποιήθηκε αντίδοση περίπου, ονομάτων και φύσεων μεταξύ Θεού – ανθρώπου. Έτσι οι ευλαβείς γίνεται τώρα θεοειδείς, θεόμορφοι.

Είπε στους Κορινθίους – και λέει και σε μας – ο Παύλος, ότι οι χριστιανοί δεν ανήκουμε στον εαυτό μας αλλά στον Θεό, γιατί αγορασθήκαμε με τιμή, το δε σώμα μας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος (Α’ Κορ. 6.19-20).

Λοιπόν το Πνεύμα ναοδομεί ή ορθότερα «ναοποιεί», για να μιλήσουμε κατά τον Θεολόγο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό (Λόγος 31, Θεολογικός πέμπτος 29). Πραγματικά δια του Πνεύματος καρπωνόμαστε την εν Χριστώ σωτηρία. Αυτό τελειοποιεί επισφραγιστικά και απαραίτητα τα μυστήρια, Αυτό μάς μετοχετεύει τη θεία Χάρη, Αυτό είναι η ζωή, και γενικά «όλο συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας» (Εσπέριο Πεντηκοστής), της κιβωτού της σωτηρίας.

Αφού τώρα δεν ανήκουμε στον εαυτό μας επειδή αγορασθήκαμε, γινόμαστε διαμονή του Τρισηλίου Θεού που ζητάει ολοκληρωτικά το είναι μας. Είναι Θεός ζηλότυπος, καθώς το δηλώνει στο Δεκάλογο του Σινά (Έξ. 20.5).

Ο Χριστός πιο ριζοσπαστικός «ζηλωτής» προχωράει και στο σπάσιμο στενοτέρων, έστω και ιερωτάτων δεσμών και θεσμών (Ματθ. 10.37). Το «δικαιούται», μια που απαρνήθηκε την ανέφικτη για τις ανθρώπινες δυνατότητες στενότατη ενδοτριαδική σχέση και περιχώρηση, δηλαδή «το είναι ίσα Θεώ», και «εαυτόν εκένωσε» (Φιλ. 2.6-7) για χάρη μας.

Αν λοιπόν, εφόσον έχουμε τύχει τέτοιας εξαιρετικότατης τιμής, να είμαστε δηλαδή κατοικητήρια του Πνεύματος, έναντι τέτοιου βαρυτιμότατου τιμήματος, δηλαδή του θείου αίματος, αν λοιπόν παλινδρομούμε και ερωτοτροπούμε με τον κάποτε ενοικιαστή μας, τον «κακοπληρωτή» διάβολο, τι φοβερό! Πώς μπορεί αυτός να συνυπάρξει με τον μόνο μακάριο Θεό; «Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαλ;» (Β’ Κορ. 6.14-15).

Γι’ αυτό σε μια περικοπή-καταπέλτη (Α’ Κορ. κεφ. 6) απορεί και επιπλήττει αυστηρά ο απόστολος τους Κορινθίους που επαμφοτέριζαν, γράφοντάς τους «αλλά απελούσασθε, αλλά ηγιάσθητε, αλλά εδικαιώθητε εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού και εν τω Πνεύματι του Θεού ημών» (Α’ Κορ. 6.11).

Απολουσθήκαμε, αγιασθήκαμε, δικαιωθήκαμε. Πώς τολμάμε με τις αμαρτίες μας να ξανασταυρώνουμε τον Υιό του Θεού; Όποιος μάλιστα αμαρτάνει όχι μόνο από παροδική έλλειψη αγωνιστικότητος και από κάμψη της στιγμής, αλλά θεληματικά, συστηματικά και με υπολογισμό, και ακόμη χειρότερα όποιος θεομαχεί, αυτός θ’ αντιμετωπίσει τα χειρότερα. Θα τιμωρηθεί αδυσώπητα, «τον υιόν του Θεού καταπατήσας και το αίμα της διαθήκης κοινόν ηγησάμενος, εν ω ηγιάσθη, και το Πνεύμα της χάριτος ενυβρίσας… φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» (Εβρ. 10.29-31).

Όπως και αν έχει το πράγμα, ναός Θεού είμαστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί μέσα μας. Κατ’ ακολουθία «ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθειρεί τούτον ο Θεός» (Α’ Κορ. 3.16-17).

 

Ιερομόναχος Ιουστίνος

 

 

 

 

 

 

 

Ανήκουμε στον Θεό

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.