Αδελφοί και πατέρες, θα ευχόμουν βέβαια να σιωπώ πάντοτε, διότι θα μπορούσα τότε και τις δικές μου αμαρτίες να κλαίω και να μην αναλαμβάνω ποτέ το έργο του διδασκάλου ή να κατηχώ την αγάπη σας ή να δείχνω έστω και ελάχιστα στους άλλους τους δρόμους της σωτηρίας, και αυτό, όχι επειδή το πράγμα είναι αντίθετο με την εντολή του Θεού, απεναντίας μάλιστα είναι και περισσότερο ευπρόσδεκτο απ’ αυτόν, αλλά επειδή συμβαίνει να είμαι ανάξιος γι’ αυτό το πνευματικό τόλμημα. Γι’ αυτό και φοβούμαι ο άθλιος μήπως θα ειπωθεί πολύ εύστοχα και για μένα εκείνος ο λόγος του Δαβίδ: «Στον αμαρτωλό ωστόσο είπε ο Θεός· “Γιατί εσύ διηγείσαι τις εντολές μου και παίρνεις στο στόμα σου τη διαθήκη μου; Εσύ άλλωστε μίσησες την παιδαγωγία και απέρριψες με καταφρόνηση τα λόγια μου”» (Ψαλ. 49:16-17).
![]()
Αλλά ας δούμε, αν θέλετε, ποιος είναι αυτός που μισεί την παιδαγωγία και ποιος είναι αυτός που καταφρονητικά απορρίπτει τα λόγια του Θεού.
Εκείνος, που δεν υπακούει στους νόμους του Θεού, μισεί την παιδαγωγία που προέρχεται από τους λόγους του Κυρίου, και κλείνει τα αυτιά του, για να μην ακούσει το λόγο για την τελική ανταμοιβή των αμαρτωλών ή για εκείνη την αιώνια φωτιά και τις τιμωρίες του άδη και εκείνη την αιώνια καταδίκη, από την οποία δεν είναι δυνατό να διαφύγει αυτός που έπεσε μία φορά στις τιμωρίες της.
Εκείνος μάλιστα που δεν έχει πάντοτε μπροστά στα μάτια του με όλη την ισχύ και με όλη τη δύναμη της ψυχής του τις εντολές του Θεού και δεν τις τηρεί, αλλά τις καταφρονεί και προτιμά τα αντίθετα απ’ αυτές και τα κάνει, αυτός είναι που καταφρονητικά απορρίπτει τα λόγια του Θεού.
Και για να κάνω φανερό με συντομία το νόημα του λόγου, λέω ότι, όταν ο Θεός, από τη μία, προστάζει και φωνάζει απερίφραστα: «Μετανοείτε, διότι έφθασε η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 4:17), και: «Φροντίστε να μπείτε από τη στενή πύλη» (Ματθ. 7:13), και αυτός, από την άλλη, ακούγοντας αυτά, όχι μόνο δεν έχει τη διάθεση να μετανοήσει και να πιέσει τον εαυτό του να μπει από τη στενή πύλη, αλλά και περνά όλες τις μέρες της ζωής του ρεμβάζοντας και διασκορπίζοντας την ψυχή του, με το να προσθέτει κάθε στιγμή κακά στα δικά του κακά και να επιδιώκει περισσότερο από όσο χρειάζεται την άνεση του σώματος και την περιποίησή του, πράγμα που είναι γνώρισμα κυρίως του πλατιού και ευρύχωρου δρόμου και όχι του στενού και δύσκολου, που οδηγεί στην αιώνια ζωή (Ματθ. 7:13-14), τότε λοιπόν αυτός και απορρίπτει καταφρονητικά τα λόγια του Θεού και κάνει τα δικά του θελήματα, ή, μάλλον, κάνει τα θελήματα του διαβόλου.
![]()
Επειδή κάνω αυτά πρώτος και εγώ ο ταλαίπωρος, και είμαι πεσμένος μέσα στο λάκκο του βορβόρου και συναισθάνομαι τα δικά μου κακά, φωνάζω, κράζοντας από τον βυθό και λέγοντας σε όλους εκείνους που περνούν από έξω: «Απομακρυνθείτε, αδελφοί, όσο μπορείτε, απ’ αυτόν τον φοβερότατο λάκκο, και βαδίστε τον ευθύ δρόμο, που είναι ο Χριστός (πρβ. Ιω. 14:6). Και κανείς να μην ξεφύγει προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, για να μην πέσει εδώ μέσα μαζί μ’ εμένα τον πανάθλιο και δύστυχο και στερηθεί μαζί με τα επίγεια και τα ουράνια αγαθά».
Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου Έργα, Λόγος έβδομος (απόσπασμα), σελ. 123. Μετάφραση Κωνσταντίνου Γ. Φραντζολά. Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2017.

