Ο μέγας αυτός ιεράρχης της ρωσικής Εκκλησίας, ο οποίος κατόρθωσε να διαφυλάξει την Εκκλησία και το ποίμνιό του στους δύσκολους καιρούς της μογγολικής κατοχής, γεννήθηκε στις αρχές του 14ου αιώνα από οικογένεια αξιωματούχων της αυλής του μεγάλου ηγεμόνος της Μόσχας Δανιήλ Αλεξάνδροβιτς [4 Μαρτ.]. Έλαβε λαμπρή μόρφωση και έφθασε σε τόσο υψηλό επίπεδο γνώσης της ελληνικής γλώσσας, ώστε η μετάφραση του Ευαγγελίου που εκπόνησε χρησιμοποιήθηκε ως βάση της σλαβικής έντυπης έκδοσης.
Ευλαβής, συνεσταλμένος, με κλίση στην μελέτη της Γραφής και στην προσευχή παρά στις κοσμικές εκδηλώσεις, έγινε μοναχός σε ηλικία είκοσι ετών, στην Μονή των Θεοφανείων της Μόσχας, όπου έζησε ησυχαστικά επί είκοσι χρόνια, υπό την καθοδήγηση του Στεφάνου, αδελφού του αγίου Σεργίου του Ραντονέζ, μέσω του οποίου συνδέθηκε φιλικά με τον μεγάλο γέροντα. Η παιδεία και οι αρετές του δεν πέρασαν απαρατήρητες κι έτσι ο μητροπολίτης Θεόγνωστος [14 Μαρτ.] τον όρισε εκπρόσωπό του στο Βλαδιμίρ, την κανονική έδρα του μητροπολίτου της Ρωσίας, ο οποίος διέμενε τότε κατά κανόνα στην Μόσχα. Ο Αλέξιος τοποθετήθηκε επίσης στην θέση του προέδρου του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, επιδεικνύοντας μεγάλη ικανότητα στην ρύθμιση των υποθέσεων της Εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό, ο μητροπολίτης, προχωρημένης ηλικίας και άρρωστος, πρότεινε στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να τον χειροτονήσει διάδοχό του. Λίγο μετά την χειροτονία του ως επισκόπου του Βλαδιμίρ, κι ενώ ο Θεόγνωστος είχε κοιμηθεί (1353), ο Αλέξιος προσκλήθηκε από τον πατριάρχη άγιο Φιλόθεο [11 Οκτ.] στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε περισσότερο από ένα έτος στην σχολή του μεγάλου τούτου διδασκάλου της ορθοδόξου πίστεως.
![]()
Φθάνοντας στην Βασιλεύουσα, βρήκε άλλον έναν διεκδικητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου της Ρωσίας, κάποιον Ρωμανό, που είχε σταλεί από τον ηγεμόνα της Λιθουανίας και τους εχθρούς της ηγεμονίας της Μόσχας. Ο αντίζηλος αυτός υποστηριζόταν στην Κωνσταντινούπολη από τους οπαδούς του αιρετικού Βαρλαάμ, ενώ την υπόθεση του αγίου Αλεξίου υπερασπίζονταν οι μαθητές του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά [14 Νοεμ.]. Τελικά ο Πατριάρχης Φιλόθεος επεφύλαξε στον άγιο Αλέξιο τον τίτλο του αρχιεπισκόπου και μητροπολίτου Κιέβου, Βλαδιμίρ και πάσης Ρωσίας (1354) και παραχώρησε στον Ρωμανό δικαιοδοσία μόνο επί της Λιθουανίας. Με την πολιτική ανατροπή στην Κωνσταντινούπολη και την ανάληψη της εξουσίας από τον Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο, ο Αλέξιος κλήθηκε εκ νέου στην Βασιλεύουσα από τον νέο πατριάρχη, άγιο Κάλλιστο Α’, για να δικαιολογήσει την εκλογή του. Ο Ρωμανός, ωστόσο, δεν παραδέχθηκε την ήττα του και κατηγόρησε τον Αλέξιο ότι δεν διέμενε στην έδρα του, το Κίεβο. Ο άγιος Αλέξιος αναγκάσθηκε τότε να μεταβεί εκεί, αλλά συνελήφθη με εντολή του δούκα της Λιθουανίας και απελευθερώθηκε μόνο χάρις στην επέμβαση αφοσιωμένων πιστών.
![]()
Όταν ο άγιος Φιλόθεος ανέκτησε τον θρόνο του (1364), αποφάσισε ότι η ρωσική Εκκλησία έπρεπε να εξαρτάται από έναν και μόνο μητροπολίτη. Λίγα χρόνια, όμως, αργότερα ο βασιλέας της Πολωνίας ίδρυσε την μητρόπολη Γαλικίας και ο ηγεμόνας της Λιθουανίας, Όλγκερντ, κατηγορώντας τον μητροπολίτη για πολιτική μεροληψία υπέρ της ηγεμονίας της Μόσχας, φρόντισε να εκλεγεί στην θέση του ο άγιος Κυπριανός ως αρχιεπίσκοπος Κιέβου [16 Σεπτ.]. Η Εκκλησία, λοιπόν, βρέθηκε πάλι διαιρεμένη: οι ηγεμονίες του Βορρά αναγνώριζαν τον Αλέξιο, ως πρωθιεράρχη, ενώ οι ηγεμονίες του Νότου τον Κυπριανό.
Στην πραγματικότητα ο άγιος Αλέξιος ασκούσε στην Μόσχα όχι μόνο το αξίωμα του αρχιεπισκόπου, αλλά βρισκόταν επίσης επικεφαλής του Κράτους, διότι μετά τον θάνατο του ηγεμόνος Συμεών του Υπερηφάνου (1353) στον λοιμό, έγινε αντιβασιλέας κατά την βασιλεία του ασθενικού ηγεμόνα Ιωάννη. Κατά την περίοδο αυτή ο άγιος ιεράρχης συνέβαλε ενεργητικά στην εδραίωση του μοσχοβίτικου κράτους, διασφαλίζοντας την υπεροχή του έναντι των άλλων ηγεμονιών. Ήταν όντως η μόνη λογική λύση ώστε να εξασφαλισθεί η ενότητα του έθνους που γεννιόταν και να αποφευχθεί η αιματηρή καταπίεση από πλευράς των Μογγόλων κατακτητών. Για τον σκοπό αυτό μάλιστα ταξίδευσε δύο φορές στην Χρυσή Ορδή, την έδρα του χάνου των Τατάρων. Την πρώτη φορά θεράπευσε την σύζυγο του χάνου, Ταϊντουλά, από σοβαρή ασθένεια (1359). Με το θαύμα αυτό απέκτησε μεγάλο κύρος στους Τατάρους, το οποίο μπόρεσε να εκμεταλλευθεί λίγα χρόνια αργότερα, σε μια δεύτερη αποστολή με σκοπό να κατευνάσει το μίσος του νέου χάνου κατά των Ρώσων και να εξασφαλίσει την ελευθερία της Εκκλησίας. Όταν πέθανε ο μέγας ηγεμόνας Ιωάννης Γ’ Ιβάνοβιτς, ο άγιος Αλέξιος ανέλαβε για κάποιο διάστημα την αντιβασιλεία του Κράτους, μέχρι την ενηλικίωση του ηγεμόνος Δημητρίου Ντονσκόι [19 Μαΐου]. Υπό την ιδιότητά του αυτή πραγματοποίησε ένα τρίτο ταξίδι στην Χρυσή Ορδή, για να εξασφαλίσει την συγκατάθεση του χάνου στην αναγόρευση του Δημητρίου ως μεγάλου ηγεμόνα.
![]()
Καθ’ όλη την διάρκεια της τόσο κοπιαστικής επισκοπικής διαποίμανσής του, που είδε το απόγειο της βυζαντινής επιρροής στην ρωσική γη, ο άγιος Αλέξιος παρέμεινε αφοσιωμένος στην μοναχική βιοτή. Ίδρυσε πλήθος μοναστηριών και ενεθάρρυνε ιδιαιτέρως τον γυναικείο μοναχισμό, εξασφαλίζοντας την ανεξαρτησία των γυναικείων μονών έναντι των ανδρώων. Βρισκόταν σε επαφή όσο πιο συχνά μπορούσε με τους οσίους μοναχούς της εποχής του και ίδρυσε και μια ακόμη νέα μονή. Προς το τέλος της ζωής του θέλησε να επιβάλει στον φίλο του άγιο Σέργιο να γίνει διάδοχός του, αλλά εκείνος αρνήθηκε από ταπεινοφροσύνη. Αφού μόχθησε τόσο για την Εκκλησία και το έθνος του, ο άγιος Αλέξιος αναπαύθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1378. Τα λείψανά του βρέθηκαν άφθαρτα, και τιμώνται σήμερα στον καθεδρικό ναό των Θεοφανίων στην Μόσχα.
Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος έκτος, Φεβρουάριος. Εκδόσεις Ορμύλια, σελ. 143.

