Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου21 Σεπτεμβρίου

Των Αγίων Κοδράτου Αποστόλου, Ιωνά Προφήτου, Ευσεβίου, Ισακίου Επισκόπου Κύπρου κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

21-9 (1)

Τω αυτώ μηνί ΚΑ’, μνήμη του Αγίου Αποστόλου Κοδράτου του εν Μαγνησία.

Αθλητικών Κοδράτε σων κηρυγμάτων,
Εν ουρανοίς βραβεία πολλά λαμβάνεις.

Εικάδι δε πρώτη Κοδράτος στέφος εύρατο άθλοις.

Ούτος ήτον ανήρ σοφός και πολυμαθής. Γενόμενος δε και αυτός ένας από τους μαθητάς του Χριστού, και πλουτήσας την πυρίπνοον χάριν του Πνεύματος, εχειροτονήθη Επίσκοπος των Αθηναίων. Και πολλούς μεν επίστρεψεν εις την αληθή πίστιν Χριστού. Τους δε σοφούς των Ελλήνων, οίτινες υπερηφανεύοντο μεγάλως εις την σοφίαν τους, επεστόμισε και κατήσχυνε με την χάριν του Θεού, και με την δύναμιν των λόγων. Όθεν από τους διώκτας των Χριστιανών τιμωρηθείς με πέτρας, με φωτίαν, και με πολλάς άλλας βασάνους, εδιώχθη από την επαρχίαν και ποίμνιόν του. Και απελθών εις την πόλιν Μαγνησίαν, εδίωξε και από εκεί με τας διδασκαλίας του το σκότος της πλάνης. Και ύστερον κατά τους χρόνους Αδριανού του καλουμένου Αιλίου, εν έτει ριζ’ [117], λαμβάνει του μαρτυρίου τον στέφανον. Το δε άγιον αυτού λείψανον ευρίσκεται εις την Μαγνησίαν πηγάζον πλουσίως κάθε ιατρείαν ασθενείας εις όλους εκείνους, οπού πλησιάζουν εις αυτό μετά πίστεως.

 

 

 

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Προφήτου Ιωνά.

Από προσώπου του Θεού φεύγεις πάλαι,
Νυν δε πρόσωπον Ιωνά τούτου βλέπεις.

Ούτος ήτον υιός του Αμαθή, καταγόμενος από την Γετ Καριαθμαούς, κατοικών κοντά εις την Άζωτον, ήτις ήτον πόλις των αλλοφύλων Ελλήνων παραθαλάσσιος. Η δε μήτηρ αυτού, ήτον η χήρα εκείνη, προς την οποίαν επέμφθη ο Ηλίας, όταν δια προσευχής του εγένετο πείνα εις την Σαμάρειαν, και εις όλην την επικράτειαν των δέκα φυλών. Όθεν και δια την φιλοξενίαν εκείνην ευλόγησε τον καμψάκην, ήτοι το αγγείον του ελαίου, και την υδρίαν του αλεύρου. Ώστε οπού ούτε ευκέρωσεν, ούτε ωλιγόστευσεν εν όσω επεκράτει η πείνα (1). Ούτος ο Ιωνάς είναι ο υιός της προρρηθείσης χήρας, τον οποίον παραδόξως ανέστησεν ο Ηλίας εκ των νεκρών.

Αφ’ ου δε επέρασεν ο καιρός της πείνας, εσηκώθη και επήγεν εις γην Ιούδα, και εκεί επροφήτευε με την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Επειδή δε επροστάχθη από τον Θεόν, δια να υπάγη να κηρύξη εις την Νινευΐ την καταστροφήν, οπού έμελλε να πάθη μετ’ ολίγον, δεν υπήκουσεν. Όθεν φεύγωντας από προσώπου του Θεού, και περιπίπτωντας εις μεγάλην φουρτούναν της θαλάσσης· και γνωρισθείς υπό των ναυτών, ότι αυτός είναι ο αίτιος της φουρτούνας, ρίπτεται εις την θάλασσαν. Και ευθύς από προσταγήν Θεού καταπίνει αυτόν ένα μεγάλον κήτος (το οποίον, τινές μεν, ονομάζουν φάλαιναν, τινές δε, καβιντόγιον (2)).

Μετά δε τρεις ημέρας και τρεις νύκτας ξερασθείς από το κήτος, προετύπωσε την τριήμερον ταφήν και ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Πορευθείς λοιπόν και μη θέλων εις Νινευΐ, εκήρυξεν ότι μετά τρεις ημέρας έχει να καταστραφή η πόλις εκείνη. Επειδή δε μετενόησαν οι Νινευΐται, δεν ηφάνισεν αυτούς ο Θεός.

Όθεν ο Ιωνάς επαναγυρίσας εις την πατρίδα του, δεν έμεινεν εις αυτήν. Αλλά πέρνωντας την μητέρα του, επήγεν εις Ασσούρ, χώραν των αλλοφύλων, επιλέγωντας τούτον τον λόγον. Έτζι θέλω σηκώσω από λόγου μου τον ονειδισμόν και την ατιμίαν, ότι εφάνηκα ψεύστης, με το να επροφήτευσα μεν εναντίον της πόλεως Νινευΐ, δεν αλήθευσεν όμως η προφητεία μου.

Αφ’ ου δε απέθανεν η μητέρα του, και έθαψεν αυτήν, τότε επήγε και εκατοίκησεν εις γην Σαραάρ (3), κοντά εις την βάλανον της Δεβόρρας, όπου αποθανών, ενταφιάσθη εν τω σπηλαίω του Κενεζαίου, όστις έγινε κριτής εις μίαν φυλήν των Εβραίων κατά τον καιρόν της αναρχίας. Προφητεύωντας δε, είπεν ότι έχει να ακολουθήση ένα σημείον θαυμάσιον και τερατώδες εναντίον της Ιερουσαλήμ και όλης της γης: ήγουν ότι όταν ιδούν οι άνθρωποι μίαν πέτραν να φωνάζη ελεεινώς με μίαν λεπτήν φωνήν, και ένα κάνθαρον να φωνάζη από το ξύλον προς τον Θεόν, τότε ας ηξεύρουν, ότι είναι κοντά η σωτηρία. Τότε έχουν να ιδούν και την Ιερουσαλήμ κατακρημνισμένην έως εις τα θεμέλια. Και θέλουν έλθουν εις αυτήν όλα τα έθνη να προσκυνήσουν τον Κύριον. Και θέλουν μεταθέσουν τας πέτρας αυτής κατά τας δυσμάς του ηλίου. Και τότε έχει να γένη η προσκύνησις του ηλειμμένου: ήτοι του Μεσσία. Και η Ιερουσαλήμ θέλει γένη σιγχαμερά, με το να ερημωθή, και με το να κατοικήσουν εις αυτήν θηρία. Και τότε θέλει έλθη το τέλος κάθε πνοής (4).

(1) Περί του Ιωνά ταύτα λέγει ο Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος εις τα Ιουδαϊκά. Ότι αγκαλά και ο ιερός Επιφάνιος λόγοις Εβραίων πειθόμενος, υπέλαβεν, ότι ο Ιωνάς ήτον υιός της χήρας, αλλ’ όμως δεν ήτον Τύριος ή Σιδώνιος, αλλ’ Ιουδαίος, ακμάσας κατά τους χρόνους των βασιλέων Αμεσίου και Ιεροβοάμου. Τον οποίον αποκαμόντα από τα δεινά, διήγειρεν ο Ιωνάς και θάρρος ενέθηκεν εις αυτόν κατά των Σύρων, ως ιστορεί ο Ιώσηπος. Εξέβρασε δε αυτόν το κήτος εις τας όχθας της Παλαιστίνης, ή εις την Μαύρην Θάλασσαν, ως λέγει ο Ιώσηπος. Καθότι και από την Παλαιστίνην, και από την Μαύρην Θάλασσαν πηγαίνει τινάς εις την Νινευΐ. Προέλαβε δε ούτος την του Κυρίου σάρκωσιν χρόνους σχεδόν οκτακοσίους, κατά τινας. Ιωνάς δε θέλει να ειπή ελληνιστί, περιστερά. Όρα περί τούτου και όσα είπομεν ημείς εις την ερμηνείαν της ζ’ ωδής της στιχολογίας, ήτις εστάλθη δια να τυπωθή. Ότι δε οι Νινευΐται εγύρισαν πάλιν εις τας προτέρας αμαρτίας, και δια τούτο κατεποντίσθη η πόλις αυτών, επροφήτευσεν ο Προφήτης Ναούμ, ονομάζων αυτήν πόλιν αιμάτων, όλην ψευδή και αδικίας πλήρη (κεφ. γ’, 1). Και ακολούθως λέγει· «Πας ο ορών σε καταβήσεται από σου, και ερεί. Δειλαία Νινευΐ, τις στενάξει αυτήν; Ουκ έστιν ίασις τη συντριβή σου. Εφλέγμανεν η πληγή σου». Και ο Τωβίτ είπε προς τον υιόν αυτού Τωβίαν· «Άπελθε εις την Μηδίαν τέκνον, ότι πέπεισμαι όσα ελάλησεν Ιωνάς ο Προφήτης περί Νινευΐ, ότι καταστραφήσεται. Εν δε τη Μηδία έσται ειρήνη μάλλον έως καιρού» (Τωβίτ ιδ’, 4). Εκήρυξε δε ούτος προς τους Νινευΐτας δια της εγχωρίου γλώσσης. Η της Νινευΐ δε διάλεκτος ήτον ασσύριος, ήτις ολίγον διαφέρει της εβραϊκής, ως λέγει Κλήμης ο Κανόνικος. Όρα και εις την α’ Δεκεμβρίου τας υποσημειώσεις εις το Συναξάριον του Ναούμ.

(2) Χάριν των φιλολόγων και περιέργων, προσθέττομεν ενταύθα ολίγα τινά περί των κητών. Τα κήτη είναι μεγαλίτερα από κάτεργον, κατά τον Θεοκλήν. Μεγαλίτερα πέντε φοραίς από τον ελέφαντα, κατά τον Αιλιανόν. Είναι πεντήκοντα πηχών εις το μάκρος κατά τον Ερατοσθένη. Και εικοσιπέντε οργυιών, ήτοι εκατόν πηχών, κατά τον Νέαρχον. Και εξακοσίων ποδών, κατά τον Ονησίκρατον και Ορθαγόραν. Και τεσσάρων πλέθρων, ήτοι χιλίων ποδών το μάκρος, και πεντακοσίων το πλάτος. Όθεν και οι θείοι Πατέρες τοις παλαιοίς τούτοις επόμενοι, παραδίδουσι μεγέθη υπερβολικά των κητών. Ο μεν γαρ Μέγας Βασίλειος λέγει, ότι τα κήτη παρομοιάζουν με τα μεγάλα βουνά κατά το μέγεθος του σώματος, και φαίνονται ωσάν νησία (Ομιλ. ζ’ εις την Εξαήμερον). Ο δε Αμβρόσιος, όταν, λέγει, τα κήτη κολυμβούν επάνω εις τα κύματα, νομίζει τινάς, ότι είναι νησία, και βουνά υψηλότατα {τα} φθάνοντα έως του ουρανού με τας άκρας κορυφάς των. Λέγει δε και ο Αντιοχείας Ευστάθιος (εις την Εξαήμερον) ότι ένα κήτος ασπιδοχελώνη καλούμενον, είναι τόσον μεγάλον, ώστε οπού φαίνεται εις τους ναύτας ωσάν νησίον. Αλλά και οι νεώτεροι λέγουσιν, ότι εις την Σαντονίαν, πόλιν της Γαλλίας εν τω Βρετανικώ Ωκεανώ ευρισκομένην, αλιεύθη ένα κήτος ποδών εκατόν είκοσι κατά τον Σκαλίγερον. Και εν τη Βαλτική Θαλάσση αλιεύθη άλλο, εκατόν πηχών μήκος έχον κατά τον Ζεϊγλέρον. Ταύτα και άλλα πολλά διηγούνται οι καθ’ εκάστην αλιεύοντες τα κήτη τα καλούμενα φαλαίνας. (Όρα εις τας Σημειώσεις του Θεοτόκη εν τη ανασκευή της τελευταίον διερμηνευθείσης Διαθήκης.)

(3) Εν δε τω τετυπωμένω Συναξαριστή γράφεται Σεναάρ.

(4) Σημείωσαι, ότι το σημείον τούτο οπού ο Ιωνάς επροφήτευσε, δεν ευρίσκεται εις την Αγίαν Γραφήν. Φαίνεται όμως ότι και άλλας προφητείας εποίησεν, αίτινες ου σώζονται τώρα, κατά τον Θεοδώρητον, και Θεοφύλακτον Βουλγαρίας, συμπεραίνοντας τούτο από εκείνο οπού γράφεται εις τας Βασιλείας περί αυτού· «Αυτός (ο Ιεροβοάμ) ος επέστησε το όριον Ισραήλ από εισόδου Αιμάθ έως της Θαλάσσης της Άραβα κατά το ρήμα Κυρίου Θεού Ισραήλ, ο ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού Ιωνά υιού Αμαθί του Προφήτου εν Γεχθοφέρ» (Δ’ Βασιλ. ιδ’, 25). Ούτος γαρ ο λόγος ουχ’ ευρίσκεται εις την προφητείαν του Ιωνά.

*

Μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Ιωνά του Σαββαΐτου, πατρός Θεοδώρου και Θεοφάνους των Γραπτών.

Αφείς Ιωνάς αστάτου βίου τόπον,
Εστώτα και βέβαιον ευρίσκει τόπον.

Ούτος ο Όσιος ήτον Πρεσβύτερος εν έτει ωκθ’ [829], πατήρ γνήσιος χρηματίσας των οσιωτάτων και μακαριωτάτων Ομολογητών, Θεοδώρου λέγω, και Θεοφάνους των Γραπτών, ων τα πρόσωπα επέγραψε Θεόφιλος ο εικονομάχος. Ούτος λοιπόν πηγαίνωντας εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, και γενόμενος μοναχός, απόκτησεν άκραν προς τον Θεόν ευλάβειαν. Και αφ’ ου εκατόρθωσεν όλας τας αρετάς, με καλόν γηρατείον απήλθε προς Κύριον.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Ευσέβιος ξίφει τελειούται.

Ευσέβιον κτείνουσι δυσσεβείς ξίφει,
Τον ευσεβώς βιούντα και Χριστού φίλον.

Ούτος ο Άγιος αυτοκάλεστος επαρρησιάσθη εις τον άρχοντα της Φοινίκης, και είπε προς αυτόν. Τι ανόητον έργον κάμνεις, και διώκεις ω άρχων την ποίμνην του Χριστού; Ο δε άρχων θυμωθείς, επρόσταξε να κρεμασθή ο του Χριστού αθλητής και να ξεσχίζεται. Είτα με τρίχινα πανία ενωμένα ομού με άλας, να τρίβωνται τα πληγωμένα μέλη του. Ο δε Μάρτυς έχαιρε και ηγαλλιάτο, ωσάν να ήτον άλλος οπού έπασχε, και όχι αυτός ο ίδιος. Ο δε άρχων απορών, και μη ηξεύρωντας τι να κάμη, επρόσταξε να αποκεφαλίσουν αυτόν. Και έτζι ο μακάριος ανέβη εις τους Ουρανούς, δια να λάβη τον του μαρτυρίου αμαράντινον στέφανον.

*

Οι Άγιοι Μάρτυρες Ευσέβιος, Νέσταβος, και Ζήνων οι αυτάδελφοι, λίθοις τελειούνται.

Ευσέβιος, Νέσταβος, αλλά και Ζήνων,
Δι’ ευσεβή θνήσκουσι πίστιν εκ ξίφους (5).

(5) Σημείωσαι, ότι των Μαρτύρων τούτων το Μαρτύριον, γράφει ο Σωζόμενος, βιβλ. ε’, κεφ. η’.

*

Ο Όσιος Πατήρ ημών Ισάκιος Επίσκοπος Κύπρου εν ειρήνη τελειούται.

Τον μόσχον Ισάκιε τον θείον θύων,
Ξίφει δι’ αυτόν οία περ μόσχος θύη.

Ούτος ο Άγιος και μακάριος Πατήρ ημών Ισάκιος, γέγονεν Επίσκοπος της εν Κύπρω Εκκλησίας, ευλαβής ων και φοβούμενος τον Θεόν. Είχε δε έργον ακατάπαυστον το να διδάσκη τον λαόν τα θεία λόγια του Χριστού, και προσέτι, να διαμοιράζη τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς. Ούτω δε κάνωντας εις όλην του την ζωήν, τελευταίον υπό των απίστων θανατώνεται με το ξίφος, και προς ον επόθησε Κύριον εκδημεί.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Πρίσκος πυρί τελειούται.

Φέρων ύδωρ ζων Πρίσκος εν τη καρδία,
Εμπρησμόν ου δέδοικε τον του σαρκίου.

*

Μνήμη των Αγίων εξ Μαρτύρων, υπασπιστών όντων του βασιλέως Μαξιμιανού, εν έτει σϞη’ [298].

Υπέρ Θεού κλίναντος εν ξύλω κάραν,
Εξ Μάρτυρες κλίνουσι την κάραν ξίφει.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

21-9 (1)Τῷ αὐτῷ μηνὶ ΚΑ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Κοδράτου τοῦ ἐν Μαγνησίᾳ.

Ἀθλητικῶν Κοδράτε σῶν κηρυγμάτων,
Ἐν οὐρανοῖς βραβεῖα πολλὰ λαμβάνεις.

Εἰκάδι δὲ πρώτῃ Κοδράτος στέφος εὕρατο ἄθλοις.

Οὗτος ἦτον ἀνὴρ σοφὸς καὶ πολυμαθής. Γενόμενος δὲ καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, καὶ πλουτήσας τὴν πυρίπνοον χάριν τοῦ Πνεύματος, ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος τῶν Ἀθηναίων. Καὶ πολλοὺς μὲν ἐπίστρεψεν εἰς τὴν ἀληθῆ πίστιν Χριστοῦ. Τοὺς δὲ σοφοὺς τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ὑπερηφανεύοντο μεγάλως εἰς τὴν σοφίαν τους, ἐπεστόμισε καὶ κατῄσχυνε μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ τὴν δύναμιν τῶν λόγων. Ὅθεν ἀπὸ τοὺς διώκτας τῶν Χριστιανῶν τιμωρηθεὶς μὲ πέτρας, μὲ φωτίαν, καὶ μὲ πολλὰς ἄλλας βασάνους, ἐδιώχθη ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν καὶ ποίμνιόν του. Καὶ ἀπελθὼν εἰς τὴν πόλιν Μαγνησίαν, ἐδίωξε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τὰς διδασκαλίας του τὸ σκότος τῆς πλάνης. Καὶ ὕστερον κατὰ τοὺς χρόνους Ἀδριανοῦ τοῦ καλουμένου Αἰλίου, ἐν ἔτει ριζ΄ [117], λαμβάνει τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον. Τὸ δὲ ἅγιον αὐτοῦ λείψανον εὑρίσκεται εἰς τὴν Μαγνησίαν πηγάζον πλουσίως κάθε ἰατρείαν ἀσθενείας εἰς ὅλους ἐκείνους, ὁποῦ πλησιάζουν εἰς αὐτὸ μετὰ πίστεως.

 

 

 

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ἰωνᾶ.

Ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ φεύγεις πάλαι,
Νῦν δὲ πρόσωπον Ἰωνᾶ τούτου βλέπεις.

Οὗτος ἦτον υἱὸς τοῦ Ἀμαθῆ, καταγόμενος ἀπὸ τὴν Γὲτ Καριαθμαούς, κατοικῶν κοντὰ εἰς τὴν Ἄζωτον, ἥτις ἦτον πόλις τῶν ἀλλοφύλων Ἑλλήνων παραθαλάσσιος. Ἡ δὲ μήτηρ αὐτοῦ, ἦτον ἡ χήρα ἐκείνη, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐπέμφθη ὁ Ἠλίας, ὅταν διὰ προσευχῆς του ἐγένετο πεῖνα εἰς τὴν Σαμάρειαν, καὶ εἰς ὅλην τὴν ἐπικράτειαν τῶν δέκα φυλῶν. Ὅθεν καὶ διὰ τὴν φιλοξενίαν ἐκείνην εὐλόγησε τὸν καμψάκην, ἤτοι τὸ ἀγγεῖον τοῦ ἐλαίου, καὶ τὴν ὑδρίαν τοῦ ἀλεύρου. Ὥστε ὁποῦ οὔτε εὐκέρωσεν, οὔτε ὠλιγόστευσεν ἐν ὅσῳ ἐπεκράτει ἡ πεῖνα (1). Οὗτος ὁ Ἰωνᾶς εἶναι ὁ υἱὸς τῆς προρρηθείσης χήρας, τὸν ὁποῖον παραδόξως ἀνέστησεν ὁ Ἠλίας ἐκ τῶν νεκρῶν.

Ἀφ’ οὗ δὲ ἐπέρασεν ὁ καιρὸς τῆς πείνας, ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγεν εἰς γῆν Ἰούδα, καὶ ἐκεῖ ἐπροφήτευε μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπειδὴ δὲ ἐπροστάχθη ἀπὸ τὸν Θεόν, διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ κηρύξῃ εἰς τὴν Νινευῒ τὴν καταστροφήν, ὁποῦ ἔμελλε νὰ πάθῃ μετ’ ὀλίγον, δὲν ὑπήκουσεν. Ὅθεν φεύγωντας ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ, καὶ περιπίπτωντας εἰς μεγάλην φουρτοῦναν τῆς θαλάσσης· καὶ γνωρισθεὶς ὑπὸ τῶν ναυτῶν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ αἴτιος τῆς φουρτούνας, ῥίπτεται εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ εὐθὺς ἀπὸ προσταγὴν Θεοῦ καταπίνει αὐτὸν ἕνα μεγάλον κῆτος (τὸ ὁποῖον, τινὲς μέν, ὀνομάζουν φάλαιναν, τινὲς δέ, καβιντόγιον (2)).

Μετὰ δὲ τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας ξερασθεὶς ἀπὸ τὸ κῆτος, προετύπωσε τὴν τριήμερον ταφὴν καὶ ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πορευθεὶς λοιπὸν καὶ μὴ θέλων εἰς Νινευΐ, ἐκήρυξεν ὅτι μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἔχει νὰ καταστραφῇ ἡ πόλις ἐκείνη. Ἐπειδὴ δὲ μετενόησαν οἱ Νινευῖται, δὲν ἠφάνισεν αὐτοὺς ὁ Θεός.

Ὅθεν ὁ Ἰωνᾶς ἐπαναγυρίσας εἰς τὴν πατρίδα του, δὲν ἔμεινεν εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ πέρνωντας τὴν μητέρα του, ἐπῆγεν εἰς Ἀσσούρ, χώραν τῶν ἀλλοφύλων, ἐπιλέγωντας τοῦτον τὸν λόγον. Ἔτζι θέλω σηκώσω ἀπὸ λόγου μου τὸν ὀνειδισμὸν καὶ τὴν ἀτιμίαν, ὅτι ἐφάνηκα ψεύστης, μὲ τὸ νὰ ἐπροφήτευσα μὲν ἐναντίον τῆς πόλεως Νινευΐ, δὲν ἀλήθευσεν ὅμως ἡ προφητεία μου.

Ἀφ’ οὗ δὲ ἀπέθανεν ἡ μητέρα του, καὶ ἔθαψεν αὐτήν, τότε ἐπῆγε καὶ ἐκατοίκησεν εἰς γῆν Σαραάρ (3), κοντὰ εἰς τὴν βάλανον τῆς Δεβόρρας, ὅπου ἀποθανών, ἐνταφιάσθη ἐν τῷ σπηλαίῳ τοῦ Κενεζαίου, ὅστις ἔγινε κριτὴς εἰς μίαν φυλὴν τῶν Ἑβραίων κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἀναρχίας. Προφητεύωντας δέ, εἶπεν ὅτι ἔχει νὰ ἀκολουθήσῃ ἕνα σημεῖον θαυμάσιον καὶ τερατῶδες ἐναντίον τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ὅλης τῆς γῆς: ἤγουν ὅτι ὅταν ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι μίαν πέτραν νὰ φωνάζῃ ἐλεεινῶς μὲ μίαν λεπτὴν φωνήν, καὶ ἕνα κάνθαρον νὰ φωνάζῃ ἀπὸ τὸ ξύλον πρὸς τὸν Θεόν, τότε ἂς ἠξεύρουν, ὅτι εἶναι κοντὰ ἡ σωτηρία. Τότε ἔχουν νὰ ἰδοῦν καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ κατακρημνισμένην ἕως εἰς τὰ θεμέλια. Καὶ θέλουν ἔλθουν εἰς αὐτὴν ὅλα τὰ ἔθνη νὰ προσκυνήσουν τὸν Κύριον. Καὶ θέλουν μεταθέσουν τὰς πέτρας αὐτῆς κατὰ τὰς δυσμὰς τοῦ ἡλίου. Καὶ τότε ἔχει νὰ γένῃ ἡ προσκύνησις τοῦ ἠλειμμένου: ἤτοι τοῦ Μεσσία. Καὶ ἡ Ἱερουσαλὴμ θέλει γένῃ σιγχαμερά, μὲ τὸ νὰ ἐρημωθῇ, καὶ μὲ τὸ νὰ κατοικήσουν εἰς αὐτὴν θηρία. Καὶ τότε θέλει ἔλθῃ τὸ τέλος κάθε πνοῆς (4).

(1) Περὶ τοῦ Ἰωνᾶ ταῦτα λέγει ὁ Μαυροκορδάτος Ἀλέξανδρος εἰς τὰ Ἰουδαϊκά. Ὅτι ἀγκαλὰ καὶ ὁ ἱερὸς Ἐπιφάνιος λόγοις Ἑβραίων πειθόμενος, ὑπέλαβεν, ὅτι ὁ Ἰωνᾶς ἦτον υἱὸς τῆς χήρας, ἀλλ’ ὅμως δὲν ἦτον Τύριος ἢ Σιδώνιος, ἀλλ’ Ἰουδαῖος, ἀκμάσας κατὰ τοὺς χρόνους τῶν βασιλέων Ἀμεσίου καὶ Ἱεροβοάμου. Τὸν ὁποῖον ἀποκαμόντα ἀπὸ τὰ δεινά, διήγειρεν ὁ Ἰωνᾶς καὶ θάρρος ἐνέθηκεν εἰς αὐτὸν κατὰ τῶν Σύρων, ὡς ἱστορεῖ ὁ Ἰώσηπος. Ἐξέβρασε δὲ αὐτὸν τὸ κῆτος εἰς τὰς ὄχθας τῆς Παλαιστίνης, ἢ εἰς τὴν Μαύρην Θάλασσαν, ὡς λέγει ὁ Ἰώσηπος. Καθότι καὶ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνην, καὶ ἀπὸ τὴν Μαύρην Θάλασσαν πηγαίνει τινὰς εἰς τὴν Νινευΐ. Προέλαβε δὲ οὗτος τὴν τοῦ Κυρίου σάρκωσιν χρόνους σχεδὸν ὀκτακοσίους, κατά τινας. Ἰωνᾶς δὲ θέλει νὰ εἰπῇ ἑλληνιστί, περιστερά. Ὅρα περὶ τούτου καὶ ὅσα εἴπομεν ἡμεῖς εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς ζ΄ ᾠδῆς τῆς στιχολογίας, ἥτις ἐστάλθη διὰ νὰ τυπωθῇ. Ὅτι δὲ οἱ Νινευῖται ἐγύρισαν πάλιν εἰς τὰς προτέρας ἁμαρτίας, καὶ διὰ τοῦτο κατεποντίσθη ἡ πόλις αὐτῶν, ἐπροφήτευσεν ὁ Προφήτης Ναούμ, ὀνομάζων αὐτὴν πόλιν αἱμάτων, ὅλην ψευδῆ καὶ ἀδικίας πλήρη (κεφ. γ΄, 1). Καὶ ἀκολούθως λέγει· «Πᾶς ὁ ὁρῶν σε καταβήσεται ἀπὸ σοῦ, καὶ ἐρεῖ. Δειλαία Νινευΐ, τίς στενάξει αὐτήν; Οὐκ ἔστιν ἴασις τῇ συντριβῇ σου. Ἐφλέγμανεν ἡ πληγή σου». Καὶ ὁ Τωβὶτ εἶπε πρὸς τὸν υἱὸν αὑτοῦ Τωβίαν· «Ἄπελθε εἰς τὴν Μηδίαν τέκνον, ὅτι πέπεισμαι ὅσα ἐλάλησεν Ἰωνᾶς ὁ Προφήτης περὶ Νινευΐ, ὅτι καταστραφήσεται. Ἐν δὲ τῇ Μηδίᾳ ἔσται εἰρήνη μᾶλλον ἕως καιροῦ» (Τωβὶτ ιδ΄, 4). Ἐκήρυξε δὲ οὗτος πρὸς τοὺς Νινευΐτας διὰ τῆς ἐγχωρίου γλώσσης. Ἡ τῆς Νινευῒ δὲ διάλεκτος ἦτον ἀσσύριος, ἥτις ὀλίγον διαφέρει τῆς ἑβραϊκῆς, ὡς λέγει Κλήμης ὁ Κανόνικος. Ὅρα καὶ εἰς τὴν α΄ Δεκεμβρίου τὰς ὑποσημειώσεις εἰς τὸ Συναξάριον τοῦ Ναούμ.

(2) Χάριν τῶν φιλολόγων καὶ περιέργων, προσθέττομεν ἐνταῦθα ὀλίγα τινα περὶ τῶν κητῶν. Τὰ κήτη εἶναι μεγαλίτερα ἀπὸ κάτεργον, κατὰ τὸν Θεοκλῆν. Μεγαλίτερα πέντε φοραῖς ἀπὸ τὸν ἐλέφαντα, κατὰ τὸν Αἰλιανόν. Εἶναι πεντήκοντα πηχῶν εἰς τὸ μάκρος κατὰ τὸν Ἐρατοσθένη. Καὶ εἰκοσιπέντε ὀργυιῶν, ἤτοι ἑκατὸν πηχῶν, κατὰ τὸν Νέαρχον. Καὶ ἑξακοσίων ποδῶν, κατὰ τὸν Ὀνησίκρατον καὶ Ὀρθαγόραν. Καὶ τεσσάρων πλέθρων, ἤτοι χιλίων ποδῶν τὸ μάκρος, καὶ πεντακοσίων τὸ πλάτος. Ὅθεν καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες τοῖς παλαιοῖς τούτοις ἑπόμενοι, παραδίδουσι μεγέθη ὑπερβολικὰ τῶν κητῶν. Ὁ μὲν γὰρ Μέγας Βασίλειος λέγει, ὅτι τὰ κήτη παρομοιάζουν μὲ τὰ μεγάλα βουνὰ κατὰ τὸ μέγεθος τοῦ σώματος, καὶ φαίνονται ὡσὰν νησία (Ὁμιλ. ζ΄ εἰς τὴν Ἑξαήμερον). Ὁ δὲ Ἀμβρόσιος, ὅταν, λέγει, τὰ κήτη κολυμβοῦν ἐπάνω εἰς τὰ κύματα, νομίζει τινάς, ὅτι εἶναι νησία, καὶ βουνὰ ὑψηλότατα {τὰ} φθάνοντα ἕως τοῦ οὐρανοῦ μὲ τὰς ἄκρας κορυφάς των. Λέγει δὲ καὶ ὁ Ἀντιοχείας Εὐστάθιος (εἰς τὴν Ἑξαήμερον) ὅτι ἕνα κῆτος ἀσπιδοχελώνη καλούμενον, εἶναι τόσον μεγάλον, ὥστε ὁποῦ φαίνεται εἰς τοὺς ναύτας ὡσὰν νησίον. Ἀλλὰ καὶ οἱ νεώτεροι λέγουσιν, ὅτι εἰς τὴν Σαντονίαν, πόλιν τῆς Γαλλίας ἐν τῷ Βρετανικῷ Ὠκεανῷ εὑρισκομένην, ἁλιεύθη ἕνα κῆτος ποδῶν ἑκατὸν εἴκοσι κατὰ τὸν Σκαλίγερον. Καὶ ἐν τῇ Βαλτικῇ Θαλάσσῃ ἁλιεύθη ἄλλο, ἑκατὸν πηχῶν μῆκος ἔχον κατὰ τὸν Ζεϊγλέρον. Ταῦτα καὶ ἄλλα πολλὰ διηγοῦνται οἱ καθ’ ἑκάστην ἁλιεύοντες τὰ κήτη τὰ καλούμενα φαλαίνας. (Ὅρα εἰς τὰς Σημειώσεις τοῦ Θεοτόκη ἐν τῇ ἀνασκευῇ τῆς τελευταῖον διερμηνευθείσης Διαθήκης.)

(3) Ἐν δὲ τῷ τετυπωμένῳ Συναξαριστῇ γράφεται Σεναάρ.

(4) Σημείωσαι, ὅτι τὸ σημεῖον τοῦτο ὁποῦ ὁ Ἰωνᾶς ἐπροφήτευσε, δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν. Φαίνεται ὅμως ὅτι καὶ ἄλλας προφητείας ἐποίησεν, αἵτινες οὐ σῴζονται τώρα, κατὰ τὸν Θεοδώρητον, καὶ Θεοφύλακτον Βουλγαρίας, συμπεραίνοντας τοῦτο ἀπὸ ἐκεῖνο ὁποῦ γράφεται εἰς τὰς Βασιλείας περὶ αὐτοῦ· «Αὐτὸς (ὁ Ἱεροβοὰμ) ὃς ἐπέστησε τὸ ὅριον Ἰσραὴλ ἀπὸ εἰσόδου Αἰμὰθ ἕως τῆς Θαλάσσης τῆς Ἄραβα κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ δούλου αὑτοῦ Ἰωνᾶ υἱοῦ Ἀμαθὶ τοῦ Προφήτου ἐν Γεχθοφέρ» (Δ΄ Βασιλ. ιδ΄, 25). Οὗτος γὰρ ὁ λόγος οὐχ’ εὑρίσκεται εἰς τὴν προφητείαν τοῦ Ἰωνᾶ.

*

Μνήμη τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωνᾶ τοῦ Σαββαΐτου, πατρὸς Θεοδώρου καὶ Θεοφάνους τῶν Γραπτῶν.

Ἀφεὶς Ἰωνᾶς ἀστάτου βίου τόπον,
Ἑστῶτα καὶ βέβαιον εὑρίσκει τόπον.

Οὗτος ὁ Ὅσιος ἦτον Πρεσβύτερος ἐν ἔτει ωκθ΄ [829], πατὴρ γνήσιος χρηματίσας τῶν ὁσιωτάτων καὶ μακαριωτάτων Ὁμολογητῶν, Θεοδώρου λέγω, καὶ Θεοφάνους τῶν Γραπτῶν, ὧν τὰ πρόσωπα ἐπέγραψε Θεόφιλος ὁ εἰκονομάχος. Οὗτος λοιπὸν πηγαίνωντας εἰς τὴν Λαύραν τοῦ Ἁγίου Σάββα, καὶ γενόμενος μοναχός, ἀπόκτησεν ἄκραν πρὸς τὸν Θεὸν εὐλάβειαν. Καὶ ἀφ’ οὗ ἐκατόρθωσεν ὅλας τὰς ἀρετάς, μὲ καλὸν γηρατεῖον ἀπῆλθε πρὸς Κύριον.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐσέβιος ξίφει τελειοῦται.

Εὐσέβιον κτείνουσι δυσσεβεῖς ξίφει,
Τὸν εὐσεβῶς βιοῦντα καὶ Χριστοῦ φίλον.

Οὗτος ὁ Ἅγιος αὐτοκάλεστος ἐπαρρησιάσθη εἰς τὸν ἄρχοντα τῆς Φοινίκης, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν. Τί ἀνόητον ἔργον κάμνεις, καὶ διώκεις ὦ ἄρχων τὴν ποίμνην τοῦ Χριστοῦ; Ὁ δὲ ἄρχων θυμωθείς, ἐπρόσταξε νὰ κρεμασθῇ ὁ τοῦ Χριστοῦ ἀθλητὴς καὶ νὰ ξεσχίζεται. Εἶτα μὲ τρίχινα πανία ἑνωμένα ὁμοῦ μὲ ἅλας, νὰ τρίβωνται τὰ πληγωμένα μέλη του. Ὁ δὲ Μάρτυς ἔχαιρε καὶ ἠγαλλιᾶτο, ὡσὰν νὰ ἦτον ἄλλος ὁποῦ ἔπασχε, καὶ ὄχι αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ὁ δὲ ἄρχων ἀπορῶν, καὶ μὴ ἠξεύρωντας τί νὰ κάμῃ, ἐπρόσταξε νὰ ἀποκεφαλίσουν αὐτόν. Καὶ ἔτζι ὁ μακάριος ἀνέβη εἰς τοὺς Οὐρανούς, διὰ νὰ λάβῃ τὸν τοῦ μαρτυρίου ἀμαράντινον στέφανον.

*

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Εὐσέβιος, Νέσταβος, καὶ Ζήνων οἱ αὐτάδελφοι, λίθοις τελειοῦνται.

Εὐσέβιος, Νέσταβος, ἀλλὰ καὶ Ζήνων,
Δι’ εὐσεβῆ θνήσκουσι πίστιν ἐκ ξίφους (5).

(5) Σημείωσαι, ὅτι τῶν Μαρτύρων τούτων τὸ Μαρτύριον, γράφει ὁ Σωζόμενος, βιβλ. ε΄, κεφ. η΄.

*

Ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Ἰσάκιος Ἐπίσκοπος Κύπρου ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Τὸν μόσχον Ἰσάκιε τὸν θεῖον θύων,
Ξίφει δι’ αὐτὸν οἷά περ μόσχος θύῃ.

Οὗτος ὁ Ἅγιος καὶ μακάριος Πατὴρ ἡμῶν Ἰσάκιος, γέγονεν Ἐπίσκοπος τῆς ἐν Κύπρῳ Ἐκκλησίας, εὐλαβὴς ὢν καὶ φοβούμενος τὸν Θεόν. Εἶχε δὲ ἔργον ἀκατάπαυστον τὸ νὰ διδάσκῃ τὸν λαὸν τὰ θεῖα λόγια τοῦ Χριστοῦ, καὶ προσέτι, νὰ διαμοιράζῃ τὰ ὑπάρχοντά του εἰς τοὺς πτωχούς. Οὕτω δὲ κάνωντας εἰς ὅλην του τὴν ζωήν, τελευταῖον ὑπὸ τῶν ἀπίστων θανατώνεται μὲ τὸ ξίφος, καὶ πρὸς ὃν ἐπόθησε Κύριον ἐκδημεῖ.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πρίσκος πυρὶ τελειοῦται.

Φέρων ὕδωρ ζῶν Πρίσκος ἐν τῇ καρδίᾳ,
Ἐμπρησμὸν οὐ δέδοικε τὸν τοῦ σαρκίου.

*

Μνήμη τῶν Ἁγίων ἓξ Μαρτύρων, ὑπασπιστῶν ὄντων τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ, ἐν ἔτει σϞη΄ [298].

Ὑπὲρ Θεοῦ κλίναντος ἐν ξύλῳ κάραν,
Ἓξ Μάρτυρες κλίνουσι τὴν κάραν ξίφει.

 Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

Των Αγίων Κοδράτου Αποστόλου, Ιωνά Προφήτου, Ευσεβίου, Ισακίου Επισκόπου Κύπρου κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.