Ο άγιος Μάρτυρας του Χριστού Ιλαρίων καταγόταν από το περίφημο νησί της Κρήτης, από το λεγόμενο Κάστρο, δηλαδή το Ηράκλειο. Γονείς του ήταν ο Φραντζέσκος και η Αικατερίνη. Είχε δύο αδελφούς, τον Πολυζώη και τον Γεώργιο, και δύο αδελφές. Από τους γονείς του ανατράφηκε με χρηστά ήθη, και έμαθε αρκετά και τα ιερά γράμματα. Από παιδί ήταν καλόγνωμος. Το όνομά του ήταν Ιωάννης. Ο θείος του, που ήταν γιατρός, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και πήρε μαζί του και τον Ιωάννη, που έμεινε κοντά του για πάνω από δέκα χρόνια. Αλλά επειδή ο θείος του ούτε του μάθαινε την ιατρική ούτε του έδινε μισθό, έφυγε και πήγε σε έναν έμπορο από τη Χίο που ονομαζόταν Φραντζέσκος και με τον οποίο συμφώνησε έναν μισθό. Κατά τύχη όμως ο έμπορος έφυγε για τη Χίο και άφησε το μαγαζί του στον Ιωάννη και σε έναν άλλο χριστιανό, χωρίς να γίνει λογαριασμός τής αξίας του εμπορεύματος.
Όταν ο ιδιοκτήτης επέστρεψε από τη Χίο, άρχισε να λέει ότι η αξία του εμπορεύματος που τους άφησε ήταν μεγαλύτερη από το ποσό που του παρέδωσαν και ότι λείπουν τριακόσια γρόσια, τα οποία του τα έκλεψαν και τα θέλει οπωσδήποτε πίσω· ωστόσο δεν υποπτευόταν τόσο τον άλλο χριστιανό, διότι τον είχε στη δουλειά πολλά χρόνια· αντίθετα υποπτευόταν τον Ιωάννη και τον φοβέριζε ότι θα του προξενήσει πολλά δεινά και θα τον βάλει στη φυλακή.
Ο Ιωάννης, που ήταν αθώος, στενοχωρήθηκε και έτρεξε για βοήθεια στον θείο του τον γιατρό, αλλά εκείνος δεν τον δέχθηκε. Έτσι, μη υποφέροντας τη συκοφαντία αυτή, ο Ιωάννης λιγοψύχησε και πήγε στο σεράι, και ζήτησε να μιλήσει στον Μπας αγά, δηλαδή τον Αρχι-αγά, που ονομαζόταν Μερζάναγας. Από αυτόν ζήτησε βοήθεια στον πόνο του· και αυτός άνοιξε το μιαρό του στόμα και τον συμβούλεψε να τουρκέψει, και τότε ο ίδιος θα του δώσει πολλά δώρα και αξιώματα, αφού, όπως είπε, έχει την εύνοια του σουλτάνου και της μητέρας του. Ο Ιωάννης από την στενοχώρια, αλλά και επειδή σκοτίσθηκε από τον διάβολο, δέχτηκε να τουρκέψει, και τότε ο Μπας αγάς το είπε στη μητέρα του σουλτάνου, αυτή στον γιό της, και αμέσως τον έκαναν τούρκο, τον έντυσαν με πολύτιμα ενδύματα και διόρισαν χότζα, για να του μάθει τα τουρκικά γράμματα. Και έγινε χαρά μεγάλη στο βασιλικό σεράι.
Ο πολυέλεος Κύριος όμως, που ξέρει τα πάντα πριν αυτά γίνουν, ένευσε στην καρδιά του ευλογημένου Ιωάννη και μετά από τρεις μέρες ήρθε στον εαυτό του, μετανόησε και λυπήθηκε πολύ για το κακό που έπαθε. Γι’ αυτό έψαχνε τρόπο και ευκαιρία για να φύγει.
Δώδεκα μέρες αργότερα κατάφερε και έφυγε από το καταραμένο εκείνο παλάτι και πέρασε σε έναν τόπο που λέγεται Μπεμπέκι. Εκεί πήγε στον πνευματικό παπα-Συμεών, στον οποίο εξομολογούνταν πρωτύτερα, και με πολλά δάκρυα του διηγήθηκε τα συμβάντα. Ο πνευματικός πήγε να συμβουλευτεί έναν γείτονά του Ρώσο έμπορο που ήταν και αυτός πνευματικοπαίδι του, και εκείνος του είπε: «Φέρε τον εδώ, σε δύο μέρες φεύγει καράβι για τη Ρωσία και μπορεί να πάει εκεί». Τον έντυσαν λοιπόν με ρώσικα ρούχα και πήγε στην Κριμαία.
Στην Κριμαία ο Ιωάννης έμεινε δέκα μήνες. Αλλά αν και εκεί δεν είχε καμιά ενόχληση από κανέναν, όμως η συνείδησή του δεν τον άφηνε σε ησυχία για το κακό που είχε πάθει. Γι’ αυτό έβαλε καλό σκοπό να γυρίσει και να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Έτσι μπήκε σε ένα καράβι και γύρισε πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί πήγε στον πνευματικό του και σε έναν ασκητή που λεγόταν Ιερεμίας και φανέρωσε σε αυτούς τον σκοπό του να μαρτυρήσει. Αυτοί τον συμβούλεψαν να πάει στο Άγιο Όρος να διορθωθεί και μετά να κάνει ό,τι τον φωτίσει ο Θεός.
Ξεκίνησε λοιπόν με γράμματα των δύο αυτών πατέρων και πήγε στη Μονή Ιβήρων. Από εκεί τον έστειλαν στη Σκήτη του τιμίου Προδρόμου, στον πνευματικό πατέρα Σέργιο, ο οποίος πάλι τον έστειλε στη Σκήτη της Αγίας Άννας, στον ιερομόναχο Βησσαρίωνα που είχε συνοδεύσει και τον νεομάρτυρα Λουκά που είχε μαρτυρήσει πρωτύτερα στη Μυτιλήνη, στις 23 Μαρτίου 1802.
Ο Ιωάννης πήγε χαρούμενος στη Σκήτη της Αγίας Άννας, και όταν συνάντησε τον πατέρα Βησσαρίωνα, έπεσε στα πόδια του και τα φίλησε, και του διηγήθηκε τη συμφορά του. Έπειτα τον παρακαλούσε να τον δεχθεί στη συνοδία του, για να διορθωθεί με νηστείες και προσευχές, και ό,τι είναι θέλημα Θεού, εκείνο ας γίνει.
Ο πατέρας Βησσαρίων έφερε αρχικά αντιρρήσεις, αλλά ο Ιωάννης τόσα δάκρυα έχυσε και τόσα λυπητερά και ικετευτικά λόγια του είπε, ώστε τελικά πείστηκε και τον δέχθηκε, όμως ζήτησε να είναι μυστικό αυτό το γεγονός. Για περισσότερη ησυχία μάλιστα τον πήγε στη σκήτη του Αγίου Βασιλείου που ονομάζεται Προφήτης Ηλίας. Εκεί τον έκλεισε σε ένα μικρό κελί, του άφησε ψωμί και νερό και ένα τετραβάγγελο για να διαβάζει, και του έδωσε εντολή να προσεύχεται για σαράντα μέρες. Ο μισόκαλος εχθρός όμως ξεσήκωσε εναντίον του πολλές φοβερές φαντασίες και έτσι μόνο δώδεκα μέρες άντεξε να μείνει στο ήσυχο αυτό κελί. Γύρισε νύχτα στον ιερομόναχο Βησσαρίωνα και του είπε: «Πάτερ, δεν αντέχω να μείνω μόνος, σε παρακαλώ, δέξου με να μείνω μαζί σου».
Ο ιερομόναχος τότε τον έκλεισε σε ένα μικρό δωμάτιο του σπιτιού, του όρισε να κάνει χίλες μετάνοιες το ημερονύκτιο, να λέει κατάλληλες προσευχές και κάθε απόγευμα να τρώει μόνο ψωμί και νερό. Επειδή όμως από την πολλή σκληραγωγία ο Ιωάννης αρρώστησε, ζήτησε να γίνει μοναχός, και ο πατέρας Βησσαρίων τον διάβασε μοναχό ονομάζοντάς τον Ιλαρίωνα. Μόλις έγινε κάπως καλά, συνέχισε τον αγώνα του όπως και πρώτα. Διαβάζοντας μάλιστα το Νέο Μαρτυρολόγιο, άναψε στην καρδιά του σαν φωτιά ο πόθος του μαρτυρίου. Αποστήθισε και μερικές ευχές που υπάρχουν στην αρχή του βιβλίου αυτού και τις έλεγε συχνά, και πολύ ωφελήθηκε από αυτό το βιβλίο.
Ένα πρωί ο Ιλαρίων είπε στον Γέροντά του: «Άγιέ μου Γέροντα, μια χάρη θέλω να σου ζητήσω και σε παρακαλώ μη μου την αρνηθείς». «Τι θέλεις;» τον ρώτησε εκείνος, και ο Ιλαρίων απάντησε: «Εγώ, Γέροντά μου, από τη μία στοχάζομαι τη ματαιότητα του κόσμου του πλάνου και ψεύτη, και από την άλλη συλλογίζομαι την πτώση και το σφάλμα μου. Γι’ αυτό άναψε στην καρδιά μου ο πόθος του γλυκύτατού μου Ιησού και επιθυμώ, όπως αρνήθηκα τον ποιητή και πλάστη μου, έτσι να τον ομολογήσω πάλι Θεό αληθινό».
Ο Γέροντας του αποκρίθηκε: «Έχε υπομονή τρία χρόνια και μείνε εδώ που έγινες καλόγερος και, αν είναι θέλημα Θεού, και αυτό θα γίνει». Ο Μάρτυρας όμως του είπε: «Τώρα που άναψε η καρδιά μου από θείο έρωτα, τώρα επιθυμώ να πάω». Και ό,τι και να του είπε ο Γέροντάς του, δεν μπόρεσε να τον πείσει. Έτσι πήγε στον δικό του Γέροντα, που ήταν ο Ιωάσαφ ο καλλιγράφος, και στον πνευματικό πατέρα Μεθόδιο, και τους διηγήθηκε τα λόγια του Μάρτυρα. Ήρθαν λοιπόν και οι δύο και είπαν πολλά στον Μάρτυρα, να κάνει λίγη υπομονή και να περιμένει, μήπως και ο λογισμός του είναι από τον διάβολο. Όμως ο Μάρτυρας με δάκρυα παρακαλούσε να μην τον εμποδίσουν. Όταν εκείνοι είδαν τη σταθερότητα του λογισμού του, είπαν: «Κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός· εμείς αυτά σου τα λέμε, επειδή δεν ξέρουμε ποια θα είναι η κατάληξη».
(Συνεχίζεται)
Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» 20, έκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 73.
Διασκευή για την Κ.Ο.

